Η Ελλάδα πρέπει να (ξανα) φωτίσει τον Άνθρωπο!

Του δημοσιογράφου Μανώλη Κυπραίου

Ξεκινώντας από την αρχαιότητα, έως σήμερα μια αξία παραμένει αναλλοίωτη ανά τους αιώνες, μια αξία την οποία κανένας δεν μπορεί να την δει με όρους οικονομικούς, κοινωνικούς ή πολιτικούς. Η αξία του Ανθρώπου. Χωρίς χρώμα, χωρίς καταγωγή, χωρίς φυλετικούς ή εθνικούς διαχωρισμούς. Δεν υπάρχει πολιτισμός ή θρησκεία που να μη μίλησε για την ανεκτικότητα, για το δικαίωμα στη ζωή, την ισοτιμία και την ανάπτυξη. Εν ολίγοις το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια και το «ευ ζην».

Φυσικά, η ιστορία μας διδάσκει πως αυτές οι αξίες πολλές φορές στο παρελθόν έχουν καταπατηθεί βάναυσα. Ολόκληρα έθνη έχουν αφανιστεί από το πρόσωπο της γης. Είτε εξοντώθηκαν, είτε σκλαβώθηκαν, είτε οδηγήθηκαν στην προσφυγιά, χωρίς να γυρίσουν ποτέ ξανά στα πάτρια εδάφη.
Σήμερα, τον 21ο αιώνα, τον αιώνα της τεχνολογίας, της-υποτιθέμενης-ανάπτυξης του ανθρώπινου πνεύματος, η κατάσταση που επικρατεί στις τέσσερεις γωνιές του πλανήτη μόνο αισιοδοξία δεν μπορεί να μεταδώσει.
Εκατοντάδες εσωτερικές ή διακρατικές συρράξεις, οικονομική ύφεση, στέρηση των βασικών αγαθών διαβίωσης, μείωση των φυσικών πόρων και φυσικές καταστροφές, συνθέτουν το παζλ αυτής της πρωτοφανούς κρίσης. Οι μέσοι υπολογισμοί των διεθνών οργανισμών εκτιμούν πως εξαιτίας όλων αυτών των παραγόντων που καθιστούν αδύνατη την σταθερή παραμονή σε μια εδαφική περιοχή περίπου 600.000.000 συνάνθρωποί μας αποτελούν μια τεράστια «κινούμενη μάζα», σε όλες τις μεριές του ορίζοντα. Βορρά, Νότο, Ανατολή και Δύση.

Αυτή λοιπόν η «μετακινούμενη μάζα» αναζητά απελπισμένα, με κάθε μέσο και με κάθε τρόπο, οδό διαφυγής προς τα «παραδείσια εδάφη» που δεν είναι άλλα από τον αποκαλούμενο δυτικό κόσμο ή περισσότερο γνωστές ως αναπτυγμένες χώρες.
Οργανωμένα εγκληματικά κυκλώματα που έχουν αναπτύξει τα πλοκάμια τους σε όλα τα μήκη και πλάτη, με διασυνδέσεις ακόμη και με κυβερνήσεις, «προωθούν» τους εξαθλιωμένους αυτούς ανθρώπους, ατομικά ή οικογενειακά, δημιουργώντας ένα «πολιτισμένο» σκλαβοπάζαρο που δεν έχει καμία διαφορά από αυτά του 17ου και του 18ου αιώνα.
Η Ελλάδα, βρισκόμενη σε αυτό το κρίσιμο σταυροδρόμι, ανάμεσα σε τρεις θάλασσες και τρεις ηπείρους, χιλιάδες χρόνια αποτελούσε την γέφυρα πολιτισμών και μετακινήσεων Εθνών από τη Δύση στην Ανατολή και τούμπαλιν. Από τις αρχές του 1990 όμως, η Ελλάδα άρχισε να σηκώνει το βάρος μιας μαζικής μετανάστευσης πληθυσμών από βορρά, νότο και ανατολή, που όμοιά της αριθμητικά δεν είχε καταγραφεί ποτέ. Διακρατικοί πόλεμοι, εμφύλιες συρράξεις, οικονομική κρίση, διάλυση κρατών, ώθησαν αυτούς τους συνανθρώπους μας στην αναζήτηση της γης της Επαγγελίας.

Έτσι, εκατοντάδες χιλιάδες χαμένες ψυχές, από λαούς γειτονικούς και από χώρες που μέχρι τότε θεωρούσαμε εξωτικές, άρχισαν να καταφθάνουν στην χώρα μας, αναζητώντας ένα «κεραμίδι», ένα «κομμάτι ψωμί», ένα καλύτερο μέλλον.
Και εμείς οι Έλληνες, της προσφυγιάς, οι Έλληνες του Πόντου, της Μικράς Ασίας, της Αρμενίας, των ορυχείων του Βελγίου, των καμινάδων του Ρουρ, της ζέστης της Σαουδικής Αραβίας και της Αυστραλίας, τους τα δώσαμε. Ανοίξαμε τα χέρια μας και δεχθήκαμε πολλούς από αυτούς. Άλλους μόνιμα, άλλους προσωρινά. Πολλούς με μόνο «διαβατήριο» το ιερότερο όλων: Πως ήταν άνθρωποι.
Έτσι, δείξαμε σε όλους όσους μας κατηγορούσαν, σε όλους όσους τα προκάλεσαν αυτά, πως «δεν ξεχνάμε» ότι κι εμείς ήμασταν κάποτε πρόσφυγες. Πως «δεν ξεχνάμε» ότι η φιλοξενία δεν είναι απλά για τους Έλληνες μια λέξη αλλά μια ιδέα, ένας έλικας μέσα στο ίδιο μας το DNA.

Οι άνθρωποι αυτοί, οι συνάνθρωποί μας από τις τέσσερις γωνιές του πλανήτη, πρόσφεραν παράλληλα σε αυτή την πατρίδα. Σε αυτή τη χώρα που θέλησαν να ζήσουν και να εργαστούν. Στην ακμή της, οι Έλληνες, η ελληνική οικονομία κατ’ επέκταση, χρησιμοποίησε και έλαβε στο έπακρο τις εργατικές τους ικανότητες. Ωφέλησε και ωφελήθηκε από τους μετανάστες.
Πάνε τώρα όμως κοντά πέντε χρόνια, που η Ελλάδα βρίσκεται σε ύφεση. Η φτώχεια, τα προβλήματα επιβίωσης και η συνεχώς αυξανόμενη ανεργία αναγκάζει μετά από πενήντα χρόνια, τους νέους να παίρνουν ξανά το δρόμο της προσφυγιάς και ν’ αναζητούν «νέα πατρίδα» και τους μεγαλύτερους ν’ αναρωτιούνται για το τι και ποιος φταίει.

Και μέσα σε αυτή την αναζήτηση, άρχισαν να ακούγονται φωνές, μοιάζοντας με αυτές δαιμόνων μέσα από τις πιο σκοτεινές στοές της κόλασης. Ζητούν αίμα, ζητούν κυνήγι ανθρώπων, ζητούν βία, φωτιά και πυρωμένο ατσάλι κατά των μεταναστών. Φορτώνοντας επάνω τους, το κακό για όσα συμβαίνουν, αγνοώντας τους αίτιους και τις αιτίες για την κρίση στην Ελλάδα.
Κακοί και μισάνθρωποι μας δείχνουν το δρόμο της βίας ως λύση καταδικάζοντας σε ένα αόρατο δικαστήριο σκιών, ως ενόχους όλους τους άλλους πλην της «αλάθητης», «άρειας» και «μοναδικής» φυλής. Απειλούνται, δολοφονούνται, βασανίζονται, ξυλοκοπούνται συνάνθρωποί μας, με μόνο «έγκλημα», το χρώμα του δέρματος, τη θρησκεία, τις πολιτικές ή τις προσωπικές τους προτιμήσεις.

Η ιστορία μας έχει διδάξει πως η βία δεν είναι λύση. Ποτέ δεν ήταν. Πάντα «έλυνε» προσωρινά κάποια προβλήματα, μα στο τέλος τα πολλαπλασίαζε και στρέφονταν κατά αυτού που την χρησιμοποίησε. Ιδιαίτερα ο 20ος αιώνας, που χαρακτηρίστηκε ως ο «αιώνας του ρατσισμού» με εκατοντάδες εκατομμύρια θύματα.
Αυτό το κακό, αυτή η ντροπή για το ανθρώπινο γένος που έφτασε από τα σκλαβοπάζαρα της Ζανζιβάρης μέχρι τους φούρνους του Άουσβιτς η ιστορία μας διδάσκει πως δεν πρέπει να ξαναγίνει.
Και εμείς οι Έλληνες καλούμαστε να μη το επιτρέψουμε σε κανέναν και στο όνομα καμίας «σωτηρίας».
Και η μοίρα, ένα παιχνίδι θαρρείς μεταξύ της δυαδικής φύσης του Ανθρώπου μας καλεί να παλέψουμε ξανά ως λαός κατά αυτής της κατάρας. Λύσεις υπάρχουν και αυτές δεν είναι βίαιες. Απέναντι σε αυτούς που θέλουν να βυθίσουν τους Έλληνες στην βία, στο να στραφούν εναντίον συνανθρώπων τους που το μόνο «έγκλημά» τους είναι πως δεν γεννήθηκαν με τις «απαιτούμενες προδιαγραφές», που κυνηγήθηκαν, βιάστηκαν, βασανίστηκαν και εκδιώχθηκαν από τις εστίες τους, μπορούμε να αντιπαρατεθούμε και να τους σταματήσουμε.
Έχουμε «όπλα» μας, το πνεύμα, την ηθική, την δικαιοσύνη για να προστατεύσουμε τον Άνθρωπο. Τον λευκό, μαύρο, έγχρωμο και κίτρινο συνάνθρωπό μας.
Η οικονομική κρίση αργά ή γρήγορα θα περάσει. Το στίγμα μιας χώρας «οικονομικά ατίθασης», βάσει των απάνθρωπων και ψυχρών οικονομικών μέτρων, θα εξαφανιστεί. Όμως, αν το επιτρέψουμε, αν αφήσουμε ο ρατσισμός και η βία να επικρατήσουν, το στίγμα της «ρατσιστικής Ελλάδας» θα μας κυνηγά πάντα…
Ας ακούσουμε λοιπόν τη φωνή του Σωκράτη που χιλιάδες χρόνια μας υπενθυμίζει τι είμαστε εμείς οι Έλληνες και γιατί «φωτίσαμε» τον κόσμο στην πιο σκοτεινές στιγμές του: «Δεν είμαι Αθηναίος, δεν είμαι Έλληνας, είμαι πολίτης όλου του κόσμου!»

(πηγή: unhcr.gr)

Share
Κατηγορίες: ΕΙΔΗΣΟΥΛΕΣ. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.