Μια Iστορία από Δέλτα

Γράφει η Κωνσταντίνα Σαράντη

Ένα διστακτικό πρωινό,  ένα δολοπλόκο δαμάσκηνο βγήκε από το διώροφο σπιτάκι του στο δρόμο.

«Για να δούμε! Τι θα μου δωρίσει άραγε η σημερινή μέρα;» διερωτήθηκε, καθώς διάβαινε τη διάβαση. Δεν πέρασαν δυο λεπτά και άκουσε απ’ τα δεξιά του:

«Δούλεψε μαζί μου! Δώσε κι εσύ ένα χεράκι!». Ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι άνοιγε προσεκτικά τα πορτάκια των κλουβιών και χάριζε ξανά την ελευθερία στα φυλακισμένα ωδικά πουλάκια.

«Θα σου δώσω! Θα σου δώσω ένα χεράκι!», είπε το δαμάσκηνο. «Εσύ, όμως, τι θα μου δώσεις;».

«Εεε…», δίστασε το δαχτυλίδι, «δυστυχώς, δεν διαθέτω καμιά μεγάλη αμοιβή… Όμως, άμα θέλεις, θα σου δανείσω το δίχτυ μου για να πας να ψαρέψεις στη διαυγή λακκούβα με τις λάσπες».

Το δαμάσκηνο τότε, σαν δαιμονισμένο, του γύρισε την πλάτη.

«Δεν είμαστε καλά! Πιστεύεις ότι θα δεχτώ να σε βοηθήσω γι’ αυτές τις αηδίες; Τώρα θα δεις τη βοήθειά μου! Δεσμοφύλακα! Δεσμοφύλακα! Αυτό εδώ το διεφθαρμένο δαχτυλίδι ελευθερώνει τα πουλάκια! Δέστε το! Ή, καλύτερα, αλυσοδέστε το!».

Ο δεσμοφύλακας, ένας δίμετρος δρυοκολάπτης, άρπαξε ένα δίκανο και δολοφόνησε το διαμαντένιο δαχτυλίδι. Το δαμάσκηνο συνέχισε το δρόμο του, δίχως να χύσει ούτε ένα δάκρυ! Διέσχισε ένα δυσοίωνο δάσος, ένα δαντελωτό δρομάκι κι ένα δύσβατο λιβάδι με δροσοσταλίδες. Μετά από δυο ώρες και δέκα λεπτά οδοιπορίας, βρέθηκε μπροστά σε ένα δυσπρόσιτο δημοτικό σχολείο, φτιαγμένο από δόντια δικέφαλης δεντρογαλιάς. Δρασκελίζει το κατώφλι και τι να δει; Στο δάπεδο καθόταν με σεμνότητα σταυροπόδι ένας διανοούμενος δεινόσαυρος.

«Τι δουλειά έχεις εσύ εδώ;»,  τον ρώτησε το δαμάσκηνο.

«Είμαι μαθητής»,  είπε δειλά ο δεινόσαυρος.

«Κι ο δάσκαλός σου ποιος είναι;».

«Ο δοξασμένος Διοπτροφόρος Δράκος».

«Δεν βλέπω λόγο να μείνω εδώ, ούτε για ένα δευτερόλεπτο»,  είπε δεικτικά το δαμάσκηνο. «Τι άλλο θα δουν τα μάτια μου! Ένας δεινόσαυρος, μαθητής του Διοπτροφόρου Δράκου!».

«Μείνε κι εσύ εδώ», του είπε τότε ευγενικά ο δεινόσαυρος. «Θα δεις, θα κερδίσεις πάρα πολλά! Θα μάθεις να διαχειρίζεσαι τη δύναμη της σκέψης σου. Θα γίνεις δυνατό! Υπερδύναμο! Παντοδύναμο!».

Το δαμάσκηνο διερωτήθηκε για λίγη ώρα. Μετά απάντησε:

«Εντάξει, δέχομαι! Θα μείνω! Μου δίνεις, όμως, το λόγο της τιμής σου ότι θα γίνω παντοδύναμο; Το πιο δυνατό δαμάσκηνο του κόσμου;».

«Δίχως άλλο!», το διαβεβαίωσε ο δεινόσαυρος. «Διάλεξε μια θέση στο δάπεδο και κάθισε».

Το δαμάσκηνο κάθισε.

«Τώρα κάρφωσε τα μάτια σου στα μάτια μου».

«Γιατί; Τι θα κάνουμε;», ρώτησε το δαμάσκηνο με απορία.

«Θα διαλογιστούμε. Θα διεκδικήσουμε με τη δύναμη της σκέψης μας το Διαμαντένιο Δέντρο!».

Τι να κάνει το δαμάσκηνο, προσπάθησε να συγκεντρωθεί. Κάρφωσε τα μάτια του στο δεινόσαυρο, που το κοιτούσε με διεισδυτικό βλέμμα. Δυσκολευόταν πολύ, μα προσπαθούσε. Έμειναν έτσι μέχρι το δειλινό. Κανείς δεν πήρε τα μάτια του από τον άλλο. Ξαφνικά ο δεινόσαυρος, άρχισε να εκπέμπει από τα μάτια του δυο δέσμες φωτός. Ταυτόχρονα άρχισε να ψιθυρίζει ένα δημοτικό τραγούδι. Το δαμάσκηνο ένιωσε να μαγνητίζεται από το διαπεραστικό του βλέμμα. Μια νάρκη πλημμύρισε όλο του το σώμα και έμεινε να κοιτάζει μαγεμένο. Ο δεινόσαυρος άνοιξε το στόμα του διάπλατα, τόσο που φάνηκαν τα μεγάλα του δόντια.

«Δεν είσαι πια δολοπλόκο δαμάσκηνο! Δεν είσαι πια δολοπλόκο δαμάσκηνο! Είσαι ένα δώρο για το δείπνο του αφέντη σου! Σήκω αργά και μπες στο στόμα μου… Εκεί είναι η αίθουσα υποδοχής σου!», είπε με την επιβλητική του φωνή.

Το δαμάσκηνο υπνωτισμένο, σηκώθηκε και βάδισε προς το ανοιχτό στόμα. Τότε ξαφνικά έγινε μια διακοπή ρεύματος κι ένας δροσερός αέρας πλημμύρισε το δωμάτιο. Το δαμάσκηνο συνήλθε και είδε μπροστά του το ορθάνοιχτο στόμα του δεινόσαυρου.

«Να ξεφύγω! Πρέπει να ξεφύγω!», σκέφτηκε κι άρχισε να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ο δεινόσαυρος άρχισε να το κυνηγάει με μια δάδα, αλλά πεδικλώθηκε στη δαντέλα του τραπεζομάντηλου. Το δαμάσκηνο έφτασε τότε στη θάλασσα, πήρε μια βαθιά ανάσα και πήδηξε μέσα. Μόλις άνοιξε τα μάτια του είδε ότι ήταν περικυκλωμένο από δελφίνια.

«Ποιος είσαι;», τον ρώτησε ένα ρόδινο δελφίνι. «Μήπως είσαι κανένας δραπέτης;».

«Όχι, είμαι ένα δαμάσκηνο! Με κυνηγάει ένας δεινόσαυρος!

Βοηθήστε με σας παρακαλώ!».

«Θα σε βοηθήσουμε», είπε το δελφίνι. «Εγώ είμαι ο Δήμαρχος. Βλέπεις εκείνο το δεξαμενόπλοιο; Εκεί θα σε κρύψουμε.  Κι ύστερα αυτό θα σε πάει διακοπές στη Δυτική Δαμασκηνία».

«Στην πατρίδα μου;», ρώτησε συγκινημένο το δαμάσκηνο.

«Ναι!».

«Σας ευχαριστώ! Σας ευχαριστώ πολύ!».

Έτσι, χάρη στη βοήθεια του Δημάρχου  δελφινιού, το δαμάσκηνο έδωσε τέλος στην πολυτάραχη περιπέτειά του και βρέθηκε πάλι πίσω στην πατρίδα του…

Share
Κατηγορίες: Παραμύθια. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.