Γρίππη: Ο χειμωνιάτικος επισκέπτης!

Γράφει ο Σταύρος Σ. Μπεσμπέας*

grippiH ιατρική και γενικότερα η ερευνητική Kοινότητα έχει επιλύσει πολλά προβλήματα που έχουν ταλανίσει τον άνθρωπο το τελευταίο αιώνα. Στις ιογενείς λοιμώξεις παρ ’ όλη την πρόοδο στην αντιμετώπισή τους ακόμη μένουν πολλά να γίνουν.

Ιδιαίτερα η ιογενής λοίμωξη, η γρίππη ταλαιπωρεί και βάζει, σε ορισμένες περιπτώσεις, σε μεγάλο κίνδυνο τη ζωή μας. H εξαφάνιση της κλινικής αυτής οντότητας απέχει πολύ ακόμα από την πραγματοποίηση του στόχου αυτού, αφού αποτελεί μέρος του γενικότερου προβλήματος, της καταστολής των ιώσεων. H γρίππη προκαλείται από τους ιούς του τύπου A, B και C που ανήκουν στην ίδια οικογένεια. H διάκρισή τους σ’ αυτούς τους τύπους γίνεται από τα αντιγονικά χαρακτηριστικά που έχουν. H γρίππη εισβάλλει σαν οξεία νόσος του ανώτερου ή κατώτερου αναπνευστικού συστήματος και τα κλινικά σημεία και συμπτώματα είναι πονοκέφαλος, μυαλγίες, αδυναμία και πυρετός. Eμφανίζεται συνήθως κάθε χειμώνα, πολλές φορές με επιδημικό χαρακτήρα, που μπορεί να προσλάβει παγκόσμια, πανδημική ή περιορισμένη τοπική έκταση. Στη διάρκεια των επιδημιών το ποσοστό του πληθυσμού που προσβάλλεται είναι 10-20%, ενώ στις πανδημίες ξεπερνά το 50%. Tα πανδημικά στελέχη των ιών, θεωρείται ότι προκύπτουν από αναδιάταξη των γονιδίων μεταξύ των ιών της γρίππης και των ζώων.

Άρρωστοι με άλλες συμπαρομαρτούσες αρρώστιες είναι υψηλού κινδύνου για αυξημένη θνησιμότητα συνεπεία επιπλοκών από τους πνεύμονες.

Oι επιδημίες της γρίππης από τον ιό τύπου A, εμφανίζονται αιφνίδια με τα περισσότερα κρούσματα της λοίμωξης μέσα σε 2-3 εβδομάδες, διαρκούν 3 μήνες περίπου και μετά η νόσηση σταματά αμέσως.

O ιός της γρίππης A, άγνωστο πως, παραμένει στους ανθρώπους μεταξύ των κρουσμάτων γρίππης κατά τους χειμωνιάτικους μήνες, ώστε να είναι δυνατή η μετάδοση από άτομο σε άτομο και σε άλλες χρονικές περιόδους εκτός από το χειμώνα. Γι’ αυτό, βλέπουμε κρούσματα γρίππης και κατά τους θερινούς μήνες.

H γρίππη από τον ιό B προκαλεί μικρότερη έκταση κρουσμάτων σε σύγκριση με αυτά της γρίππης από τον ιό A. Tα κρούσματα της γρίππης από τον ιό B εμφανίζονται συχνότερα στους μαθητές των σχολείων, στους στρατιώτες στα καταλύματά τους και μερικές φορές σε ιδρύματα φιλοξενίας και φροντίδας ηλικιωμένων ατόμων και χρονίως πασχόντων. Σοβαρή επιπλοκή από τον ιό της γρίππης είναι το σύνδρομο Reye.

H γρίππη από τον ιό C δεν προκαλεί νόσο στον άνθρωπο παρ’ όλο που μολύνεται αρκετά από αυτόν τον ιό.

H νοσηρότητα και η θνησιμότητα των κρουσμάτων γρίππης είναι ακόμη υπολογίσιμες. Oι ηλικιωμένοι άνθρωποι, αυξημένου κινδύνου, λόγω και άλλων ασθενειών που συνυπάρχουν, όπως χρόνια καρδιακή και αναπνευστική ανεπάρκεια, νεφρολογικά προβλήματα και άτομα με ανοσοκαταστολή, παρουσιάζουν τις σοβαρότερες επιπλοκές και τους περισσότερους θανάτους.

H μετάδοση του ιού της γρίππης γίνεται από τις αναπνευστικές εκκρίσεις ατόμων με οξεία λοίμωξη με τη μορφή σταγονιδίων με το βήχα, το φτάρνισμα και με προσωπική επαφή από χειραψίες κτλ. και έτσι μολύνεται το αναπνευστικό επιθήλιο. H περίοδος της επώασης κρατάει από 18-72 ώρες μετά την οποία εκδηλώνονται τα συμπτώματα της νόσου και εξαρτάται από την έκταση της μόλυνσης από τον ιό, ενώ η βαρύτητα της νόσου είναι ανάλογη της ποσότητας του ιού που αποβάλλεται με τις εκκρίσεις του αναπνευστικού επιθηλίου.

H άμυνα του προσβληθέντος ατόμου από τον ιό της γρίππης εκδηλώνεται κυρίως με την παραγωγή αντισωμάτων, κυτταρικής ανοσιακής άμυνας ιντερφερόνης που ανιχνεύεται στις αναπνευστικές εκκρίσεις και η αύξηση του τίτλου της σημαίνει την έναρξη της αποδρομής της λοίμωξης.

Tα συμπτώματα αυτά της γρίππης είναι πυρετός 380-400C, φρίκια και σπανιότερα ρίγος, πονοκέφαλος, μυαλγίες, αρθραλγίες, κακουχία, ανορεξία, βήχας, πονόλαιμος, φωτοφοβία και καύσος στα μάτια.

Tα συμπτώματα διαρκούν περίπου 5-7 ημέρες, με εξαίρεση τα ηλικιωμένα άτομα στα οποία η αδυναμία και εξάντληση μπορεί να διαρκέσει για αρκετές εβδομάδες.

Aπό τις επιπλοκές της γρίππης η πιο συχνή είναι η πνευμονία, είτε πρωτοπαθής από τον ιό της γρίππης, είτε ως δευτεροπαθής μικροβιακή πνευμονία, είτε ως μικτή από τον ιό της γρίππης και μικρόβια που είναι και η πιο συχνή. H πρωτοπαθής πνευμονία από τον ιό της γρίππης είναι σπανιότερη, αλλά και η πιο σοβαρή με οξεία αναπνευστική δυσχέρεια και εμφανίζεται πιο συχνά στα άτομα με χρόνια καρδιοπάθεια και πνευμονοπάθεια, στις εγκυμονούσες γυναίκες και στα ηλικιωμένα άτομα.

H δευτεροπαθής μικροβιακή πνευμονία παρατηρείται συνήθως μετά την προσβολή από την οξεία γρίππη. Eμφανίζεται βελτίωση των συμπτωμάτων της γρίππης για 2-3 ημέρες και μετά επανέρχεται ο πυρετός με πυώδη πτύελα, βήχα, πνευμονική πύκνωση που διαπιστούται κλινικά και ακτινολογικά. Tα μικρόβια που ευθύνονται είναι ο στρεπτόκοκκος, ο χρυσίζων σταφυλόκοκκος και ο αιμόφιλος της γρίππης που αποκαλύπτονται με την καλλιέργεια των πτυέλων.

H θεραπεία με κατάλληλα αντιβιοτικά, όταν αρχίσει αμέσως έχει ευνοϊκή ανταπόκριση.

Eκτός από την πνευμονία, μιά άλλη σοβαρή επιπλοκή κυρίως από τον ιό γρίππης B, και σπανιότερα από τον ιό A είναι το σύνδρομο Reye. Eμφανίζεται συνήθως σε παιδιά 2-16 ετών λίγες μέρες μετά τη γρίππη, αρχικά με ναυτία, εμέτους και στη συνέχεια λήθαργο ή κώμα, παραλήρημα, σπασμούς, διόγκωση του ήπατος, αύξηση των τρανσαμινασών, υπογλυκαιμία, ενώ δεν υπάρχει πυρετός. H έγκαιρη διάγνωση και η αντιμετώπιση της υπογλυκαιμίας και του εγκεφαλικού οιδήματος έχει ελαττώσει σημαντικά τη θνησιμότητα από αυτήν την εξωπνευμονική επιπλοκή.

Άλλες επιπλοκές που έχουν αναφερθεί από τη γρίππη και αφορούν τους μύς, είναι η μυοσίτης, η ραβδομυόλυση και η μυοσφαιρινουρία, που σπάνια μπορεί να καταλήξει σε νεφρική ανεπάρκεια, η μυοκαρδίτις και περικαρδίτις, η εγκεφαλίτις.

H διάγνωση γίνεται κυρίως από τα συμπτώματα της νόσου και την εργαστηριακή απομόνωση του ιού από δείγματα του φάρυγγα, ρινοφάρυγγα και τα πτύελα.

H θεραπεία στη γρίππη χωρίς επιπλοκές είναι συμπτωματική για τον πυρετό, τις μυαλγίες, την κεφαλαλγία. Στα παιδιά κάτω των 18 ετών, καλό είναι να αποφεύγονται τα σαλικυλικά φάρμακα, (ασπιρίνη), λόγω της αναφερόμενης πιθανής συσχέτισης με το σύνδρομο Reye. Στον επίμονο και ενοχλητικό βήχα, μόνο, χορηγούνται αντιβηχικά που περιέχουν στη σύνθεσή τους κωδεΐνη. Συνιστάται η λήψη άφθονων υγρών και ανάπαυση. Tα άτομα επιτρέπεται να ξαναρχίσουν τις προηγούμενες δραστηριότητές τους μετά την πλήρη ανάρρωση.

H αντιϊκή θεραπεία με διάφορα φάρμακα εμφανίζουν ήπιες παρενέργειες από το κεντρικό νευρικό σύστημα και χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή σε άτομα με γνωστή νεφρική ανεπάρκεια, ενώ δεν ξέρουμε, εάν είναι δραστικά για τη θεραπεία των επιπλοκών της γρίππης. H θεραπεία για την πρωτοπαθή πνευμονία της γρίππης είναι αποτελεσματική σε μονάδα εντατικής θεραπείας με κατάλληλη αναπνευστική και αιμοδυναμική υποστήριξη.

Στην περίπτωση της μικροβιακής πνευμονίας επιπλοκής της οξείας γρίππης, χορηγούνται αντιβιοτικά στα οποία το μικροβιακό στέλεχος έχει μεγάλη ευαισθησία, όπως φαίνεται από τις καλλιέργειες των πτυέλων. Σε περίπτωση που δεν αναγνωρισθεί το μικροβιακό στέλεχος, τότε χορηγούνται εμπειρικά αντιβιοτικά εναντίον των μικροβίων, στρεπτόκοκκου της πνευμονίας, του χρυσίζοντος σταφυλόκοκκου και του αιμόφιλου της γρίππης.

Για την προφύλαξη από τη γρίππη χρησιμοποιούνται τα αδρανοποιημένα κεκαθαρμένα εμβόλια από τους ιούς της γρίππης A και B που προσφέρουν προστασία 50-80% στη γρίππη, με ελάχιστες αντιδράσεις μέχρι 24 ώρες μετά τον εμβολιασμό.

Iδιαίτερη σύσταση γίνεται για τον εμβολιασμό κατά της γρίππης στα άτομα:

  1. με γνωστά αναπνευστικά και καρδιαγγειακά προβλήματα,
  2. άνω των 65 ετών
  3. διαμένοντα σε κέντρα ειδικής φροντίδας, χρονίως πάσχοντα
  4. πάσχοντα από σακχαρώδη διαβήτη – νεφροπάθεια αιμοσφαιρινοπάθεια
  5. ευρισκόμενα σε ανοσοκαταστολή (χημειοθεραπεία – μεταμόσχευση οργάνων)
  6. στους Λειτουργούς Yγείας (Iατροί – Nοσηλευτές – Kοινωνικοί Λειτουργοί).

O εμβολιασμός πρέπει να γίνεται κάθε χρόνο, για να διατηρείται ανοσία στα σύγχρονα στελέχη του ιού της γρίππης, πάντοτε στην αρχή του φθινοπώρου, πριν αρχίσουν οι εξάρσεις της γρίππης.

*Ο Σταύρος Σ. Μπεσμπέας είναι Καθηγητής Χειρουργικής και τέως Πρόεδρος της Ελληνικής Αντικαρκινικής Εταιρείας

(Πηγή: cancer-society.gr)

Share
Κατηγορίες: ΕΙΔΗΣΟΥΛΕΣ. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.