Πλεονέκτημα η παιδική διγλωσσία, υποστηρίζουν οι ειδικοί

Η διεύρυνση των δυνατοτήτων επικοινωνίας και σκέψης και η ενίσχυση της γνωστικής ικανότητας είναι μερικά μόνο από τα πλεονεκτήματα που αποκτούν τα δίγλωσσα παιδιά.

Την ίδια στιγμή, όλο και περισσότεροι γονείς, μη όντας οι ίδιοι δίγλωσσοι, «σπρώχνουν» τα παιδιά τους σε τέτοια σχολεία, προκειμένου να αποκομίσουν τα οφέλη από την άριστη χρήση της δεύτερης γλώσσας.

Τα δίγλωσσα παιδιά προέρχονται στην πλειοψηφία τους από μικτές οικογένειες ή οικογένειες μεταναστών, που για λόγους ένταξης στην κοινωνία ή για τη διατήρηση της μητρικής/πατρικής καταγωγής τους, διατηρούν την επαφή και με τις δύο γλώσσες.

Ωστόσο, τα πλεονεκτήματα της διγλωσσίας μετατρέπονται σε μειονεκτήματα, όταν τα παιδιά αυτά εντάσσονται στη τάξη ενός ελληνικού σχολείου, οι δάσκαλοι του οποίου δεν έχουν την κατάλληλη επιμόρφωση να αντιμετωπίσουν την ετερογένεια και να ενσωματώσουν τους δίγλωσσους μαθητές.

Το θέμα της παιδικής διγλωσσίας βρέθηκε στο επίκεντρο εκδήλωσης, που διοργάνσε το Τμήμα Επιστημών Προσχολικής Αγωγής και Εκπαίδευσης (ΤΕΠΑΕ) της Παιδαγωγικής Σχολής του ΑΠΘ, σε συνεργασία με το Γαλλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης, στους χώρους του Γαλλικού Ινστιτούτου.

Στο πλαίσιο της εκδήλωσης, γονείς και εκπαιδευτικοί ενημερώθηκαν για τη διαχείριση και αξιοποίηση της διγλωσσίας και της επαφής των γλωσσών, ενώ δημιουργήθηκαν δύο ομάδες εργασίας για τις οικογένειες με μικτή ή ξένη καταγωγή και για τα εκπαιδευτικά ζητήματα.

Σύμφωνα με την επίκουρη καθηγήτρια στο ΤΕΠΑΕ και υπεύθυνη έκδοσης του περιοδικού «Πολύδρομο» για τη διγλωσσία, Ρούλα Τσοκαλίδου, τα δίγλωσσα παιδιά μπορούν ευκολότερα να μάθουν μία τρίτη ή τέταρτη γλώσσα, ενώ έχουν μία πολυπολιτισμικότερη προσέγγιση στα πράγματα, εξοικειώνονται με διαφορετικούς τρόπους σκέψης και έχουν περισσότερες επαγγελματικές και οικονομικές δυνατότητες, από ό,τι ένα μονόγλωσσο παιδί.

«Αυτοί είναι και οι λόγοι που πολλοί γονείς στην Ελλάδα, παρ όλο που δεν είναι οι ίδιοι δίγλωσσοι, στέλνουν τα παιδιά τους σ ένα δίγλωσσο σχολείο (π.χ. γερμανικό, γαλλικό σχολείο), θέλοντας να τους ανοίξουν μία πόρτα για το μέλλον τους», είπε χαρακτηριστικά η κ.Τσοκαλίδου.

Η ίδια απέρριψε ως μύθους τις απόψεις ότι τα δίγλωσσα παιδιά καθυστερούν στη γλωσσική παραγωγή ή ότι μπερδεύουν τις γλώσσες και εμφανίστηκε θετική στην ενθάρρυνση εκμάθησης ξένης γλώσσας από την κατάλληλη ηλικία.

«Αυτό είναι ένα στάδιο που περνάει γρήγορα. Η εναλλαγή των γλωσσικών κωδίκων γίνεται κατ’ επιλογή των παιδιών, τα οποία ξέρουν πότε πρέπει να χρησιμοποιήσουν τον καθένα», διευκρίνισε.

Αν και τα οφέλη της διγλωσσίας είναι αποδεκτά, τα δίγλωσσα παιδιά στα ελληνικά σχολεία αποτελούν αφορμή εκδήλωσης ρατσισμού από τους υπόλοιπους μαθητές, εξαιτίας των ιδιαιτεροτήτων τους (π.χ. μιλούν σπαστά ελληνικά, έχουν άλλες συνήθειες κ.α.), ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις και οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στην ετερότητα της τάξης.

Σήμερα, σχεδόν σε κάθε σχολική τάξη, φοιτούν 1-4 δίγλωσσα παιδιά διαφορετικών εθνικοτήτων (στην πλειοψηφία τους από Αλβανία, Ρωσία, Τουρκία, Ρομά).

«Υπάρχει μία αντίφαση, μία σύγχυση στους δασκάλους μεταξύ των θεωρητικών τους απόψεων για τη διγλωσσία και των πρακτικών που ασκούν μέσα στην τάξη», δήλωσε η καθηγήτρια Αγγλικών, υποψήφια διδάκτωρ του ΤΕΠΑΕ, Αναστασία Γκαϊνταρτζή.

Σύμφωνα με έρευνα που διενήργησε (2007-09) σε δημοτικό και νηπιαγωγείο του Βόλου, με τη μέθοδο συνεντεύξεων και παρατήρησης σε μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικούς, διαπιστώνεται ότι οι δάσκαλοι είναι μεν θετικοί απέναντι στη διγλωσσία, στις θεωρητικές τους θέσεις, ωστόσο, στη διδασκαλία τους ασκούν αφομοιωτικές πρακτικές, καθώς πιστεύουν ότι η διγλωσσία δεν αποτελεί δικό τους έργο, αλλά της οικογένειάς τους.

«Αφήνουν τη διγλωσσία έξω από την τάξη», είπε χαρακτηριστικά η κ.Γκαϊνταρτζή.

Η ίδια χαρακτήρισε αναγκαία την επιμόρφωση των δασκάλων στη διαπολιτισμική αγωγή και αναφέρθηκε σε καινοτόμες πρακτικές σε μία τάξη γύρω από τη διγλωσσία, όπως τη δυνατότητα να αναπτύσσουν τα παιδιά τα προσωπικά τους πορτραίτα, να αναφέρονται σε πολιτισμικά στοιχεία της οικογένειάς τους, να παρουσιάζουν στοιχεία της γλώσσας τους, των εθίμων των οικείων τους προσώπων κ.α.

«Αντίστοιχη εργασία μπορεί να γίνει και με τους μονόγλωσσους μαθητές, καθώς η πολιτισμική ή γλωσσική ετερότητα (διάλεκτοι) ποικίλουν και εντός της ελληνικής κοινωνίας», κατέληξε.

(ΠΗΓΗ: ΑΠΕ)

Share
Κατηγορίες: Η ελληνική γλώσσα. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.