Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΘΝΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΧΟΛΗ

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΘΝΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΧΟΛΗ

Γράφει ο Φώτης Ρήνας

Στις αρχές του 20ου αιώνα, οι Έλληνες συνθέτες, συνειδητά και με συνέπεια θέτουν το ζήτημα της δημιουργίας εθνικής μουσικής. Η επιθυμία δηλαδή για μια μουσική γλώσσα με εθνικό χαρακτήρα, υπήρξε ουσιαστικά και ο λόγος που οδήγησε στη δημιουργία της Ελληνικής Εθνικής Μουσικής Σχολής.

Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα κύριοι φορείς της μουσικής εξέλιξης στην Ευρώπη ήταν η Ιταλία, η Γαλλία, η Αγγλία και οι γερμανόφωνες χώρες. Το ξύπνημα της εθνικής συνείδησης  και η ανάδειξη της ελευθερίας ως υπέρτατου ιδανικού από τη Γαλλική Επανάσταση  και στη συνέχεια το πνευματικό κίνημα του ρομαντισμού, δημιούργησαν τις προϋποθέσεις γένεσης  εθνικών μουσικών σχολών στην Ευρώπη, όπως η ρώσικη [με τον Γκλίνκα και την περίφημη ομάδα των «πέντε»], η τσέχικη [Σμέτανα και Ντβόρζακ], η ισπανική [Αλμπένιζ], η νορβηγική [Γκριγκ], η φιλανδική [Σιμπέλιους], και άλλες, θ’ αποτελέσουν παραδείγματα προς μίμηση για τους Έλληνες συνθέτες .

Άλλοι παράγοντες, που συνέβαλαν ή επηρέασαν το έργο τους, πέρα από τις διάφορες εθνικές μουσικές σχολές της Ευρώπης, ήταν το πνευματικό έργο της εποχής και κυρίως η ποίηση (Κωστής Παλαμάς, Άγγελος Σικελιανός κ.ά.), τα περιοδικά της εποχής (»Νουμάς»), το θέατρο (Βασιλικό, Νέα Σκηνή του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου). Αλλά και οι επτανήσιοι μουσικοί, οι οποίοι δραστηριοποιήθηκαν και στην Αθήνα για τη διάδοση της ευρωπαϊκής μουσικής με την ίδρυση διάφορων μουσικών σωματείων ή ιδιωτικών σχολών συνέβαλαν σημαντικά. Ενώ η συστηματοποίηση της μουσικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα, αρχίζει με την ίδρυση του Ωδείου Αθηνών το 1871.

Η νεοελληνική όμως μουσική σχολή, στα πρώτα της βήματα, δεν είχε να στηριχθεί σε μια δική της έντεχνη παράδοση. Η μόνη μουσική πραγματικότητα, που θα χρησιμεύσει ως βάση στο έργο των συνθετών της, είναι το δημοτικό τραγούδι και η βυζαντινή μελωδία, με τους ιδιότυπους τρόπους (κλίμακες) και τη μεγάλη ρυθμική ποικιλία ( χρήση  μέτρων  5/8, 7/8), αυτά είναι τα στοιχεία, που θα σμιλευτούν με  τη  δυτικοευρωπαϊκή  τεχνική  σύνθεσης. Αυτό βέβαια ενείχε συγκεκριμένο περιορισμό για τους Έλληνες δημιουργούς, που ήταν η μονοφωνία αυτών των δύο ελληνικών πηγών.

Έτσι στις αρχές του 20ου αιώνα, δίπλα στις άλλες μουσικές σχολές, θα προστεθεί και η ελληνική, με κοινά βασικά χαρακτηριστικά όπως: 1) τη χρησιμοποίηση λαϊκών τραγουδιών και μοτίβων που συνήθως δεν στηρίζονται στην ευρωπαϊκή μείζονα και ελάσσονα κλίμακα, 2) τη μεγάλη ρυθμική ποικιλία και τη συχνή χρήση καινούργιων μέτρων (5/8, 7/8 κ.ά.) και 3) την ιδιότυπη αρμονική γλώσσα, απόρροια των νέων κλιμάκων (τρόπων).

Οι πρώτοι συνθέτες που με το έργο τους θεμελιώνουν τη νεοελληνική Εθνική μουσική σχολή, γύρω στην πρώτη με δεύτερη δεκαετία του 1900, είναι οι: Διονύσιος Λαυράγκας, Γεώργιος Λαμπελέτ, Μανώλης Καλομοίρης, Μάριος Βάρβογλης και Αιμίλιος Ριάδης. Οι Έλληνες δημιουργοί στην προσπάθειά τους να συμβάλλουν αποφασιστικά στην ανάπτυξη της μουσικής στην Ελλάδα, πέρα από το έργο τους στη σύνθεση, επεκτείνουν τη δράση τους στη μουσική εκπαίδευση, τη συλλογή, μελέτη και εναρμόνιση δημοτικών τραγουδιών, τη δημιουργία μελοδραματικής κίνησης, την αρθρογραφία σε περιοδικά και εφημερίδες της εποχής και γενικά στην με κάθε τρόπο προβολή και στήριξη της ελληνικής μουσικής ιδέας.

Πρώτος ο Γεώργιος Λαμπελέτ ( Κέρκυρα  1875 – Αθήνα  1945), ο  οποίος  παρακινεί με τη μελέτη του «H Εθνική Μουσική» τους Έλληνες μουσουργούς να εμπνευστούν από το δημοτικό τραγούδι γιατί όπως δηλώνει «η δημοτική μούσα στη ποίηση και στη μουσική μας, παρουσιάζει ολόκληρη τη σύγχρονη ελληνική ψυχή». Παράλληλα τους ωθεί να καλλιεργήσουν την ελληνική μελωδία εφαρμόζοντας τεχνικές ευρωπαϊκού τύπου όπως η πολυφωνία και η τεχνική ανάπτυξής της με βάση την αντίστιξη και τη φούγκα. Πιστεύει ότι έτσι η μουσική που θα δημιουργηθεί θα είναι η αληθινή εθνική μουσική του μέλλοντος. Το έργο του, όχι ογκώδες σε ποσότητα, χαρακτηρίζεται από τη χρήση δημοτικοφανών μελωδιών με απλή  αρμονική  επένδυση. Μεγάλη όμως υπήρξε η θεωρητική εργασία που μας άφησε με μελέτες  όπως:  «Ο  εθνικισμός στην τέχνη και η ελληνική δημώδης μουσική» (θεωρητικό σύγγραμμα στο  περιοδικό »Επιφυλλίδες», Ιούνιος 1928),  «Η  Νεοελληνική μουσική και η θεωρητική και αισθητική υπόστασή της» (1942), «Η Ελληνική δημώδης μουσική» (1933) κ.ά.

Ο άλλος Επτανήσιος – απ’ την Κεφαλονιά –  πρωτεργάτης της Ελληνικής Εθνικής Μουσικής Σχολής, Διονύσιος  Λαυράγκας ( 1860-1941) αφήνει ανεξίτηλη τη σφραγίδα του στον  τομέα του ελληνικού μελοδράματος. [Ο όρος Μελόδραμα χρησιμοποιήθηκε στον ελληνικό χώρο σαν ταυτόσημος με τον όρο Όπερα]. Ίδρυσε μαζί με το Λουδοβίκο Σπινέλη το «Ελληνικό  Μελόδραμα», με την πρώτη παράσταση να ανεβαίνει το 1900. Ακολούθησε σειρά περιοδειών σ΄ όλη την Ελλάδα με ξένα και ελληνικά έργα. Στη συμφωνική μουσική, ο Λαυράγκας  συνέθεσε επίσης το πρώτο συμφωνικό έργο της Ελληνικής Εθνικής Σχολής, την «Πρώτη Σουίτα», βασισμένη σε ελληνικά δημοτικά μουσικά θέματα, που εκτελέστηκε στις 8-3-1904, στο  Ωδείο Αθηνών. Η  λέξη «Πρώτη» στον τίτλο δεν είναι τυχαία,  επιχειρεί  να  σηματοδοτήσει την έναρξη μιας νέας πρωτοπορίας, μιας νέας εποχής. Το δε άλλο γνωστό του έργο, «Τα δυο  αδέλφια»  παίρνει τον τίτλο του πρώτου μελοδραματικού έργου  ελληνικής  δημιουργίας με  μοτίβα από το ελληνικό  δημοτικό  τραγούδι, χρήση των  μέτρων 5/8, 7/8 και ελληνική  θεματολογία. Ανέβηκε στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών το 1900. Επίσης, ευτύχησε να δει ολοκληρωμένο το όνειρο της ζωής του, την ίδρυση της Εθνικής Λυρικής Σκηνής (1939).

Στους προαναφερθέντες συνθέτες είναι εμφανείς οι ιταλικές επιδράσεις (προβολή του μελωδικού στοιχείου, έλλειψη στιβαρής  συμφωνικής πλοκής), λιγότερο στον πρώτο και  περισσότερο στον δεύτερο, κάτι που εξηγείται από την επτανησιακή τους καταγωγή. Τέτοιου είδους επιδράσεις σαφώς δεν χαραχτηρίζουν το έργο των τριών άλλων θεμελιωτών της  Σχολής: Καλομοίρη, Βάρβογλη, Ριάδη.

Ο  «γενάρχης» της Ελληνικής Εθνικής Μουσικής Σχολής Μανώλης  Καλομοίρης (Σμύρνη  1883 – Αθήνα  1962), από μικρός δέχτηκε τη γόνιμη επίδραση του ελληνικού δημοτικού  τραγουδιού μέσα στο οικογενειακό του περιβάλλον. Γεννημένος στη Σμύρνη και με σπουδές στη Βιέννη είναι εκείνος που ονειρεύτηκε να δημιουργήσει μια αληθινά εθνική μουσική βασισμένη από τη μία στα δημοτικά μας τραγούδια και από την άλλη στολισμένη με τα τεχνικά μέσα των λαών της Ευρώπης και κυρίως των Γερμανών, Γάλλων, Ρώσων και Νορβηγών. Η πλούσια συνθετική δημιουργία του, είναι έντονα επηρεασμένη από τους θρύλους, την ποίηση και τον έντεχνο νεοελληνικό λόγο (Καζαντζάκης, Σικελιανός, Παλαμάς, Χατζόπουλος). Οι  εθνικοί συνθέτες έδειξαν προτίμηση στις μουσικές μορφές με ποιητικό ή άλλο προγραμματικό περιεχόμενο. Αναφέρουμε ενδεικτικά τίτλους έργων του Καλομοίρη με σαφή  αυτοπροσδιορισμό, τους κόλπους της Ελληνικής Εθνικής Μουσικής Σχολής, όπως «Ρωμαίικη Σουίτα» (1907), «Τρεις ελληνικοί χοροί» ( έργο για ορχήστρα, 1934),  «Η Συμφωνία της  Λεβεντιάς» , στο τέταρτο μέρος της οποίας ενσωματώνεται ο γνωστός βυζαντινός ύμνος  «Τη Υπερμάχω», τραγουδημένος από μεικτή χορωδία ( 1920), «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος» (μουσική τραγωδία σε 3 πράξεις,1961).

Το 1911 ο Καλομοίρης αναλαμβάνει χρέη καθηγητή στο Ωδείο Αθηνών. Το 1919 ιδρύει και διευθύνει το Ελληνικό Ωδείο, έως το 1926. Το 1926 ιδρύει και διευθύνει το Εθνικό Ωδείο έως το 1948. Ο Καλομοίρης προετοίμασε το έδαφος για τα ιδιωτικά ωδεία (που επίσημα είναι αναγνωρισμένα ως σχολές μέσης εκπαίδευσης). Από το 1966 και εφεξής αυτά αυξάνονται, ξεπερνώντας σήμερα τα 500 σε όλη την Ελλάδα. Κατά τις δεκαετίες του ’80 και του ’90 ιδρύονται Τμήματα Μουσικών Σπουδών στα πανεπιστήμια Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Κέρκυρας, ωστόσο τα σχέδια για τη δημιουργία μιας κρατικής μουσικής ανώτατης ακαδημίας μένουν ανολοκλήρωτα. Ήδη από τη δεκαετία του 1920 ο Καλομοίρης, που προωθούσε τη μουσική του και αυτή των ομοϊδεατών του, συμφιλιώνεται με το Ωδείο Αθηνών. Εκτός από το πλούσιο συνθετικό του έργο, ο Καλομοίρης έγραψε και μουσικές μελέτες, καθώς και μουσικοπαιδαγωγικά βιβλία.

Εξίσου σημαντική μουσική παρουσία ο Μάριος Βάρβογλης (Βρυξέλλες 1885 – Αθήνα 1967), σύγχρονος  του  Καλομοίρη και συνδημιουργός της Εθνικής Μουσικής Σχολής. Οι δύο συνθέτες συναντώνται για πρώτη φορά στο περιοδικό »Νουμάς», που την εποχή εκείνη είχε ενώσει όλους τους πρωτοπόρους εργάτες του πνεύματος: ποιητές, λογοτέχνες, μουσικούς. Επηρεασμένος κυρίως από τη Γαλλική μουσική, λόγω σπουδών, το έργο του χαρακτηρίζουν η κομψότητα, το μέτρο και η απλότητα. Γνωστά έργα του το  «Ελληνικό καπρίτσιο  για  βιολοντσέλο και  ορχήστρα» (1914),  «Πρελούντιο  και  φούγκα  πάνω σε βυζαντινό θέμα για εκκλησιαστικό όργανο» (1953) «Να ζει το Μεσολόγγι»  (μουσική  σκηνής ).

Εν συνεχεία ο Αιμίλιος Ριάδης (Θεσσαλονίκη 1886 -1935), μελέτησε πιάνο και θεωρητικά με το Δημήτρη Λάλλα, μαθητή και φίλο του Βάγκνερ και αργότερα σπούδασε στη Μουσική  Ακαδημία του Μονάχου. Στο Παρίσι τελειοποίησε τις σπουδές του και γνωρίστηκε με άλλους εκπροσώπους της νεότερης γαλλικής σχολής, όπως τους Ραβέλ, Σαρπαντιέ και Ντεμπισσί. Η  γνωριμία του αυτή  είχε ως αποτέλεσμα την επίδραση της γαλλικής  σχολής στη διαμόρφωση του συμφωνικού ύφους του συνθέτη. Η μελωδική γραμμή των τραγουδιών του με συνοδεία πιάνου, είδος που καλλιέργησε ιδιαίτερα, χαρακτηρίστηκε «κράμα ανατολίτικης ηδυπάθειας και δυτικού μέτρου». Ενδεικτικοί τίτλοι έργων του: «Δυο ρωμαίικοι χοροί» (για  πιάνο), «Ιερά Λειτουργία του Ιωάννου του Χρυσοστόμου» (για ανδρική και παιδική χορωδία ), «Τα Εγκώμια» (από την Ακολουθία της Μ. Παρασκευής, για μεικτή χορωδία) κ.ά.

Από την άλλη το έργο του συνθέτη Δημήτρη Λεβίδη (1886-1951) το χαρακτηρίζει η συστηματική μελέτη των αρχαίων ελληνικών και ανατολικών κλιμάκων, δημιουργώντας μια ιδιόρρυθμη αρμονική γλώσσα, με έξοχες αντιστικτικές επινοήσεις και ηχοχρώματα.

Ακόμα ένας συνθέτης που ακολουθεί τις τάσεις της Εθνικής Μουσικής Σχολής, ο Γεώργιος Σκλάβος (1888-1976), έγραψε κυρίως όπερες και σκηνική μουσική. Επίσης, χρημάτισε διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής από το 1946 έως το 1949.

Το δρόμο που χάραξαν οι πρωτεργάτες της Ελληνικής Εθνικής Σχολής, θα ακολουθήσει μια σειρά συνθετών που ακολούθησε την παράδοση της Σχολής όπως: ο Πέτρος Πετρίδης, ο Γεώργιος Πονηρίδης, ο Θεόδωρος Σπάθης, ο Ανδρέας Νεζερίτης, ο Αντίοχος Ευαγγελάτος, ο Θεόδωρος Καρυωτάκης, ο Γιάννης Κωνσταντινίδης, ο Μενέλαος Παλλάντιος, ο Λώρης Μαργαρίτης, ο Αγαμέμνων Μουρτζόπουλος, ο Κύπριος Σόλωνας  Μιχαηλίδης και αρκετοί άλλοι, που άφησαν τη δική τους προσωπική σφραγίδα στη λόγια ελληνική μουσική δημιουργία.

M.ΚΑΛΟΜΟΙΡΗΣ: ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΗΣ ΛΕΒΕΝΤΙΑΣ (4ο μέρος)

Η ΓΙΟΡΤΗ – ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΑΜΠΕΛΕΤ – ΜΑΝΤΖΑΡΟΣ

ΠΡΕΛΟΥΔΙΟ – ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΛΑΥΡΑΓΚΑΣ

ΠΟΙΜΕΝΙΚΗ ΣΟΥΙΤΑ ΧΟΡΟΣ –  ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ

(πηγές:  ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ KARL NEF,  ΜΟΥΣΙΚΗ ΓΙΑΝΝΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ,  http://www.romiossini.com/articles.php?lid=546,  Βικιπαίδεια)

Share
Κατηγορίες: ΕΚ-ΠΑΙΔΕΥΩ ΜΕΛΩΔΙΚΑ, ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.