Η ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΧΟΛΗ [1771-1900]

Γράφει ο Φώτης Ρήνας

Την εποχή της απελευθέρωσης απ’ τον τουρκικό ζυγό, η μουσική της Δυτικής Ευρώπης ήταν στη χώρα μας σχεδόν τελείως άγνωστη. Το μοναδικό είδος μουσικής που γνώριζαν οι Έλληνες μέχρι τότε, ήταν τα δημοτικά τραγούδια και οι χοροί, καθώς και η μεταβυζαντινή μουσική της Εκκλησίας. Τα είδη των δημοτικών τραγουδιών καλύπτουν τις πνευματικές και καθημερινές ανάγκες του λαού. Εξαίρεση αποτελούν μόνο τα Ιόνια Νησιά.

Τα Επτάνησα βρίσκονταν υπό ενετική (1386-1797), γαλλική (1797-1814) και στη συνέχεια βρετανική (1814-1864) κυριαρχία, πριν από την ένωσή τους με την Ελλάδα. Μετά λοιπόν από τετρακόσια χρόνια ενετικής κατοχής, ήταν φυσικό, όχι μόνο να γνωρίσουν, αλλά και να δεχτούν την επίδραση του μουσικού πολιτισμού της Ιταλίας, να αναπτύξουν τη Λόγια Δυτική Μουσική πριν την Ελληνική Απελευθέρωση και να αποτελέσουν το λίκνο της μετέπειτα Λόγιας Δυτικής Μουσικής στην Ελλάδα. Αν και η πρώτη όπερα παρουσιάστηκε το 1733 στο Teatro San Giacomo στην Κέρκυρα, μόλις το 1771 έχουμε τις πρώτες εκτελέσεις που οδηγούν στην ανάπτυξη μιας μουσικής παράδοσης που επεκτείνεται σε Ζάκυνθο, Κεφαλονιά, Λευκάδα και, μετά από το 1830, στην ηπειρωτική Ελλάδα. Συνεπώς, θα πρέπει να θεωρείται σημείο εκκίνησης της λόγιας δυτικής μουσικής στην Ελλάδα το έτος 1771.

Από τις αρχές του 19ου αιώνα άρχισαν να ιδρύονται Φιλαρμονικές Εταιρείες – αρχικά από Ιταλούς – στην Ζάκυνθο, την Κεφαλονιά και την Κέρκυρα, παίζοντας σημαντικό ρόλο στην μουσική εκπαίδευση των κατοίκων των Ιονίων νήσων, σύμφωνα με τα ιταλικά πρότυπα. Επίσης, η επικοινωνία των Επτανήσων με την Ιταλία, η ανάπτυξη του εμπορίου, οι μελοδραματικοί θίασοι, που κάθε χρόνο έκαναν στα νησιά την επίσκεψή τους, συνετέλεσαν στο να αναπτυχθεί σε αυτά μια αξιόλογη μουσική κίνηση και να δημιουργηθεί μια πλούσια σχετική μουσική παράδοση, που ονομάστηκε επτανησιακή μουσική σχολή. Σε αυτήν ανήκουν όλοι οι πρώτοι επώνυμοι Έλληνες συνθέτες, με σημαντικότερο τον Κερκυραίο Νικόλαο Χαλκιόπουλο Μάντζαρο (1795-1872). Έργα του Μάντζαρου «συγγενικά» με τις όπερες, δόθηκαν στην Κέρκυρα και τη Λευκάδα, σε εορταστικές γιορτές το 1832 και 1833.Το 1829 συνθέτει τον Ύμνον εις την Ελευθερίαν, σε ποίηση Δ. Σολωμού, ο οποίος καθιερώθηκε το 1865 ως Ελληνικός Εθνικός Ύμνος.

Ο μαθητής του Μάντζαρου Σπύρος Ξύνδας (1814-1896), είναι ο συνθέτης του πρώτου ελληνικού Μελοδράματος (Όπερας) με Ελληνικό Λιμπρέτο: »Ο Υποψήφιος Βουλευτής» (1857). Ο Εδουάρδος Λαμπελέτ (1820-1903), ο Γεώργιος Λαμπίρης (1833-1889) και άλλοι, κατάγονται από την Κέρκυρα, ενώ ο Παύλος Καρρέρ (1829-1896), συνθέτης του Μελοδράματος »Μάρκος Μπότσαρης» κατάγεται από τη Ζάκυνθο, (επίσης μαθητής του Μάντζαρου).

Μερικά από τα εμπόδια που συναντούν οι Επτανήσιοι συνθέτες στην ηπειρωτική Ελλάδα καταγράφονται στα απομνημονεύματα του Καρρέρ: αδιαφορία των πολιτικών και κατά περιόδους ανοικτή εχθρότητα. Το 1861, για παράδειγμα, ο μελλοντικός Αρχιεπίσκοπος της Αθήνας προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να υπονομεύσει την πρεμιέρα της όπερας Μάρκος Μπότσαρης του Καρρέρ. Άλλοι μαθητές του Μάντζαρου ήταν οι: Αντώνιος Καπνίσης, Φραγκίσκος Δομενεγίνης, Σουζάνα Νεράντζη κ.ά.

Τα έργα των Επτανήσιων συνθετών ήταν φυσικά, βαθειά επηρεασμένα απ’ την ιταλική μουσική, και κατά το ιταλικό πρότυπο, ήταν κατά κανόνα έργα μελοδραματικά. Ωστόσο, τόσο στα έργα του Καρρέρ, όσο και λίγο αργότερα, στα έργα του κερκυραίου Σπύρου Σαμάρα (1861-1917), ακούγονται για πρώτη φορά »ελληνικότεροι» ήχοι. Ο Σαμάρας, (ο οποίος υπήρξε ένας από τους διαπρεπέστερους Έλληνες συνθέτες και ο κορυφαίος συνθέτης της Επτανησιακής Σχολής, διακρίθηκε στο χώρο της όπερας), κατάκτησε με τα μελοδράματά του: »Φλόρα Μιράμπιλις», »Μάρτυς», »Ρέα» κ.ά. θριαμβευτική επιτυχία στα ιταλικά λυρικά θέατρα, καθώς και διεθνή φήμη. Στα τελευταία του έργα χρησιμοποιεί συχνά σαν θέματα ελληνικές μελωδίες, δηλαδή αυτούσια ή παραλλαγμένα δημοτικά τραγούδια.

Την ίδια (ιταλική) επίδραση βρίσκουμε και στη λαϊκή μουσική της Επτανήσου, την καντάδα και το λαϊκό της τραγούδι.

Οι Επτανήσιοι συνθέτες κατηγορήθηκαν αργότερα δριμύτατα από εκπροσώπους της Εθνικής Σχολής, ότι, παρόλο που εμπνέονταν από την Επανάσταση του 1821 και άλλα εθνικά θέματα, δεν μπόρεσαν να δώσουν «ελληνικό χαρακτήρα» στη μουσική τους, παραμένοντας σε μια στείρα μίμηση της αντίστοιχης ιταλικής. Τα τελευταία χρόνια, έπειτα από διάφορες μουσικολογικές έρευνες (π.χ. Γ. Λεωτσάκου) που είχαν ως αποτέλεσμα την ανεύρεση πολλών χαμένων έργων Επτανησίων συνθετών, αρχίζει να επανεκτιμάται η εν πολλοίς αδικημένη Επτανησιακή Μουσική Σχολή. Αποδεικνύεται μάλιστα ότι η μουσική γλώσσα των Επτανησίων διαθέτει ένα ιδιαίτερο μεσογειακό χρώμα και ακόμη ότι Εθνική μουσική σχολή προϋπήρχε στα Επτάνησα ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα η «Ανατολική Συμφωνιά» του Μάντζαρου, «Το Ξύπνημα του Κλέφτη» (έργο για πιάνο) του Ιωσήφ Λιβεράλη (1820-1899), η «Δέσπω» του Καρρέρ (όπερα) κ.ά, έργα που βρίθουν ελληνικότητας. Η άγνοια του έργου αυτών των προικισμένων συνθετών οδήγησε σε εντελώς λανθασμένα συμπεράσματα και επιπόλαιες κριτικές, που δίχασαν και διχάζουν την ελληνική μουσική, στερώντας της μία από τις ωραιότερες μουσικές σελίδες της, την επτανησιακή. Στο Νικόλαο Μάντζαρο χρεώθηκε συχνά ακαδημαϊσμός και ιταλισμός. Ωστόσο αποδεικνύεται πως οι επιρροές που είχε δεχθεί ξεπερνούσαν τα όρια της Ιταλιάς. Μουσικά του έργα μπορούν κάλλιστα να συγκριθούν με έργα Γάλλων και Αυστριακών κλασικών συνθετών.

Έπειτα το κριτήριο της ελληνικότητας της μουσικής που έθετε η εθνική μουσική σχολή δεν ήταν ποτέ ξεκάθαρο ή μετρήσιμο και θεωρείται σήμερα αντικείμενο μουσικολογικής έρευνας.

Μεγάλη υπήρξε η συμβολή της Επτανήσου και στον παιδαγωγικό τομέα. Στην Επτάνησο καλλιεργήθηκαν οι πρώτοι έλληνες επαγγελματίες μουσικοί. Πραγματικά φυτώρια μουσικής οι φιλαρμονικές της, τροφοδότησαν, από την εποχή του Όθωνα έως σήμερα, με μουσικούς – ιδιαίτερα των πνευστών οργάνων – τις στρατιωτικές μουσικές, τις φιλαρμονικές των Δήμων και τις διάφορες άλλες ορχήστρες της ηπειρωτικής Ελλάδας.

Το 1839, η απαγόρευση από τις βρετανικές αρχές της συμμετοχής στρατιωτικών φιλαρμονικών στις ξένες θρησκευτικές τελετές οδήγησε στην ίδρυση της Φιλαρμονικής Εταιρείας της Κέρκυρας (1840) – το πρώτο ελληνικό ωδείο – που από την ίδρυσή της, δίδαξε πιάνο, αντίστιξη και σύνθεση ο Νικόλαος Μάντζαρος, ο οποίος εκλέχτηκε ισόβιος πρόεδρός της. Επίσης ξεχωριστή θέση για την παιδαγωγική της δράση, είχε και η Φιλαρμονική Εταιρεία »Ο Μάντζαρος» (1890).

Το 1893 κατασκευάζεται το Δημοτικό Θέατρο Κέρκυρας κατά τα πρότυπα της Σκάλας του Μιλάνου. Είναι λυπηρό το γεγονός ότι οι περισσότερες από τις όπερες των πρώτων επτανήσιων συνθετών είτε χάθηκαν, είτε διασκορπίστηκαν εξαιτίας βομβαρδισμών (στο Δημοτικό Θέατρο της Κέρκυρας, 1943), είτε των σεισμών στα Επτάνησα το 1953.

Άλλοι επτανήσιοι συνθέτες ήταν οι: Αντώνιος Λιβεράλης (1814-1842), Δομένικος Παδοβάνης (1817-1892), Νικόλαος Τζανής – Μεταξάς (1825-1907), Ιωσήφ Καίσαρης (1845-1923), Σπυρίδων Καίσαρης (1857-1946), Διονύσιος Ροδοθεάτος (1849-1892), Σπυρίδων Σπάθης (1852-1941), Ναπολέον Λαμπελέτ (1864-1932), Λαυρέντιος Καμηλιέρης (1874-1956), κ.ά.

Η Επτανησιακή Σχολή αποτελεί ένα ιδιαίτερο φαινόμενο στο χώρο της Μεσογείου.

Η Στιγμη Τωρα Προβαινει – Ν.Χ. ΜΑΝΤΖΑΡΟΣ

«Εγέρασα μωρές παιδιά» («O gero Dimos») PAVLOS KARRER – Markos Botsaris

Η Μάρτυς / La Martire – Intermezzo «Romaniesca» (1894)

(πηγές: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ KARL NEF, ΜΟΥΣΙΚΗ ΓΙΑΝΝΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Βικιπαίδεια, http://www.musicportal.gr)

Share
Κατηγορίες: ΕΚ-ΠΑΙΔΕΥΩ ΜΕΛΩΔΙΚΑ, ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.