Η ΑΣΤΙΚΗ ΛΑΪΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ – ΤΟ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ (2° μέρος)

Γράφει ο Φώτης Ρήνας

Το ρεμπέτικο είναι τραγούδι «της παρέας». Μπορεί να τραγουδηθεί από οποιονδήποτε, χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις και φωνητικές ικανότητες και προσκαλεί τον ακροατή να τραγουδήσει μαζί με τους εκτελεστές, που δεν είναι «φίρμες», αλλά απλοί άνθρωποι σαν κι’ αυτόν.

Ακολουθεί κλίμακες και τρόπους «δρόμους» που προέρχονται από τους Βυζαντινούς ήχους, με ονόματα από το αντίστοιχο αραβικό σύστημα των μακάμ, που και τα δυό σχετίζονται με τους αρχαίους ελληνικούς τρόπους.

Χαρακτηρίζεται από ελεύθερες εκφραστικές εισαγωγές και δεξιοτεχνικούς αυτοσχεδιασμούς (ταξίμια), παθιάρικο μελωδικό τραγούδι με γεμίσματα από το μπουζούκι, ενώ ο μπαγλαμάς συνοδεύει με στακάτο. Σαφώς έχει και δυτικά στοιχεία, το ύφος του όμως διαφέρει από το δυτικοευρωπαικό τραγούδι και δεν περιορίζεται από τις κλίμακες και τους κανόνες της δυτικής αρμονίας, ούτε από τους ρυθμούς και φόρμες της δυτικής μουσικής.

Η δύναμή του στηρίζεται κυρίως στη μελωδική γραμμή, ενώ ο ρυθμός και η αρμονία απλά τη στηρίζουν και την παρακολουθούν διακριτικά και με σεβασμό. Η μελωδία δεν είναι αυστηρά τροπική και εκτός από τους λαϊκούς «δρόμους» χρησιμοποιεί και τους επικρατήσαντες στη δυτική μουσική μείζονα και ελάσσονα τρόπους. Ο ρυθμός είναι ομοιόμορφος και στηρίζεται σε λαϊκούς χορούς. Η αρμονία δεν υπερτονίζεται και οι εναλλαγές των ακόρντων υπαγορεύονται από την εξέλιξη της μελωδίας.

H λέξη ρεμπέτης και ρεμπέτικο προέρχονται πιθανότατα από την τουρκική γλώσσα (ρεμπέτ = ανυπότακτος) ή από τη σερβική (ρεμπέτ = με την έννοια του αντάρτη) ή ίσως από τη βενετική rebelo (αντάρτης) και την ισπανική rebelde (αντάρτης, επαναστάτης).

Πρώτος συστηματικός μελετητής του φαινομένου υπήρξε ο ερασιτέχνης λαογράφος Hλίας Πετρόπουλος, ο οποίος την άνοιξη του 1968 εξέδωσε το βιβλίο «Pεμπέτικα τραγούδια», το οποίο του δημιούργησε πολλά προβλήματα με την τότε εξουσία εξαιτίας της δημοσίευσης σε αυτό λέξεων και φράσεων που θεωρήθηκαν άσεμνες. O Πετρόπουλος άρχιζε τα προλεγόμενα της λαογραφικής έρευνάς του ως εξής: «Tα ρεμπέτικα είναι μικρά απλά τραγούδια που τραγουδάνε απλοί άνθρωποι». Και συνέχιζε: «Αν και κατ’ αρχήν ερωτικά, τα ρεμπέτικα είναι στο βάθος μάλλον κοινωνικού περιεχομένου τραγούδια». Λιμάνια της Μεσογείου, η Eρμούπολη, το Ναύπλιο, ο Πειραιάς, η Σμύρνη, η Πόλη, η Αλεξάνδρεια, η Θεσσαλονίκη είναι οι χώροι που γεννήθηκε το ρεμπέτικο τραγούδι.

Σύμφωνα με τον ρεμπέτη στιχουργό Nίκο Mάθεση, ο Mπάτης ήταν ο πιο παλιός από τους μπουζουξήδες, «βασιλιάς στους χασικλήδες, βασιλιάς στους ρεμπέτες» – αυτός ήταν ο δάσκαλος του Mάρκου Βαμβακάρη. Tο μπουζούκι, έγχορδο όργανο παραγνωρισμένο για μεγάλο διάστημα, έλκει την καταγωγή του από το Βυζάντιο – μια παραλλαγή του ονομαζόταν πανδούρα ή πανδουρίς. Πρόκειται για τον σημερινό ταμπουρά που μνημονεύεται από τον στρατηγό Μακρυγιάννη στα Aπομνημονεύματά του. Αρκετοί Έλληνες ζωγράφοι του 19ου αιώνα απεικονίζουν παρόμοια έγχορδα στους πίνακές τους, με πιο γνωστή τη φιγούρα του Pήγα Φεραίου ο οποίος σε κάποιο έργο κρατάει ένα μπουζούκι.

Οι δημιουργοί του ρεμπέτικου είναι ανώνυμοι στην αρχή και αργότερα επώνυμοι, αλλά στη συντριπτική πλειοψηφία τους αυτοδίδακτοι. Η πρώτη γραμμοφώνηση ρεμπέτικου στην Ελλάδα έγινε το 1932 από το Βαμβακάρη. Από το 1934, με την ιστορική ρεμπέτικη «Πειραιώτικη κομπανία» με μπουζούκια («τετράς η ξακουστή του Πειραιώς»: Μάρκος Βαμαβακάρης, Στράτος Παγιουμτζής, Γιώργος Μπάτης, Ανέστης Δελιάς), το ρεμπέτικο βγήκε από τις φυλακές, τους τεκέδες και τα κουτούκια. Άρχισε γρήγορα να αγκαλιάζει ευρύτερες λαϊκές μάζες πανελλήνια, χάρη στις δισκογραφικές εταιρείες και έγινε η κυριότερη έκφραση των λαϊκών στρωμάτων των μεγάλων πόλεων. Από τραγούδι των περιθωριακών γίνεται το τραγούδι του λαού και αγαπήθηκε και από πολλούς «καθώς πρέπει» αστούς.

Το ρεμπέτικο τραγούδι κατά καιρούς πήρε ποικίλες ονομασίες. Οι πιο συνηθισμένες είναι: μόρτικο, μάγκικο, βλάμικο, αλανιάρικο, σερέτικο, ατζέμικο, αντάμικο, τσαχπίνικο, μπερμπάντικο, νταήδικο, νταλγκαδιάρικο, δερβίσικο, τεκετζίδικο, χασικλίδικο, απάχικο, μποέμικο, ασίκικο, ντερμπεντέρικο, λεβέντικο, κουτσαβάκικο, γιουρούκικο, μουρμούρικο κ.ά, μέχρι να οριστικοποιηθεί, στις αρχές του 20ού αιώνα, το όνομα “ρεμπέτικο”.

Τη δεκαετία του ’70, υπήρξε συστηματική προσπάθεια «αναβίωσής» του ρεμπέτικου. Οργανώθηκαν συναυλίες και έγιναν ηχογραφήσεις δίσκων με επιζώντες αυθεντικούς εκτελεστές. Επίσης μέσα στην ίδια δεκαετία χάθηκαν πολλοί παλιοί ρεμπέτες: Μάρκος Βαμαβακάρης, Στράτος Παγιουμτζής, Mπάτης, Στεφανάκης, Λαύκας, Στεργίου, Περπινιάδης, Τζουανάκος, Περιστέρης, Νταράλας, Λογοθέτης, Παπαγιανοπούλου, Μάθεσης, Τσάγκας, Ροβερτάκης, Μαρινάκης, Μητσάρας κ.ά.

Το 1976 ιδρύθηκε το »Κέντρο Έρευνας και Μελέτης των Ρεμπέτικων Τραγουδιών«, από τους: Παναγιώτη Κουνάδη, Σπύρο Παπαϊωάννου και Παναγιώτη Σωτηρόπουλο. Κάθε ένα από τα ιδρυτικά του μέλη είχε μια πολύχρονη απασχόληση γύρω από τα ρεμπέτικα τραγούδια, αρχικά συλλεκτική, στη συνέχεια όμως ερευνητική και μελετητική.

Το ρεμπέτικο καταχωρίζεται ως έγκυρο μουσικό είδος σε έγκυρα διεθνή εγχειρίδια μουσικολογίας (The New Grove Dictionary of Music and Musicians, The New Oxford Companion to Music). Ιδρύονται μουσεία, διοργανώνονται συνέδρια, εγκρίνονται μεταπτυχιακές και διδακτορικές διατριβές.

«Το ρεμπέτικο κατορθώνει με μια θαυμαστή ενότητα, να συνδυάζει το λόγο, τη μουσική και την κίνηση. Απ΄τη σύνθεση μέχρι την εκτέλεση, μ’ ένστικτο δημιoυργούνται οι προϋποθέσεις για τnν τριπλή αυτή εκφραστική συνύπαρξη, που ορισμένες φορές σαν φτάνει τα όρια της τελειότητας θυμίζει μορφολογικά την αρχαία τραγωδία.

Εξετάζοντας τώρα το ύφος του τραγουδιού βρίσκομε ευθύς εξ΄ αρχής το βασικό εκείνο χαρακτήρα του συγκρατημένoυ, που μόνο επειδή είναι γνήσια ελληνικό, μπορεί και το κρατεί με τόση συνέπεια. Και στη μελωδία και στα λόγια και στο χορό, δεν υπάρχει κανένα ξέσπασμα, καμιά σπασμωδικότητα, καμιά νευρικότητα. Δεν υπάρχει πάθος. Υπάρχει ή ζωή με την πιο πλατιά έννοια. Όλα δίνονται λιτά, απέριττα με μια εσωτερική δύναμη που πολλές φορές συγκλονίζει. Μήπως αυτό δεν είναι το κύριο και μεγάλο στοιχείο που χαρακτηρίζει την ελληνική φυλή; Και ακόμα ολάκερο το λαμπρό μεγαλείο της αρχαίας τραγωδίας και όλων των αρχαίων μνημείων, δεν βασίζεται πάνω στην καθαρότητα, στη λιτή γραμμή και προπαντός στο απέραντο αυτό sostenuto που, προϋποθέτει δύναμη, συνείδηση και πραγματικό περιεχόμενο; Ποια από τις καλές τέχνες στον τόπο μας σήμερα μπορεί να περηφανευτεί ότι κράτησε τη βασική αυτή ελληνικότητα – τη μοναδική άξια κληρoνoμιά που έχουμε πραγματικά στα χέρια μας – για τη σύνθεσή της. Ποια μουσική μας μπορεί να ισχυριστεί σήμερα ότι βρίσκεται πέρα απ΄το βυζαντινό μέλος, πέρα απ΄το δnμοτικό τραγούδι και στη χειρότερη περίπτωσn πέρα απ΄ τις σπασμένες αρχαίες κολώνες του Παρθενώνος και του Ερεχθείου, ότι βρίσκεται εκεί που όλα αυτά βρεθήκανε στην εποχή τους; Το ρεμπέτικο τραγούδι είναι γνήσια ελληνικό, μοναδικά ελληνικό». Μάνος Χατζιδάκις.

(πηγές: http://www.oud.gr/rembetika_gr.htm, http://www.musicheaven.gr/, http://lykkastor.lak.sch.gr/, Περιοδικό »ΜΟΥΣΙΚΗ», τεύχη 17, 37. ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ, Ρεμπέτες και ρεμπέτικα, www.oud.gr)

Share
Κατηγορίες: ΕΚ-ΠΑΙΔΕΥΩ ΜΕΛΩΔΙΚΑ, ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.