ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ : Το θέατρο είναι ένα «μεγαλοφυές ψεύδος» που μας ανεβάζει ψηλά για να συναντήσουμε τον καλύτερο εαυτό μας

Παιδεύω: Κύριε Καμπανέλλη, προσπαθώντας να κατανοήσει κανείς τη σημασία του θεάτρου, άραγε για να υπάρχει και να λειτουργεί στη χώρα μας κατά τη διάρκεια χιλιάδων ετών, πρόκειται για κάποια ευφυή ανακάλυψη των προγόνων μας, ή για μια αναπόσπαστη πλευρά της καθημερινής μας ζωής;

Ιάκωβος Καμπανέλλης: Το θέατρο είναι μια μεγαλοφυής ανακάλυψη των προγόνων μας που προέκυψε από την καθημερινή τους ζωή, αλλά και από ευρύτερους προβληματισμούς.

Παιδεύω: Πως εκτιμάτε το γεγονός ότι ενώ οι αρχαίοι θεατρικοί συγγραφείς παραμένουν, μέσα από το έργο τους,  ολοζώντανοι στις μέρες μας, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και διεθνώς, ωστόσο εκτός λίγων φωτεινών εξαιρέσεων, όπως η δική σας συγγραφική και σκηνοθετική δημιουργία, δεν υπάρχουν πολλά δείγματα στα κατοπινά χρόνια εξαγωγής θεατρικής παιδείας από το ελληνικό θέατρο. Αντίθετα, συχνά εισάγουμε θεατρικές πράξεις από άλλες χώρες.

Ιάκωβος Καμπανέλλης: Οι λόγοι είναι πολλοί. Πρώτον η σωστή μετάφραση ενός θεατρικού έργου προϋποθέτει όχι μόνο γνώση της γλώσσας στην οποία πρωτογράφτηκε σε βάθος και της γλώσσας στην οποία μεταφέρεται, αλλά εξίσου, αν όχι περισσότερο, γνώση του ίδιου του θεάτρου. Δηλαδή του ότι αυτό το κείμενο το θεατρικό δεν είναι για διάβασμα, αλλά για παράσταση. Θεατρικά έργα που θα μας ενδιέφεραν να παρουσιάζονται εκτός Ελλάδος, είναι φυσικά τα έργα ποιότητας και όχι τα λεγόμενα εμπορικά. Αυτό σημαίνει ότι τα έργα μας μπορούν να παιχτούν από μη κερδοσκοπικά θέατρα και αυτά είναι παντού τα κρατικά ή ημι-κρατικά θέατρα. Συμβαίνει, όμως, με το θέατρο κάτι που δεν συμβαίνει με τους ξένους εκδοτικούς οίκους: Αντίθετα με αυτούς που εκδίδουν χίλια και περισσότερα βιβλία τον χρόνο, τα θέατρα παρουσιάζουν το πολύ 10-12 κάθε χρονιά. Ένας ξένος εκδοτικός οίκος, άνετα μπορεί στα τόσα πολλά βιβλία που εκδίδει να συμπεριλάβει και 10-20 άλλων χωρών και να ρισκάρει τις πωλήσεις τους. Το θέατρο. όμως, δεν έχει την ίδια άνεση να ρισκάρει, δεδομένου ότι μια παράσταση έχει πολύ μεγαλύτερο κόστος. Τέλος, ίσως και το πιο σοβαρό, είναι το γεγονός πως ότι συμβαίνει στον τόπο μας (εννοώ στον χώρο του θεάτρου) και εάν έχει καλλιτεχνική αξία παραμένει ένα τοπικό γεγονός. Αντίθετα, ότι και να συμβεί στο Λονδίνο, στο Παρίσι, στο Βερολίνο, λόγω του ότι λόγω και της γλώσσας, αλλά και της μεγάλης διασποράς των μέσων μαζικής επικοινωνίας που διαθέτουν, τα έργα που παίζονται γίνονται διεθνώς γνωστά και διάσημα, έστω και αν πρόκειται -και συμβαίνει πολύ συχνά- για μέτριας ή κατώτερης αξίας έργα. Παρ’ όλα αυτά έχουν παρουσιαστεί νεοελληνικά έργα σε πολύ καλά ξένα θέατρα όπου έχουν γίνει δεκτά στο εκεί κοινό με ενθουσιασμό και λίαν επαινετικές κριτικές.

Παιδεύω: Η θεατρική πράξη έχει την μοναδική δύναμη της ζωντανής, της άμεσης επικοινωνίας του συγγραφέα, μέσω του ηθοποιού, με το κοινό. Του χειροπιαστού και όχι εικονικού διαλόγου. Είναι όμως το προτέρημα αυτό αρκετό για να αποφύγει το θέατρο την παραποίηση της αλήθειας του και την αφομοίωσή του από την εμπορική καταναλωτική βιομηχανία θεαμάτων και λογής άλλων προϊόντων;

Ιάκωβος Καμπανέλλης: Χωρίς να θέλω σαν θεατρικός συγγραφέας να μεροληπτήσω, θα πω ότι η «θεατρική πράξη» είναι η ανώτερη μορφή δραματουργικής τέχνης. Ούτε ο κινηματογράφος, που βέβαια έχει τα αριστουργήματά του, ούτε φυσικά η τηλεόραση μπορούν να συγκριθούν με το μεγαλοφυές «ψεύδος» που είναι η θεατρική παράσταση, η οποία με τόσο λιτά μέσα, σε μια σκηνή κάποιων δεκάδων τετραγωνικών μέτρων μόνο, αναπαριστά τη ζωή μας και την πραγματικότητα πολύ πιο καθαρά και ισχυρά απ’ όσο στην ίδια την πραγματικότητα.

Παιδεύω: Είναι γνωστό ότι σε πολύ νεαρή ηλικία, βρεθήκατε κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής κρατούμενος στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Ματχάουζεν και ζήσατε πραγματικά -και όχι υποκριτικά- τον μέγιστο εφιάλτη. Αλήθεια, πόσο τα βιώματά σας αυτά σας έσπρωξαν να τα διηγηθείτε μέσα από την τέχνη και το θέατρο;

Ιάκωβος Καμπανέλλης: Μετά από το βίωμα αυτό, που ότι και να πει κανείς, δεν περιγράφεται, ήταν φυσικό οι συγγενείς και οι φίλοι μου να θέλουν να τους αφηγούμαι τι είδα και τι έζησα στο στρατόπεδο. Αυτό συνέβαινε συνέχεια και πολύ συχνά μου έλεγαν: «Αυτά πρέπει να τα γράψεις, για να μη ξεχνιούνται». Δοκίμασα να τα γράψω, με αποτέλεσμα να μαζευτούν εκατοντάδες σελίδες, φυσικά κείμενα σε πρωτόλεια μορφή, που η μόνη τους αξία ήταν ότι μετά από είκοσι χρόνια μου χρησίμευσαν σαν ζωντανό αρχείο για να προκύψει το βιβλίο «ΜΑΟΥΤΧΑΟΥΖΕΝ». Τον ίδιο καιρό, δηλαδή στα χρόνια 1945-46, ανακάλυψα το θέατρο, στις παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης του Κάρολου Κουν, που κυριολεκτικά με συναρπάσανε και μου σφηνώσανε έμμονα την πίστη, ότι ανήκω στο θέατρο. Θέλησα να γίνω ηθοποιός. Δεν είχα, όμως, απολυτήριο Γυμνασίου και δεν γινόμουνα δεκτός για να σπουδάσω σε δραματική σχολή.  Μέσα στην απελπισία μου και ψάχνοντας τον δρόμο που οπωσδήποτε θα με πάει στο θέατρο, είδα ότι ο μόνος ελεύθερος δρόμος για να φτάσω στη σκηνή, ήταν η ιδιότητα του συγγραφέα. Ρίχτηκα με πάθος στην προσπάθεια να γράψω θεατρικό έργο. Φαίνεται πως βρήκα το δρόμο.

Παιδεύω: Στην εποχή της βιομηχανοποιημένης εικόνας, των απλουστεύσεων που προσφέρει η παγκοσμιοποιημένη ηλεκτρονική πρόοδος, όπου μπορεί κανείς να παρακολουθήσει ένα θέαμα απευθείας ή σε αναμετάδοση από την πολυθρόνα και τον υπολογιστή του, χωρίς καν να μετακινηθεί. Πως συμβαίνει παρόλα αυτά το θέατρο να διατηρεί την αξία του;

Ιάκωβος Καμπανέλλης: Κάπου πιο πάνω, χαρακτήρισα το θέατρο «μεγαλοφυές ψεύδος» και νομίζω ότι σωστά το ονόμασα έτσι. Γιατί, αν σκεφτείτε ότι η τεχνολογία μας στείλει τους επιστημονικούς δορυφόρους έως τις πύλες του ηλιακού μας συστήματος, στους πλανήτες Κρόνο. Ουρανό κλπ, αδιανόητα επιτεύγματα, ενώ ταυτόχρονα εμείς συγκροτούμε ένα θίασο και σε μια σκηνή κάπου μέσα σε μια πρώην αποθήκη στήνουμε μια παράσταση, ένα «ψεύδος» δηλαδή, όπως γινόταν και πριν από εκατοντάδες ακόμα και δυόμισυ χιλιάδες χρόνια και έρχονται εκατοντάδες θεατές, πληρώνοντας κι από πάνω, για; να μας δούνε. Δεν πρόκειται για μια αντίφαση που μαρτυράει τη μεγαλοφυϊα αυτής της τέχνης;

Παιδεύω: Οι γονείς σήμερα, επειδή νοιάζονται για το καλύτερο επίπεδο ζωής, αλλά και για το μέλλον των παιδιών τους, από το πρωϊ μέχρι το βράδυ φροντίζουν να τους γεμίζουν ασφυκτικά τη ημέρα με πολλές συμπληρωματικές ασχολίες μετά το σχολείο. Πιστεύουν πως έτσι τα ενισχύουν, ώστε να μπορέσουν να τα καταφέρουν καλύτερα στη ζωή τους. Γιατί το θέατρο βρίσκεται συχνά κάπου προς το τέλος μεταξύ των εργαλείων που συνηθίζουν να χρησιμοποιούν οι γονείς;

Ιάκωβος Καμπανέλλης: Δεν είμαι σε θέση να απαντήσω με ακρίβεια. Αλλά αυτό που ξέρω, είναι πως υπάρχουν θαυμάσιες παραστάσεις παιδικού θεάτρου και μάλιστα πολλές. Οπωσδήποτε αυτό σημαίνει πως υπάρχει ενδιαφέρον γι’  αυτές από πλευράς του κοινού και των γονιών. Φυσικά, συνιστώ θερμότατα, σαν χθεσινός πατέρας και σημερινός παππούς προς τα παιδιά  ότι έχουν πάρα πολλά να ωφεληθούν εάν αγαπήσουν έγκαιρα το θέατρο και διατηρήσουν αυτή την αγάπη. Το καλό θέατρο – γιατί, βέβαια, γι’ αυτό μιλάμε – είναι μεγάλο σχολειό, που όσο μεγαλώνουμε, τόσο πιο πολύ το έχουμε ανάγκη.

Παιδεύω: Πόσο κατά την εκτίμησή σας η Πολιτεία μέσα από το εκπαιδευτικό πρόγραμμα στα σχολεία έχει αξιολογήσει την ζωτική σημασία συμμετοχής της θεατρικής παιδείας στη διάπλαση των παιδιών;

Ιάκωβος Καμπανέλλης: Και σ’ αυτή την ερώτηση δεν μπορώ να απαντήσω με ακρίβεια. Πρέπει όμως να πω πως έχω δει αρκετές σχολικές παραστάσεις και συχνά τις έχω θαυμάσει. Κι αυτό μαρτυρά το πάθος των δασκάλων που τις φρόντισαν και την βαθειά χαρά των παιδιών που πήραν μέρος στην παράσταση. Είναι κάτι πάρα πολύ σημαντικό, το να παράγουμε πολιτισμό με τα παιδιά, δίνοντάς τους έτσι να καταλάβουν πως η καθημερινή ζωή και ανεβάζει τον άνθρωπο σε επίπεδα ψυχικά και πνευματικά, όπου συναντά τον καλλίτερο εαυτό του. Θεωρώ το σχολικό θέατρο καθώς και το ερασιτεχνικό εξίσου σημαντικό παράγοντα πολιτισμού και κοινωνικής αγωγής με το λεγόμενο επαγγελματικό θέατρο.

Παιδεύω: Τι μήνυμα θα θέλατε να στείλετε στα παιδιά, τους γονείς και του δασκάλους – αναγνώστες του «Παιδεύω», απ’ αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου;

Ιάκωβος Καμπανέλλης: Θα πω κάτι που είναι πιο γενικό: Συχνά με ρωτούν τι προσθέτουν στη ζωή μας οι τέχνες. Και τότε λέω, μεταφορικά: Είναι σαν να γεννιόμαστε στο χώρο ενός δωματίου. Όταν ανακαλύψουμε την απόλαυση να διαβάζουμε βιβλία, προσθέτουμε στον αρχικό μας χώρο άλλο ένα δωμάτιο. Όταν ανακαλύπτουμε την καλή μουσική και την ακούμε, άλλο ένα δωμάτιο προστίθεται.  Έχουμε, ακόμα, τη ζωγραφική, τον κινηματογράφο και φυσικά, το θέατρο. Να τι κατά τη γνώμη μου μας προσδίδει η απόλαυση των έργων τέχνης. Μεγαλώνουν τον κόσμο μας. Χαρίζουν ελευθερίες στη σκέψη μας. Πλουτίζουν την φαντασία μας. Ανοίγουν τους ορίζοντες της ψυχής μας και όλα αυτά μας προστατεύουν κρατώντας μας συντροφιά στη ζωή και ιδιαίτερα στις δύσκολες ώρες. Οι τέχνες είναι, ίσως, οι πιο πιστοί και πολύτιμοι φίλοι μας!

Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, ο παγκοίνως αποκαλούμενος πατριάρχης του μεταπολεμικού μας θεάτρου, γεννήθηκε στη Χώρα της Νάξου το 1922. το 1934, η οικογένεια Καμπανέλλη με τα εννέα τους παιδιά, μετεγκαθίστανται στην Αθήνα. Ο Ιάκωβος, το έκτο κατά σειράν παιδί της οικογένειας, έχει από μικρός πάθος για το βιβλίο και από πολύ νέος γίνεται γνώστης της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Στα χρόνια της κατοχής, φθινόπωρο του 1942, επιχειρεί μέσω Αυστρίας να διαφύγει στην Ελβετία. Συλλαμβάνεται από την Γκεστάπο στο Ίνσμπρουκ και μετάγεται σαν ύποπτος για κατασκοπεία στο Ες Ες στρατόπεδο συγκεντρώσεως και εξοντόσεως του Μαουτχάουζεν.
Στις 5 Μαΐου 1945 οι εκεί κρατούμενοι απελευθερώνονται από τον αμερικανικό στρατό. Οι επιζώντες, ημιθανείς οι περισσότεροι, είναι το ένα ένατο όσων πέρασαν την πύλη αυτής της επίγειας κόλασης. Ανάμεσα στους επιζώντες και ο Ιάκωβος.
Το χειμώνα του ιδίου χρόνου, στην Αθήνα και πάλι, βλέπει όλως τυχαία μια παράσταση στο Θέατρο Τέχνης, συναρπάζεται, προβληματίζεται με τη δύναμη και τη μαγεία του θεάτρου και πιστεύει πως του απεκαλύφθη ο δρόμος που πρέπει να πάρει. Το 1950 ο θίασος Λεμού παρουσιάζει το πρώτο θεατρικό του έργο. Σήμερα τα έργα του είναι περισσότερα από τριάντα και έχουν πρωτοεμφανισθεί στα θέατρα: «Εθνικό», «Τέχνης» του Καρόλου Κουν, «Καρέζη – Καζάκου», «Πειραματικό» της Ριάλδη, «Σκηνή της Τέχνης» – στη Θεσσαλονίκη, «ανοιχτό Θέατρο» και άλλα.
Από την συγγραφική του παρουσία στα χρόνια 1950 – 1981 τα γνωστότερα έργα του είναι: «Η αυλή των θαυμάτων», «Το παραμύθι χωρίς όνομα», «Οδυσσέα γύρισε σπίτι», «Το μεγάλο μας τσίρκο», «Τα τέσσερα πόδια του τραπεζιού», Ο μπαμπάς ο πόλεμος».
Η δραματουργική δουλειά του στην περίοδο 1988 – 1998 χαρακτηρίζεται από τους κριτικούς και τους θεατρολόγους σαν σπάνιο φαινόμενο. Είναι όχι μόνο η πιο παραγωγική, όχι μόνο θεματολογικά και μορφολογικά ανανεωτική, αλλά και πιο σημαντική. Έτσι ο Καμπανέλλης, σφραγίζοντας πάνω από μισό αιώνα νεοελληνικού θεάτρου, αποτελεί αδιάλειπτα και παράδοση και πρωτοπορία. Έργα της περιόδου αυτής που παρουσιάστηκαν είναι: «Ο αόρατος θίασος» και το τρίπτυχο «Ο Δείπνος» στο Εθνικό Θέατρο. «Ο δρόμος περνά από μέσα» στο Πειραματικό Θέατρο της Πόλης,  «Στη χώρα των Ίψεν» και «Η τελευταία πράξη» στη Σκηνή Τέχνης  – Θεσσαλονίκης, το «Μια συνάντηση κάπου αλλού» στο Θέατρο Τέχνης και «Μια κωμωδία» – Πολιτιστική Ολυμπιάδα, από το Ανοιχτό Θέατρο στο Ηρώδειο. Αρκετά από τα έργα του Καμπανέλλη έχουν παρουσιαστεί σε ξένα θέατρα, διδάσκονται σε σχολές θεάτρου και έδρες ελληνικής λογοτεχνίας ξένων πανεπιστημίων.
Ο όγκος του συνολικού έργου, η υψηλή ποιότητά του και ο πολύ σημαντικός ρόλος του στο χώρο του πολιτισμού… οδηγούν στην καθόλου μεροληπτική διαπίστωση ότι ο Καμπανέλλης ανήκει στις σπουδαιότερες μορφές του σύγχρονου διεθνούς θεάτρου. Ο πρύτανης των θεατρικών κριτικών Κώστας Γεωργουσόπουλος γράφει σε άρθρο του: «Ο κορυφαίος μεταπολεμικός θεατρικός μας συγγραφέας άνοιξε δρόμους με το έργο του. Τώρα δίνει την ευκαιρία δια του έργου του να ανοίξουν οι λεωφόροι της νεοελληνικής θεατρολογίας».
Εκτός όμως από την προσφορά του στο θέατρο, έχουμε και την προσφορά του στον κινηματογράφο, στις ταινίες «Στέλλα», «Η αρπαγή της Περσεφόνης», «Ο Δράκος», «Το κανόνι και τ’ αηδόνι» που θεωρούνται πια κλασικές.
Ας μην παραλείψουμε επίσης να αναφέρουμε το χρονικό του «Μαουτχάουζεν» που επανεκδίδεται και διαβάζεται επί σαρανταπέντε χρόνια.
Θα ήθελα με χαρά να προσθέσω ότι ο Καμπανέλλης είναι από τους δημιουργούς που τιμήθηκε και τιμάται εν ζωή με τόσες διακρίσεις: Ανακηρύχτηκε Επίτιμος Διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής  του Πανεπιστημίου της Κύπρου. Επίτιμος Διδάκτωρ της Σχολής Καλών Τεχνών του Αριστοτελείου  Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Επίτιμος διδάκτωρ της Σχολής Θεατρολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1999 εξελέγη παμψηφεί τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, εγκαινιάζοντας με την καταξιωμένη προσωπικότητά του τη νεοϊδρυθείσα έδρα Θεατρικής Δραματουργίας. Έχει επίσης τιμηθεί από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας με την απονομή ανωτάτου παρασήμου.
Γιώργος Πεφάνης – Θεατρολόγος, Καθηγητής Σχολής Θεατρικών σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών

Share
Κατηγορίες: ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.