testNEWS Q1

SSS

Share
Κατηγορίες: ΕΙΔΗΣΟΥΛΕΣ | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο testNEWS Q1

ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ : Το θέατρο είναι ένα «μεγαλοφυές ψεύδος» που μας ανεβάζει ψηλά για να συναντήσουμε τον καλύτερο εαυτό μας

Παιδεύω: Κύριε Καμπανέλλη, προσπαθώντας να κατανοήσει κανείς τη σημασία του θεάτρου, άραγε για να υπάρχει και να λειτουργεί στη χώρα μας κατά τη διάρκεια χιλιάδων ετών, πρόκειται για κάποια ευφυή ανακάλυψη των προγόνων μας, ή για μια αναπόσπαστη πλευρά της καθημερινής μας ζωής;

Ιάκωβος Καμπανέλλης: Το θέατρο είναι μια μεγαλοφυής ανακάλυψη των προγόνων μας που προέκυψε από την καθημερινή τους ζωή, αλλά και από ευρύτερους προβληματισμούς.

Παιδεύω: Πως εκτιμάτε το γεγονός ότι ενώ οι αρχαίοι θεατρικοί συγγραφείς παραμένουν, μέσα από το έργο τους,  ολοζώντανοι στις μέρες μας, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και διεθνώς, ωστόσο εκτός λίγων φωτεινών εξαιρέσεων, όπως η δική σας συγγραφική και σκηνοθετική δημιουργία, δεν υπάρχουν πολλά δείγματα στα κατοπινά χρόνια εξαγωγής θεατρικής παιδείας από το ελληνικό θέατρο. Αντίθετα, συχνά εισάγουμε θεατρικές πράξεις από άλλες χώρες.

Ιάκωβος Καμπανέλλης: Οι λόγοι είναι πολλοί. Πρώτον η σωστή μετάφραση ενός θεατρικού έργου προϋποθέτει όχι μόνο γνώση της γλώσσας στην οποία πρωτογράφτηκε σε βάθος και της γλώσσας στην οποία μεταφέρεται, αλλά εξίσου, αν όχι περισσότερο, γνώση του ίδιου του θεάτρου. Δηλαδή του ότι αυτό το κείμενο το θεατρικό δεν είναι για διάβασμα, αλλά για παράσταση. Θεατρικά έργα που θα μας ενδιέφεραν να παρουσιάζονται εκτός Ελλάδος, είναι φυσικά τα έργα ποιότητας και όχι τα λεγόμενα εμπορικά. Αυτό σημαίνει ότι τα έργα μας μπορούν να παιχτούν από μη κερδοσκοπικά θέατρα και αυτά είναι παντού τα κρατικά ή ημι-κρατικά θέατρα. Συμβαίνει, όμως, με το θέατρο κάτι που δεν συμβαίνει με τους ξένους εκδοτικούς οίκους: Αντίθετα με αυτούς που εκδίδουν χίλια και περισσότερα βιβλία τον χρόνο, τα θέατρα παρουσιάζουν το πολύ 10-12 κάθε χρονιά. Ένας ξένος εκδοτικός οίκος, άνετα μπορεί στα τόσα πολλά βιβλία που εκδίδει να συμπεριλάβει και 10-20 άλλων χωρών και να ρισκάρει τις πωλήσεις τους. Το θέατρο. όμως, δεν έχει την ίδια άνεση να ρισκάρει, δεδομένου ότι μια παράσταση έχει πολύ μεγαλύτερο κόστος. Τέλος, ίσως και το πιο σοβαρό, είναι το γεγονός πως ότι συμβαίνει στον τόπο μας (εννοώ στον χώρο του θεάτρου) και εάν έχει καλλιτεχνική αξία παραμένει ένα τοπικό γεγονός. Αντίθετα, ότι και να συμβεί στο Λονδίνο, στο Παρίσι, στο Βερολίνο, λόγω του ότι λόγω και της γλώσσας, αλλά και της μεγάλης διασποράς των μέσων μαζικής επικοινωνίας που διαθέτουν, τα έργα που παίζονται γίνονται διεθνώς γνωστά και διάσημα, έστω και αν πρόκειται -και συμβαίνει πολύ συχνά- για μέτριας ή κατώτερης αξίας έργα. Παρ’ όλα αυτά έχουν παρουσιαστεί νεοελληνικά έργα σε πολύ καλά ξένα θέατρα όπου έχουν γίνει δεκτά στο εκεί κοινό με ενθουσιασμό και λίαν επαινετικές κριτικές.

Παιδεύω: Η θεατρική πράξη έχει την μοναδική δύναμη της ζωντανής, της άμεσης επικοινωνίας του συγγραφέα, μέσω του ηθοποιού, με το κοινό. Του χειροπιαστού και όχι εικονικού διαλόγου. Είναι όμως το προτέρημα αυτό αρκετό για να αποφύγει το θέατρο την παραποίηση της αλήθειας του και την αφομοίωσή του από την εμπορική καταναλωτική βιομηχανία θεαμάτων και λογής άλλων προϊόντων;

Ιάκωβος Καμπανέλλης: Χωρίς να θέλω σαν θεατρικός συγγραφέας να μεροληπτήσω, θα πω ότι η «θεατρική πράξη» είναι η ανώτερη μορφή δραματουργικής τέχνης. Ούτε ο κινηματογράφος, που βέβαια έχει τα αριστουργήματά του, ούτε φυσικά η τηλεόραση μπορούν να συγκριθούν με το μεγαλοφυές «ψεύδος» που είναι η θεατρική παράσταση, η οποία με τόσο λιτά μέσα, σε μια σκηνή κάποιων δεκάδων τετραγωνικών μέτρων μόνο, αναπαριστά τη ζωή μας και την πραγματικότητα πολύ πιο καθαρά και ισχυρά απ’ όσο στην ίδια την πραγματικότητα.

Παιδεύω: Είναι γνωστό ότι σε πολύ νεαρή ηλικία, βρεθήκατε κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής κρατούμενος στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Ματχάουζεν και ζήσατε πραγματικά -και όχι υποκριτικά- τον μέγιστο εφιάλτη. Αλήθεια, πόσο τα βιώματά σας αυτά σας έσπρωξαν να τα διηγηθείτε μέσα από την τέχνη και το θέατρο;

Ιάκωβος Καμπανέλλης: Μετά από το βίωμα αυτό, που ότι και να πει κανείς, δεν περιγράφεται, ήταν φυσικό οι συγγενείς και οι φίλοι μου να θέλουν να τους αφηγούμαι τι είδα και τι έζησα στο στρατόπεδο. Αυτό συνέβαινε συνέχεια και πολύ συχνά μου έλεγαν: «Αυτά πρέπει να τα γράψεις, για να μη ξεχνιούνται». Δοκίμασα να τα γράψω, με αποτέλεσμα να μαζευτούν εκατοντάδες σελίδες, φυσικά κείμενα σε πρωτόλεια μορφή, που η μόνη τους αξία ήταν ότι μετά από είκοσι χρόνια μου χρησίμευσαν σαν ζωντανό αρχείο για να προκύψει το βιβλίο «ΜΑΟΥΤΧΑΟΥΖΕΝ». Τον ίδιο καιρό, δηλαδή στα χρόνια 1945-46, ανακάλυψα το θέατρο, στις παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης του Κάρολου Κουν, που κυριολεκτικά με συναρπάσανε και μου σφηνώσανε έμμονα την πίστη, ότι ανήκω στο θέατρο. Θέλησα να γίνω ηθοποιός. Δεν είχα, όμως, απολυτήριο Γυμνασίου και δεν γινόμουνα δεκτός για να σπουδάσω σε δραματική σχολή.  Μέσα στην απελπισία μου και ψάχνοντας τον δρόμο που οπωσδήποτε θα με πάει στο θέατρο, είδα ότι ο μόνος ελεύθερος δρόμος για να φτάσω στη σκηνή, ήταν η ιδιότητα του συγγραφέα. Ρίχτηκα με πάθος στην προσπάθεια να γράψω θεατρικό έργο. Φαίνεται πως βρήκα το δρόμο.

Παιδεύω: Στην εποχή της βιομηχανοποιημένης εικόνας, των απλουστεύσεων που προσφέρει η παγκοσμιοποιημένη ηλεκτρονική πρόοδος, όπου μπορεί κανείς να παρακολουθήσει ένα θέαμα απευθείας ή σε αναμετάδοση από την πολυθρόνα και τον υπολογιστή του, χωρίς καν να μετακινηθεί. Πως συμβαίνει παρόλα αυτά το θέατρο να διατηρεί την αξία του;

Ιάκωβος Καμπανέλλης: Κάπου πιο πάνω, χαρακτήρισα το θέατρο «μεγαλοφυές ψεύδος» και νομίζω ότι σωστά το ονόμασα έτσι. Γιατί, αν σκεφτείτε ότι η τεχνολογία μας στείλει τους επιστημονικούς δορυφόρους έως τις πύλες του ηλιακού μας συστήματος, στους πλανήτες Κρόνο. Ουρανό κλπ, αδιανόητα επιτεύγματα, ενώ ταυτόχρονα εμείς συγκροτούμε ένα θίασο και σε μια σκηνή κάπου μέσα σε μια πρώην αποθήκη στήνουμε μια παράσταση, ένα «ψεύδος» δηλαδή, όπως γινόταν και πριν από εκατοντάδες ακόμα και δυόμισυ χιλιάδες χρόνια και έρχονται εκατοντάδες θεατές, πληρώνοντας κι από πάνω, για; να μας δούνε. Δεν πρόκειται για μια αντίφαση που μαρτυράει τη μεγαλοφυϊα αυτής της τέχνης;

Παιδεύω: Οι γονείς σήμερα, επειδή νοιάζονται για το καλύτερο επίπεδο ζωής, αλλά και για το μέλλον των παιδιών τους, από το πρωϊ μέχρι το βράδυ φροντίζουν να τους γεμίζουν ασφυκτικά τη ημέρα με πολλές συμπληρωματικές ασχολίες μετά το σχολείο. Πιστεύουν πως έτσι τα ενισχύουν, ώστε να μπορέσουν να τα καταφέρουν καλύτερα στη ζωή τους. Γιατί το θέατρο βρίσκεται συχνά κάπου προς το τέλος μεταξύ των εργαλείων που συνηθίζουν να χρησιμοποιούν οι γονείς;

Ιάκωβος Καμπανέλλης: Δεν είμαι σε θέση να απαντήσω με ακρίβεια. Αλλά αυτό που ξέρω, είναι πως υπάρχουν θαυμάσιες παραστάσεις παιδικού θεάτρου και μάλιστα πολλές. Οπωσδήποτε αυτό σημαίνει πως υπάρχει ενδιαφέρον γι’  αυτές από πλευράς του κοινού και των γονιών. Φυσικά, συνιστώ θερμότατα, σαν χθεσινός πατέρας και σημερινός παππούς προς τα παιδιά  ότι έχουν πάρα πολλά να ωφεληθούν εάν αγαπήσουν έγκαιρα το θέατρο και διατηρήσουν αυτή την αγάπη. Το καλό θέατρο – γιατί, βέβαια, γι’ αυτό μιλάμε – είναι μεγάλο σχολειό, που όσο μεγαλώνουμε, τόσο πιο πολύ το έχουμε ανάγκη.

Παιδεύω: Πόσο κατά την εκτίμησή σας η Πολιτεία μέσα από το εκπαιδευτικό πρόγραμμα στα σχολεία έχει αξιολογήσει την ζωτική σημασία συμμετοχής της θεατρικής παιδείας στη διάπλαση των παιδιών;

Ιάκωβος Καμπανέλλης: Και σ’ αυτή την ερώτηση δεν μπορώ να απαντήσω με ακρίβεια. Πρέπει όμως να πω πως έχω δει αρκετές σχολικές παραστάσεις και συχνά τις έχω θαυμάσει. Κι αυτό μαρτυρά το πάθος των δασκάλων που τις φρόντισαν και την βαθειά χαρά των παιδιών που πήραν μέρος στην παράσταση. Είναι κάτι πάρα πολύ σημαντικό, το να παράγουμε πολιτισμό με τα παιδιά, δίνοντάς τους έτσι να καταλάβουν πως η καθημερινή ζωή και ανεβάζει τον άνθρωπο σε επίπεδα ψυχικά και πνευματικά, όπου συναντά τον καλλίτερο εαυτό του. Θεωρώ το σχολικό θέατρο καθώς και το ερασιτεχνικό εξίσου σημαντικό παράγοντα πολιτισμού και κοινωνικής αγωγής με το λεγόμενο επαγγελματικό θέατρο.

Παιδεύω: Τι μήνυμα θα θέλατε να στείλετε στα παιδιά, τους γονείς και του δασκάλους – αναγνώστες του «Παιδεύω», απ’ αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου;

Ιάκωβος Καμπανέλλης: Θα πω κάτι που είναι πιο γενικό: Συχνά με ρωτούν τι προσθέτουν στη ζωή μας οι τέχνες. Και τότε λέω, μεταφορικά: Είναι σαν να γεννιόμαστε στο χώρο ενός δωματίου. Όταν ανακαλύψουμε την απόλαυση να διαβάζουμε βιβλία, προσθέτουμε στον αρχικό μας χώρο άλλο ένα δωμάτιο. Όταν ανακαλύπτουμε την καλή μουσική και την ακούμε, άλλο ένα δωμάτιο προστίθεται.  Έχουμε, ακόμα, τη ζωγραφική, τον κινηματογράφο και φυσικά, το θέατρο. Να τι κατά τη γνώμη μου μας προσδίδει η απόλαυση των έργων τέχνης. Μεγαλώνουν τον κόσμο μας. Χαρίζουν ελευθερίες στη σκέψη μας. Πλουτίζουν την φαντασία μας. Ανοίγουν τους ορίζοντες της ψυχής μας και όλα αυτά μας προστατεύουν κρατώντας μας συντροφιά στη ζωή και ιδιαίτερα στις δύσκολες ώρες. Οι τέχνες είναι, ίσως, οι πιο πιστοί και πολύτιμοι φίλοι μας!

Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, ο παγκοίνως αποκαλούμενος πατριάρχης του μεταπολεμικού μας θεάτρου, γεννήθηκε στη Χώρα της Νάξου το 1922. το 1934, η οικογένεια Καμπανέλλη με τα εννέα τους παιδιά, μετεγκαθίστανται στην Αθήνα. Ο Ιάκωβος, το έκτο κατά σειράν παιδί της οικογένειας, έχει από μικρός πάθος για το βιβλίο και από πολύ νέος γίνεται γνώστης της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Στα χρόνια της κατοχής, φθινόπωρο του 1942, επιχειρεί μέσω Αυστρίας να διαφύγει στην Ελβετία. Συλλαμβάνεται από την Γκεστάπο στο Ίνσμπρουκ και μετάγεται σαν ύποπτος για κατασκοπεία στο Ες Ες στρατόπεδο συγκεντρώσεως και εξοντόσεως του Μαουτχάουζεν.
Στις 5 Μαΐου 1945 οι εκεί κρατούμενοι απελευθερώνονται από τον αμερικανικό στρατό. Οι επιζώντες, ημιθανείς οι περισσότεροι, είναι το ένα ένατο όσων πέρασαν την πύλη αυτής της επίγειας κόλασης. Ανάμεσα στους επιζώντες και ο Ιάκωβος.
Το χειμώνα του ιδίου χρόνου, στην Αθήνα και πάλι, βλέπει όλως τυχαία μια παράσταση στο Θέατρο Τέχνης, συναρπάζεται, προβληματίζεται με τη δύναμη και τη μαγεία του θεάτρου και πιστεύει πως του απεκαλύφθη ο δρόμος που πρέπει να πάρει. Το 1950 ο θίασος Λεμού παρουσιάζει το πρώτο θεατρικό του έργο. Σήμερα τα έργα του είναι περισσότερα από τριάντα και έχουν πρωτοεμφανισθεί στα θέατρα: «Εθνικό», «Τέχνης» του Καρόλου Κουν, «Καρέζη – Καζάκου», «Πειραματικό» της Ριάλδη, «Σκηνή της Τέχνης» – στη Θεσσαλονίκη, «ανοιχτό Θέατρο» και άλλα.
Από την συγγραφική του παρουσία στα χρόνια 1950 – 1981 τα γνωστότερα έργα του είναι: «Η αυλή των θαυμάτων», «Το παραμύθι χωρίς όνομα», «Οδυσσέα γύρισε σπίτι», «Το μεγάλο μας τσίρκο», «Τα τέσσερα πόδια του τραπεζιού», Ο μπαμπάς ο πόλεμος».
Η δραματουργική δουλειά του στην περίοδο 1988 – 1998 χαρακτηρίζεται από τους κριτικούς και τους θεατρολόγους σαν σπάνιο φαινόμενο. Είναι όχι μόνο η πιο παραγωγική, όχι μόνο θεματολογικά και μορφολογικά ανανεωτική, αλλά και πιο σημαντική. Έτσι ο Καμπανέλλης, σφραγίζοντας πάνω από μισό αιώνα νεοελληνικού θεάτρου, αποτελεί αδιάλειπτα και παράδοση και πρωτοπορία. Έργα της περιόδου αυτής που παρουσιάστηκαν είναι: «Ο αόρατος θίασος» και το τρίπτυχο «Ο Δείπνος» στο Εθνικό Θέατρο. «Ο δρόμος περνά από μέσα» στο Πειραματικό Θέατρο της Πόλης,  «Στη χώρα των Ίψεν» και «Η τελευταία πράξη» στη Σκηνή Τέχνης  – Θεσσαλονίκης, το «Μια συνάντηση κάπου αλλού» στο Θέατρο Τέχνης και «Μια κωμωδία» – Πολιτιστική Ολυμπιάδα, από το Ανοιχτό Θέατρο στο Ηρώδειο. Αρκετά από τα έργα του Καμπανέλλη έχουν παρουσιαστεί σε ξένα θέατρα, διδάσκονται σε σχολές θεάτρου και έδρες ελληνικής λογοτεχνίας ξένων πανεπιστημίων.
Ο όγκος του συνολικού έργου, η υψηλή ποιότητά του και ο πολύ σημαντικός ρόλος του στο χώρο του πολιτισμού… οδηγούν στην καθόλου μεροληπτική διαπίστωση ότι ο Καμπανέλλης ανήκει στις σπουδαιότερες μορφές του σύγχρονου διεθνούς θεάτρου. Ο πρύτανης των θεατρικών κριτικών Κώστας Γεωργουσόπουλος γράφει σε άρθρο του: «Ο κορυφαίος μεταπολεμικός θεατρικός μας συγγραφέας άνοιξε δρόμους με το έργο του. Τώρα δίνει την ευκαιρία δια του έργου του να ανοίξουν οι λεωφόροι της νεοελληνικής θεατρολογίας».
Εκτός όμως από την προσφορά του στο θέατρο, έχουμε και την προσφορά του στον κινηματογράφο, στις ταινίες «Στέλλα», «Η αρπαγή της Περσεφόνης», «Ο Δράκος», «Το κανόνι και τ’ αηδόνι» που θεωρούνται πια κλασικές.
Ας μην παραλείψουμε επίσης να αναφέρουμε το χρονικό του «Μαουτχάουζεν» που επανεκδίδεται και διαβάζεται επί σαρανταπέντε χρόνια.
Θα ήθελα με χαρά να προσθέσω ότι ο Καμπανέλλης είναι από τους δημιουργούς που τιμήθηκε και τιμάται εν ζωή με τόσες διακρίσεις: Ανακηρύχτηκε Επίτιμος Διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής  του Πανεπιστημίου της Κύπρου. Επίτιμος Διδάκτωρ της Σχολής Καλών Τεχνών του Αριστοτελείου  Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Επίτιμος διδάκτωρ της Σχολής Θεατρολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1999 εξελέγη παμψηφεί τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, εγκαινιάζοντας με την καταξιωμένη προσωπικότητά του τη νεοϊδρυθείσα έδρα Θεατρικής Δραματουργίας. Έχει επίσης τιμηθεί από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας με την απονομή ανωτάτου παρασήμου.
Γιώργος Πεφάνης – Θεατρολόγος, Καθηγητής Σχολής Θεατρικών σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών

Share
Κατηγορίες: ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ : Το θέατρο είναι ένα «μεγαλοφυές ψεύδος» που μας ανεβάζει ψηλά για να συναντήσουμε τον καλύτερο εαυτό μας

Το Θέατρο στην Εκπαίδευση

Συνέντευξη του εκπαιδευτικού και σκηνοθέτη Τάκη Τζαμαργιά

Παιδεύω: Κύριε Τζαμαργιά, πώς εντάσσεται σήμερα το θέατρο στην εκπαίδευση με βάση το Αναλυτικό Πρόγραμμα;

Τάκης Τζαμαργιάς: Ουσιαστικά, μιλάμε για μια συστηματική θεατρική αγωγή η οποία ξεκινάει από το νηπιαγωγείο και φτάνει μέχρι το λύκειο. Ακολουθεί τη σπειροειδή ανέλιξη του Βruner, όπως ισχύει για όλα τα μαθήματα, από τις απλούστερες μορφές στις πλέον σύνθετες, με μια ισόρροπη σχέση ανάμεσα στην παιδαγωγική σκοπιμότητα και την καλλιτεχνική δημιουργία. Το θέατρο μέχρι πρόσφατα ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με τις γιορτές και τις εκδηλώσεις του σχολείου στην Ελλάδα. Σήμερα, εκτός από τις γιορτές και τις εκδηλώσεις, όπου ανανεώνεται συνεχώς το περιεχόμενο καθώς έχουν ανανεωθεί κατά πολύ οι πηγές απ’ όπου αντλούν υλικό οι εκπαιδευτικοί, το πρόβλημα παραμένει ως προς το «πώς» και όχι ως προς το «τι». Μετράει το πώς μεταφέρεται και εξελίσσεται κάτι πάνω στη σκηνή, στην αυτοσχέδια σκηνή της τάξης ή του σχολείου. Το πώς παίρνει σάρκα και οστά. Επομένως, εκτός από τη μορφή αυτή καθεαυτή, να ποιο είναι το διαφορετικό που φέρνουμε: Το θέατρο ως εργαλείο διδακτικής μεθοδολογίας για την προσέγγιση αφηγηματικών κειμένων και όχι μόνο μαθημάτων, προκειμένου το μάθημα να γίνει πιο άμεσο, πιο ζωντανό, πιο εποπτικό, πιο βιωματικό.

Το θέατρο στην εκπαίδευση είναι αυτοσκοπός, δηλαδή  αντικείμενο πολιτισμού έτσι όπως αυτό υπηρετεί το σχολείο. Είναι οι προγραμματισμένες δυο ώρες ανά δεύτερη εβδομάδα για την Πέμπτη και Έκτη τάξη με βιβλίο, ενώ για τις προηγούμενες τάξεις γίνεται παραπομπή στο βιβλίο αυτό χωρίς να το έχουν οι μαθητές. Οι δάσκαλοι, δηλαδή, αντλούν υλικό από αυτό και το προσαρμόζουν ανάλογα με τη δυναμική και τις ανάγκες του μαθήματος. Γίνεται λόγος για μια συστηματική θεατρική αγωγή, από το νηπιαγωγείο μέχρι και το λύκειο. Στην περίπτωση αυτή έχουμε απόσπασμα δραματουργίας, όπως συμβαίνει στο βιβλίο της Α’ Λυκείου στο μάθημα «Στοιχεία Θεατρολογίας», έχουμε ιστορία θεάτρου όπου και εντάσσεται το απόσπασμα από τη δραματουργία, έχουμε θεωρία θεάτρου και πρακτικές ασκήσεις για εφαρμογή, δηλαδή μια σειρά από δραστηριότητες που μέσα από αυτές μπορεί κανείς να πλησιάσει το κείμενο και από το κείμενο να συναντήσει την ιστορία.

Τέλος, εφόσον είναι ξεκάθαρο πλέον ότι τα κοινωνικά δεδομένα έχουν αλλάξει, το θέατρο πια έχει μια κοινωνική αποστολή και γίνεται ταυτόχρονα κοινωνικό εργαλείο. Βλέπουμε έτσι το θέατρο στην κοινωνική του διάσταση κι έχει πάρα πολύ ενδιαφέρον το πώς μπορεί κανείς από την Πέμπτη δημοτικού και ως το γυμνάσιο και το λύκειο να διερευνήσει ζωντανά επίκαιρα κοινωνικά θέματα μέσα απ’ αυτό. Κάτι τέτοιο μας δίνει τη δυνατότητα να οδηγηθούμε σε δρώμενα, σε διακειμενικές συνθέσεις. Εδώ πια βγαίνουν θεματικές που άπτονται κοινωνικών προβλημάτων, τις οποίες διερευνούν δάσκαλοι και μαθητές. Εκεί υπάρχει πολύς χώρος για την προσωπική θέση των παιδιών. Υπάρχει, δηλαδή, σήμερα μια γενικότερη αντίληψη για το θέατρο ως ένα φαινόμενο πολύσημο, όπου η προσέγγιση δεν είναι μόνο κειμενοκεντρική όπως ήταν ουσιαστικά παλιότερα. Σήμερα μιλάμε για μια μετάβαση από τη φιλολογία στο χώρο πλέον της σκηνής.

Παιδεύω: Μπορεί το μάθημα της Ευέλικτης Ζώνης με την εφαρμογή της διαθεματικότητας να αποτελέσει τον πυλώνα θεατρικής δημιουργίας;

Τάκης Τζαμαργιάς: Μπορεί εκατό τοις εκατό. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία. Νομίζω ότι με βάση την κοινωνική διάσταση του θεάτρου που ανέφερα πριν, το θέατρο ως εργαλείο προσέγγισης ευαίσθητων κοινωνικών θεμάτων μπορεί να λειτουργήσει άψογα, διαθεματικά και διαπολιτισμικά μέσα απ’ την ευέλικτη ζώνη.

Οποιοδήποτε θέμα και να πιάσεις, που θα το δεις μέσα από την ιστορία, τα θρησκευτικά, τη λογοτεχνία, τη φυσική και τα άλλα μαθήματα, για να επικοινωνήσει, στο τέλος, για να βγει προς τα έξω και για τους μαθητές των άλλων τάξεων αλλά και για την τοπική κοινωνία, πρέπει να αποκτήσει μια φόρμα. Αυτή τη φόρμα την προσφέρει, νομίζω, πλουσιοπάροχα το θέατρο. Δηλαδή, οποιοδήποτε θέμα κι αν επεξεργάζεται ο δάσκαλος στα πλαίσια της Ευέλικτης Ζώνης, την οποία εγώ υπερασπίζομαι απόλυτα γιατί τη θεωρώ ως την πιο πρωτοπόρα μορφή στη εκπαίδευση αυτή τη στιγμή, μπορεί να του δώσει μορφή μέσα από τη θεατρική πράξη.

Παιδεύω: Ποιες είναι εκείνες οι προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν ανάμεσα στο δάσκαλο και τους μαθητές την επιτυχία της αμφίδρομης επικοινωνίας, που είναι το βασικό χαρακτηριστικό της θεατρικής πράξης;

Τάκης Τζαμαργιάς: Πιστεύω ότι το σημαντικότερο είναι να ξεκινάει κανείς από

οποιοδήποτε κείμενο ή θέμα και ουσιαστικά όλο αυτό να γίνεται αφορμή να μιλήσει ο ίδιος ο μαθητής για τον εαυτό του, για τον άνθρωπο και τον κόσμο. Πρέπει να υπάρχει μια τέτοια ματιά από πλευράς δασκάλου που να ενεργοποιεί το μαθητή, να τον τοποθετεί κριτικά απέναντι σε ό, τι συμβαίνει γύρω του. Έτσι με αφορμή κάποιο θέμα αρχίζει να εκφράζεται, γιατί υπάρχει η παιδευτική διάσταση του ρόλου. Προκειμένου να προσεγγίσω ένα ρόλο και να ανταποκριθώ σ’ αυτόν

αποτελεσματικά, αρχίζω και διερευνώ  πάρα πολλούς τομείς: «Πού βρίσκεται αυτός;», «Πώς;», «Πότε;», «Γιατί συμπεριφέρεται έτσι;», «Γιατί το κάνει αυτό έτσι;». Μοιραία αναπτύσσεται η έννοια της ενσυναίσθησης όταν, ηθελημένα ή όχι, χωρίς διδακτισμό, χωρίς παρότρυνση, μπαίνω στη θέση του άλλου. Χωρίς να χρειάζεται να ψάξουμε κάτι με λόγια, απλώς και μόνο για να βρούμε το ρόλο, θα πρέπει πρώτα πρώτα να τον κατανοήσουμε και μέσα από την κατανόηση  να τον διερευνούμε, άρα να τον προσεγγίσουμε.

Παιδεύω: Ποιες πρέπει να είναι οι προϋποθέσεις μιας παράστασης που στήνεται από παιδιά;

Τάκης Τζαμαργιάς: Προσωπικά πιστεύω ότι η παράσταση  είναι ένα θέμα που πρέπει να αφορά πρωταρχικά τον ίδιο τον εκπαιδευτικό. Αυτός θα πρέπει να έχει την ευθύνη της επιλογής. Εγώ είμαι κατά του να παίρνεις ένα έργο άρτιο θεατρικά και να το ανεβάζεις. Από το έργο αυτό θα πρέπει να αντλήσεις υλικό, να βρεις τα επίμαχα σημεία. Στόχος σου είναι να ενεργοποιήσεις όλους τους μαθητές. Μπορεί να έχουμε πολλαπλασιασμό ρόλου ή να έχουμε διαφορετικές εκδοχές του ίδιου ρόλου. Σημασία έχει ακόμη και σε αυτή την περίπτωση να περάσω μέσα από μια εργαστηριακή διαδικασία, χωρίς να σημαίνει ότι δεν με ενδιαφέρει το αποτέλεσμα, στο οποίο πρέπει να υπάρχει μια ισόρροπη σχέση ανάμεσα στην παιδαγωγική διάσταση και την καλλιτεχνική δημιουργία. Για να υπάρχει καλλιτεχνική δημιουργία θα πρέπει να περάσει κανείς από απλούστερες μορφές σε πιο σύνθετες, δηλαδή να διερευνήσει επιμέρους συμπεριφορές. Όλα αυτά, βέβαια, είναι αρκετά  χρονοβόρα. Δεν υποστηρίζω την άποψη ότι οι άνθρωποι θα πρέπει να είναι ειδικοί.

Νομίζω ότι οι δάσκαλοι, ανάλογα με το πώς ορίζουν τα πράγματα, έχουν και τα αντίστοιχα αποτελέσματα. Ο χρόνος που θα διαθέσει κανείς γι’ αυτό που κάνει, θα φανεί και στην παράσταση. Η παράσταση είναι πάντα ακτινογραφία μιας διαδικασίας. Στόχος είναι να γίνει μια υπόθεση των παιδιών, έτσι ώστε να μπορέσουν να δικαιολογήσουν μέσα τους το γιατί κάνουν πρόβες. Η πρόβα δεν είναι ένα πράγμα που επαναλαμβάνεται. Πρέπει κάθε φορά να κρατιέται κάτι σταθερό και ταυτόχρονα κάτι να ανατρέπεται. Με αυτόν τον τρόπο εξελίσσεται, κομματάκι-κομματάκι. Υπάρχει μια ολόκληρη διαδικασία, μια σειρά από απαραίτητες τεχνικές που πρέπει να εφαρμόζονται. Είναι απαραίτητο να γίνονται όλο και περισσότερα σεμινάρια και, κυρίως, από ανθρώπους σχετικούς. Φυσικά και δεν υποστηρίζω ότι όλοι οι εκπαιδευτικοί πρέπει να κάνουν θέατρο. Πιστεύω ότι μπορούν να κάνουν μόνο εκείνοι που σημαίνει κάτι γι’ αυτούς, που «το θέατρο μιλάει μέσα τους». Η έννοια του εκπαιδευτικού-σκηνοθέτη είναι απαραίτητη. Ο δάσκαλος από εμψυχωτής γίνεται και σκηνοθέτης. Επιλέγει από αυτά που καταθέτουν τα παιδιά, απορρίπτει ένα μέρος απ’ αυτά δικαιολογώντας το γιατί, κρατάει το ωφέλιμο και πάει παρακάτω. Κάτι ακόμη που είναι πολύ σημαντικό: αν πάρω ένα συγκεκριμένο έργο, ο στόχος μου δεν είναι να κάνω μια αναπαραγωγή του επαγγελματικού θεάτρου, αλλά να το προσαρμόσω στις ανάγκες της τάξης και, ακόμα καλύτερα, στις ανάγκες της τοπικής κοινωνίας. Από αυτό θα κόψω πράγματα που είναι περιττά, πράγματα στα οποία τα παιδιά δεν μπορούν να ανταποκριθούν και θα κρατήσω το ωφέλιμο. Εκεί θα προστεθούν και προτάσεις δικές τους, ακόμα κι από άλλα κείμενα. Προσωπικά είμαι πάντοτε υπέρ των συνθέσεων.

Παιδεύω: Άραγε πρέπει όλα τα παιδιά να εμπλέκονται σε ένα θεατρικό δρώμενο και πότε επιτρέπονται εξαιρέσεις;

Τάκης Τζαμαργιάς: Πρέπει να προκαλούνται όλα. Πρέπει να υπάρχει πρόκληση προς όλα τα παιδιά. Από προσωπική εμπειρία θυμάμαι ότι είχα μαθήτριες οι οποίες στην αρχή δεν ήθελαν να συμμετάσχουν γιατί είχαν κάτι άλλο στο μυαλό τους, ήταν παγιδευμένες στην εικόνα του ρόλου. Βλέποντας από μέρα σε μέρα πώς εξελίσσονταν τα πράγματα, μου το ζητούσαν στη συνέχεια μόνες τους. Στην αρχή τις προκαλούσα, τους έλεγα «πώς το βλέπετε αυτό; Πείτε μου τη γνώμη σας» και μετά ήρθαν μόνες τους και μου είπαν «θέλουμε κι εμείς να παίξουμε». Δεν πρέπει να πιέζουμε κανέναν, αλλά πρέπει με κάποιον τρόπο να προκαλέσουμε τα παιδιά. Επίσης, δεν πρέπει να θεωρούμε δεδομένα τα πολύ ανοιχτά παιδιά… Το θέατρο, κατά τη γνώμη μου, απευθύνεται σε ανθρώπους περισσότερο εσωστρεφείς. Σε αυτούς που δεν τους επιτρέπεται πολύ εύκολα να εκφραστούν και που τους δίνεται η ευκαιρία να το κάνουν αυτό κάτω από συνθήκες σύμβασης, όπως είναι το θέατρο. Όπου «είναι ο ρόλος και δεν είμαι                  εγώ», μου δίνεται μεγαλύτερη ελευθερία να είμαι αληθινός και μάλιστα εκ του ασφαλούς, χωρίς συνέπειες. Βλέπεις παιδιά που δεν το φαντάζεσαι, που την πρώτη μέρα πολύ δειλά τολμούν να ψελλίσουν κάτι, πως στη συνέχεια μπορούν να μεταμορφωθούν από μέρα σε μέρα. Μπορώ να καταθέσω πάρα πολλές τέτοιες προσωπικές εμπειρίες. Δεν απευθυνόμαστε, δηλαδή, μόνο στα παιδιά τα κάπως «τσαχπίνικα», τα άνετα, που έχουν ευκολίες έκφρασης, κολλώντας τους την ετικέτα του «θεατρίνου».

Παιδεύω: Με βάση την πολύχρονη εμπειρία σας, τόσο ως μάχιμος δάσκαλος όσο και ως εκπαιδευτικός θεάτρου και σκηνοθέτης, τι πιστεύετε ότι εισπράττουν τα παιδιά και οι δάσκαλοι μετά από την από κοινού συμμετοχή τους σε μια θεατρική διαδικασία;

Τάκης Τζαμαργιάς: Νομίζω ότι η παιδευτική διάσταση του θεάτρου έγκειται αφενός μεν στην έννοια του ρόλου, αφετέρου στο ότι σε μαθαίνει ότι για τα πράγματα δεν υπάρχει ένας και μοναδικός δρόμος. Η ίδια η λειτουργία του θεάτρου στο σχολείο, από μόνη της, προσφέρει μια άλλη ματιά και αντίληψη για τα πράγματα. Το θέατρο μέσα από την απεριόριστη πολυσημία του δείχνει αυτόν τον πλούτο, ότι δηλαδή δεν υπάρχει ένας δρόμος για τα πράγματα. Αυτό που ουσιαστικά είναι και το ζητούμενο στη γνώση.

Share
Κατηγορίες: ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Το Θέατρο στην Εκπαίδευση

Η καθιέρωση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα (30 Απριλίου 1926)

Γράφει ο Γιάννης Κοιλής – δάσκαλος

Θα είχε όντως ενδιαφέρον η μελέτη των αιτίων που οδήγησαν τη δικτατορία του Πάγκαλου στην επιβολή της υποχρεωτικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα.

Με την πάροδο του χρόνου, βέβαια, αλλάζουν οι στόχοι των κυβερνήσεων. Τα κράτη της Ευρώπης –στην πλειονότητα των οποίων η υποχρεωτική εκπαίδευση διαρκεί από 9 έως 10 χρόνια– υποστηρίζουν μέσω της παιδείας, εκτός από την ιδεολογική αναπαραγωγή τους και τις ανάγκες της οικονομίας, θεμελιώδεις στόχους της σύγχρονης δημοκρατίας:

  • το δικαίωμα όλων στη μόρφωση
  • τη θεμελιώδη αρχή της μη δημιουργίας διακρίσεων βάσει της ιθαγένειας
  • την ενσωμάτωση των αλλοδαπών μαθητών και μαθητριών στις κοινωνικές και οικονομικές δομές της χώρας υποδοχής

Η υποχρεωτική εκπαίδευση στην Ελλάδα καλείται να φέρει εις πέρας ένα έργο ιδιαίτερα πολύπλοκο. Ο εκπαιδευτικός μηχανισμός οφείλει να προσαρμοστεί στις ανάγκες της σημερινής κοινωνίας. Στην προσπάθειά του αυτή προσκρούει σε εγγενή προβλήματα που τον καθιστούν δυσλειτουργικό. Έτσι, εμποδίζεται ακόμη από παράγοντες που τον χαρακτήριζαν από την εποχή της επιβολής της υποχρεωτικής μόρφωσης στη χώρα.

Όσοι ασχολούνται με την πρωτοβάθμια εκπαίδευση διακρίνουν στα αιτήματα του παραπάνω άρθρου σημεία που θα τους προβληματίσουν. Γνωρίζουμε, λ.χ., ότι «η αισθητική του μαθητού μόρφωσις, η άσκησις και θεραπεία του σώματος» είναι περιθωριακά στοιχεία στη σημερινή εκπαίδευση. Παράλληλα, συντηρούνται στοιχεία αναχρονιστικά όπως «η θρησκευτική αγωγή και ο εθνικός φρονηματισμός» μέσα από την υποχρεωτική διδασκαλία των Θρησκευτικών, μέσα από την υποχρεωτική πρωινή προσευχή και τον εκκλησιασμό, μέσα από τον συχνά τραγελαφικό εορτασμό εθνικών επετείων, τις παρελάσεις ανίδεων παιδιών που παριστάνουν άθελά τους τους πολεμιστές, μέσα από την ελληνοκεντρική διδασκαλία του μαθήματος της Ιστορίας. Ιδίως στις μεγαλύτερες τάξεις του Δημοτικού Σχολείου ξέρουμε ότι στην πραγματικότητα οι εκπαιδευτικοί επικεντρώνονται στη διδασκαλία της Γλώσσας και των Μαθηματικών. Ανάλογη είναι η θέση μας στους διεθνείς πίνακες αξιολόγησης των επιδόσεων των μαθητών: είμαστε από τους τελευταίους στην κατανόηση κειμένων και στον λογικό συλλογισμό.

Παράλληλα, η κατάρτιση του εκπαιδευτικού προσωπικού και τα υλικοτεχνικά μέσα που έχει στη διάθεσή του δεν επαρκούν για να ανταποκριθεί στον ρόλο του. Οι διαβεβαιώσεις των αρμοδίων για το αντίθετο συνιστούν προσβολή και αποτελούν μέρος του προβλήματος: όσο μας διαβεβαιώνουν πως είμαστε καλοί δάσκαλοι, πως οι κενές περιεχομένου και νοήματος επιμορφώσεις μάς κάνουν καλύτερους, πως οι παρουσία διαδραστικών πινάκων θα μας καταστήσουν Φιλανδούς, τόσο θα ατενίζουμε την αθλιότητα των σχολείων με επικίνδυνα εξιδανικευτική διάθεση.

Η κοινωνία αλλάζει ραγδαία και το σχολείο καλείται να προσαρμοστεί. Τα νέα κοινωνικά πρότυπα απομακρύνουν εδώ και δεκαετίες του ανθρώπους  από εκείνο που παλιά ορίζαμε ως ευρύτερη παιδεία. Παράλληλα, η οικονομοκεντρική οργάνωση της κοινωνικής πραγματικότητας συνθλίβει την κοινωνική συνοχή και προάγει έναν ατομικισμό ολοένα και περισσότερο ιδιωτικό, παράγει υποκείμενα που μέσα από τη διαφημιζόμενη λατρεία της ιδιοτέλειας μετατρέπονται σε αντικείμενα της αγοράς. Θεσμοί αλληλεγγύης που πρόσφεραν ασφάλεια και εφόδια στα παιδιά, όπως η οικογένεια, υποφέρουν από το φάντασμα μιας προσωπικής αυτοολοκλήρωσης που δεν αφήνει χώρο σε άλλον. Έτσι, το σχολείο προσπαθεί αμήχανο να προσφέρει πρότυπα χωρίς να μπορεί να πείσει για τη χρησιμότητά τους.

Η Ευρώπη αλλάζει. Μια από τις σημαντικότερες αλλαγές, εκείνη που αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη πρόκληση για τα σχολεία της, είναι η δημογραφική. Από τη μας μαστίζει μια υπογεννητικότητα που συνάδει με τον εγωκεντρισμό μας, από την άλλη πρέπει να εντάξουμε τους απαραίτητους για την οικονομία μας αλλοδαπούς στον πληθυσμό της χώρας. Η συνύπαρξη των πολιτισμών μέσα στη τάξη, όμως, βιώνεται ως ενοχλητικό πρόβλημα, όχι ως η νέα μας πραγματικότητα. Έργο μας είναι να συμβάλλουμε στη σύνθεση αυτών των νέων δεδομένων.

Για να ανταποκριθεί η υποχρεωτική δημόσια εκπαίδευση σε αυτή την κατάστασηχρειάζεται να αναβαθμιστεί. Για να γίνει αυτό, θα πρέπει να υπάρχουν:

-Καλή αναλογία παιδιών/δασκάλων.

-Καλά εκπαιδευμένοι δάσκαλοι.

-Συνεργασία με τους γονείς.

Η κρίση, όμως, δεν φαίνεται να καθιστά προς το παρόν εφικτές αυτές τις αλλαγές. Λόγος γίνεται για μια αναλογία 30 μαθητών προς έναν εκπαιδευτικό. Οι δάσκαλοι είναι κακά εκπαιδευμένοι, ενώ, σαν να μην έφτανε αυτό, θεωρούνται επίσης εμπόδιο στην πολιτική εξόδου από την οικονομική κρίση, όπως λέγεται πως ισχυρίστηκε ο απόγονος του δικτάτορα στρατηγού που επέβαλλε την υποχρεωτική εκπαίδευση στη χώρα. Και οι γονείς δεν εμπλέκονται στην εκπαιδευτική διαδικασία. Τρέχουν να προλάβουν τα χρέη τους οι άνθρωποι.

Η κρίση μπορεί να είναι ευκαιρία ή δικαιολογία. Εκείνο που απαιτείται είναι να εκπληρώσει η υποχρεωτική εκπαίδευση στην Ελλάδα το χρέος της απέναντι στους μαθητές και τις μαθήτριες: να τους δώσει τα εφόδια ώστε να γίνουν ενεργοί πολίτες της δημοκρατίας μας, μορφωμένοι και ευφάνταστοι, ευέλικτοι και δημιουργικοί, κριτικοί και παραγωγικοί.

Στην πορεία αυτή οι εχθροί δεν είναι οι εκπαιδευτικοί. Οι δάσκαλοι και οι δασκάλες καλούνται να συνοδεύσουν για ένα σημαντικό μέρος της ζωής τους τα παιδιά και να τα βοηθήσουν κατά τη διάρκεια της κρίσης για την οποία εκείνα ευθύνονται λιγότερα από όλους. Στερώντας από τους εκπαιδευτικούς την αξιοπρέπεια –τόσο ως προς τη δυνατότητά τους να συντηρήσουν τον εαυτό τους και τις οικογένειές τους, όσο και ως προς το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κληθούν να ανταποκριθούν στο έργο που τα αναθέτει το κράτος– προσφέρει κανείς κακές υπηρεσίες στην κοινωνία. Οι ταπεινωμένοι δάσκαλοι διαπλάθουν ταπεινωμένους πολίτες. Και οι πολίτες δίχως αξιοπρέπεια θα επαναλάβουν τα λάθη των αναξιοπρεπών προγόνων τους.

Ας κλείσουμε πάλι με τον άνθρωπο που επέβαλλε την υποχρεωτική εκπαίδευση στη χώρας μας.

Η εκτέλεση των καταδίκων με απαγχονισμό εισήχθη στην Ελλάδα τον Ιούλιο του 1925 με διάταγμα της κυβέρνησης Πάγκαλου. Σκοπός ήταν να παραδειγματιστούν οι καταχραστές δημοσίου χρήματος. Οι βαρβαρότητες αυτές ανήκουν στο παρελθόν. Σήμερα τιμωρούνται οι εκπαιδευτικοί για να μην τιμωρηθούν οι καταχραστές. Ωραίος πίνακας!

Share
Κατηγορίες: ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η καθιέρωση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα (30 Απριλίου 1926)

ΚΩΣΤΑΣ ΘΩΜΑΪΔΗΣ: Εύχομαι στα παιδιά να βρουν το δάσκαλο που τους αξίζει

Συνέντευξη στο «Παιδεύω»

Παιδεύω: Κύριε Θωμαϊδη, ο πειρασμός για τα μουσικά σας φτερουγίσματα μπήκε στο αίμα σας από πολύ μικρή ηλικία. Περιγράψτε μας συναισθήματα και βιώματά σας εκείνης της ηλικίας.

Κώστας Θωμαϊδης: Θεωρώ τον εαυτό μου πάρα πολύ τυχερό, γιατί είχα υπέροχα παιδικά χρόνια, κάτι που είναι καθοριστικό για την πορεία των ανθρώπων. Μη ξεχνάμε ότι τα παιδικά μας χρόνια είναι το σπίτι μας, όπου πολλές φορές επιστρέφουμε μέσα από τις αναμνήσεις. Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου τον θυμάμαι να τραγουδάει. Από 6 χρονών περίπου έβγαινα στο μπαλκόνι του σπιτιού μου και άκουγα απέναντι να μου φωνάζουν: «Κωστάκη, τραγούδησέ μας!». Κι εγώ δεν ήθελα δεύτερη κουβέντα, τραγουδούσα! Εκεί βρέθηκε και ένας θείος της μητέρας μου, της γιαγιάς μου αδερφός, ένας άνθρωπος που δεν είχε μεν παιδιά, αλλά είχε εμένα σαν παιδί του. Ένας άνθρωπος που λάτρευε τη μουσική και όλα αυτά που δεν μπόρεσε να κάνει μέσα από τη μουσική στη ζωή του λόγω της βιοπάλης, προσπάθησε να τα κάνει μέσα από τα δικά μου μάτια, μέσα από την δική μου ύπαρξη. Έτσι, λοιπόν, ήταν ο άνθρωπος που με πήρε από το χέρι, με πήγε στο Παιδικό Θέατρο της Θεσσαλονίκης της αξέχαστης Μαίρης Σωϊδου, της μεγάλης μου δασκάλας. Ξεκίνησα να βρίσκομαι στο πάλκο, στη σκηνή από ηλικία 7 ετών, να τραγουδάω και να παίζω ρόλους, όπου είχα και ένα ιδιαίτερο ταλέντο σαν παιδί – ηθοποιός. Ήτανε χρόνια πανέμορφα, γιατί το Παιδικό Θέατρο ήτανε θέατρο χωρίς επαγγελματίες ηθοποιούς, μόνο με παιδιά, χωρίς να πληρωνόμαστε όμως λειτουργούσαμε όλοι σε επαγγελματική βάση. Τα παιδιά, λοιπόν, που ήμασταν εκεί, παίζαμε. Ήτανε για μας το θέατρο και το τραγούδι ένα παιχνίδι. Περιμέναμε πότε θα έλθει το πρωί της Κυριακής, να τρέξουμε στο θέατρο, να παίξουμε κυνηγητό, να πειράξει ο ένας τον άλλον και μετά να βγούμε στη σκηνή να παρουσιάσουμε ένα παραμύθι. Ήμασταν τότε δύο παιδιά – θαύματα στη Θεσσαλονίκη, εκεί που μεγάλωσα, που παίζαμε τους πρώτους ρόλους και τραγουδούσαμε – εγώ και η Τάνια Τσανακλίδου. Μαζί μεγαλώσαμε, μαζί παίζαμε. Όλη αυτή η διαδικασία ομόρφυνε πάρα πολύ τα παιδικά μου χρόνια. Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, είχα μια λέξη στο μυαλό: τη λέξη «μουσική».Το ραδιόφωνο κι αργότερα το πικ- απ που ήλθε στο σπίτι, ήταν τα στοιχεία που άνοιξαν την πόρτα και με βάλανε μέσα στο μαγικό κόσμο της μουσικής. Άκουγα, άκουγα, άκουγα δισκάκια μικρά που ζητούσα και μου αγόραζε ο πατέρας μου ή ο μεγαλύτερος αδελφός μου που τα έχω ακόμη μέχρι και σήμερα. Η συλλογή των δίσκων μου ξεκινάει από την παιδική μου ηλικία και είναι ανεκτίμητοι θησαυροί. Τα συναισθήματα ήταν πάρα πολλά κι όλα γλυκά συναισθήματα. Είμαι πολύ τυχερός για ότι έζησα στην παιδική μου ηλικία και τώρα που έχω μεγαλώσει, κι όσο μεγαλώνω πιο πολύ, δεν είναι λίγες οι φορές που επιστρέφω νοερά σε κείνα τα χρόνια, σε κείνες τις εικόνες με νοσταλγία που μένουν αναλλοίωτες στο μυαλό μου.

Παιδεύω: Μικρός εσείς τότε, ωστόσο, μεγαλώνοντας ασχοληθήκατε πρώτ’ απ’ όλα με τα παιδιά. Πόσο σημαντικό ρόλο για την καλλιέργεια της αυτογνωσίας αλλά και την ανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού  παίζει η μουσική ή το θεατρικό παιχνίδι;

Κώστας Θωμαϊδης: Η μουσική, το θέατρο και κάθε είδος τέχνης, όχι μόνο για τα παιδιά, αλλά για όλο τον κόσμο, ανεξαρτήτως ηλικίας παίζουν έναν πολύ σημαντικό ρόλο. Όχι μόνο για την ποιότητα της αισθητικής που αναπτύσσει ο άνθρωπος, αλλά και για την αγαλλίαση της ψυχής του. Πολύ περισσότερο αυτό ισχύει για ένα παιδί. Ο κόσμος που πλάθει ένα παιδί είναι ένας πολύχρωμος κόσμος, παραμυθένιος, με πράγματα που δεν στέκουν στην πραγματικότητα. Εκεί βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, όλο το μυστικό: Στον παραμυθένιο κόσμο που ζουν τα παιδιά, με τα παιχνίδια που παίζουν. Το παιχνίδι είναι δικαίωμα των παιδιών που πολλές φορές εμείς οι μεγαλύτεροι, οι γονείς με το «κάνε τούτο και τ’ άλλο» το παραβλέπουμε. Έτσι αφαιρούμε από το παιδί το σημαντικότερο πράγμα για την ανάπτυξή του που είναι το παιχνίδι. Που βοηθάει αποφασιστικά στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του. Πολύ σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του παιδιού παίζει η καλή μουσική, το καλό θέατρο και κάθε είδος τέχνης που είναι προσιτό στο παιδί. Έτσι μέσα από ένα έργο που μπορεί να το καταλάβει και το παιδί αναπτύσσει την αισθητική του και ομορφαίνει τον ψυχικό του κόσμο.

Παιδεύω: Πως εκτιμάτε τη συμμετοχή της μουσικής αλλά και της θεατρικής παιδείας στο καθημερινό διδακτικό έργο στη σχολική αίθουσα και έξω απ’ αυτή;

Κώστας Θωμαϊδης: Το τι πρέπει να γίνει στο σχολείο το ξέρουμε. Το κακό είναι το τι γίνεται στο σχολείο. Πρέπει να είναι πολύ τυχερό ένα παιδί για να έχει έναν δάσκαλο ή δασκάλα που να έχει μεράκι και να μεταδίδει αυτό το μεράκι στη σχολική καθημερινότητα. Και δεν ξέρω για πόσο καιρό, γιατί είναι τόσο αντίξοες οι συνθήκες εργασίας για τους δασκάλους, που πολλές φορές χάνουν το κουράγιο τους και γίνονται «δημόσιοι υπάλληλοι» – με την κακή έννοια – και έτσι διεκπεραιώνουν κάτι και δε μεταδίδουν γνώση. Στο «τι πρέπει να γίνει» χρειάζεται δημιουργική φαντασία από τους ιθύνοντες που δυστυχώς δεν την έχουν. Οι επιθεωρητές κάθονται πίσω από ένα γραφείο και μέσα από χαρτιά και διαταγές νομίζουν πως μπορούν να βάλουν μέσα στο παιδί την γνώση με την δημιουργική της πλευρά. Η γνώση μπαίνει μέσα στο παιδί σαν παπαγαλία και ξεχνιέται αμέσως αύριο. Το ζητούμενο είναι εφόσον μπει να μείνει. Η μουσική, το θεατρικό παιχνίδι είναι, κατά τη γνώμη μου, απαραίτητα εκπαιδευτικά μέσα. Φτάνει ωστόσο να γίνονται και από ανθρώπους που κάτι γνωρίζουν απ’ αυτά και δεν κάνουν πειράματα πάνω στα παιδιά, γιατί εκεί μπορούν να δημιουργήσουν τερατουργήματα. Το ότι πρέπει να υπάρχει αυτή η ενασχόληση, είναι αδιαμφισβήτητο και είμαι ο πρώτος που το ζητάει ως πατέρας παιδιού δημοτικού σχολείου. Δυστυχώς, όμως, τις περισσότερες φορές δεν γίνεται.

Παιδεύω: Τι θα προτείνατε σ’ εκείνο τον δάσκαλο που αγχωμένος, συχνά υπερπροσπαθώντας αγωνίζεται να περάσει στα παιδιά τις αξίες της μουσικής μας παράδοσης;

Κώστας Θωμαϊδης: Ηρεμία χρειάζεται. Ηρεμία και αγάπη γι’ αυτό το λειτούργημα που κάνει. Δεν είναι «επάγγελμα» ο δάσκαλος. Η διδασκαλία είναι λειτούργημα. Δυστυχώς γίνεται «επάγγελμα». Και πως να μην γίνει «επάγγελμα», όταν οι απολαβές, όχι μόνο οι οικονομικές, αλλά και οι ηθικές των δασκάλων είναι κατωτάτου επιπέδου. Ο άνθρωπος που διαμορφώνει το παιδί μας, είναι κακοπληρωμένος και οι συνθήκες που δουλεύει απέχουν πάρα πολύ από το να είναι απλά υποφερτές, ανθρώπινες. Παρακολουθώ καμιά φορά ρεπορτάζ όπου παιδιά κάνουν μάθημα με το παλτό, γιατί δεν υπάρχει θέρμανση σε συνθήκες ανθυγιεινές. Έτσι δε μπορεί να μάθει γράμματα το παιδί. Δε μπορεί να υπάρξει δημιουργία από το παιδί. Όταν μεταφέρουμε τις γνώσεις στα παιδιά ζητάμε και αυτά να μας επιστρέψουν τη δημιουργία τους. Όσο δίνουμε στο παιδί, άλλο τόσο παίρνουμε κι εμείς οι μεγάλοι απ’  αυτό.

Παιδεύω: Μπορεί, άραγε, να ελπίζει ο σημερινός δάσκαλος αλλά και ο ανήσυχος γονιός ότι το παιδί του τελικά στη ζωή του θα αποτινάξει την δικτατορία της υποκουλτούρας αρκετών ισχυρών μέσων επικοινωνίας, ότι θα μπορέσει να αναδείξει τις ικανότητες, δεξιότητες και συμπεριφορές που του χάρισε η φύση; Ή είναι καταδικασμένο να αναπαράγει ότι αυτοί αποφάσισαν;

Κώστας Θωμαϊδης: Από μια πρώτη ματιά σ’ αυτή την ερώτηση φοβάμαι πως τα πράγματα είναι πάρα πολύ σκούρα. Το παιδί είναι απροστάτευτο και γυμνό απέναντι στην τηλεόραση. Εδώ είμαστε εμείς, οι μεγάλοι. Δεν θα είναι το παιδί; Το πρόβλημα είναι ότι του προσφέρονται μέσα σε ένα μεγάλο δοχείο το κακό και το καλό ανακατεμένα μαζί, σε τέτοιο βαθμό που να μην είναι σε θέση να διακρίνει. Να ξεχωρίσει τι είναι το καλό και τι είναι το κακό. Εκεί που μπορεί να ενθουσιαστεί με μια υπέροχη μουσική από την «Λιλιπούπολη», την ίδια ώρα η τηλεόραση θα το γεμίσει με τις διάφορες «Καλομοίρες» και «Βισσο – βανδήδες», δηλαδή όλες αυτές τις life style «τραγουδίστριες» που βγαίνουν με εκθαμβωτικές τουαλέτες, με πράγματα που το μάτι ενός παιδιού αμέσως καρφώνεται πάνω τους. Νομίζω πως βασικό ρόλο παίζει το οικογενειακό περιβάλλον. Όταν οι βάσεις που παίρνει το παιδί από την οικογένειά του είναι καλές και στον τομέα της αισθητικής, νομίζω πως το παιδί πολύ σύντομα μόνο του, από τα παιδικά του χρόνια, αλλά κυρίως από την εφηβεία, θα αρχίσει να ψάχνει το καλό. Θα έχει δηλαδή δημιουργήσει ένα πρότυπο μέσα στο μυαλό του, θα έχει φίλτρα και θα έχει ένα καλό επίπεδο που δεν θα θέλει να το υποβαθμίσει. Θα ψάχνει για το πάνω απ’ αυτό. Είναι πολύ δύσκολα τα πράγματα, πάρα πολύ δύσκολα, ιδιαίτερα όταν γίνεται λόγος για μια γενιά που, σήμερα παιδιά – αύριο μεγαλώνοντας θα έχουν να αντιμετωπίσουν ένα πάρα πολύ μεγάλο πρόβλημα: Το δικαίωμα στη δουλειά. Όταν η γενιά των πτυχιούχων είναι γενιά των 600 και των 700 ευρώ, πώς να ζήσεις και πώς να βρεις την ηρεμία να ασχοληθείς ή να θαυμάσεις ένα καλλιτεχνικό έργο. Το ζήτημα της επιβίωσης είναι πολύ ισχυρό και χρόνο με το χρόνο βαίνει από το κακό στο χειρότερο.

Παιδεύω: Συνεργαστήκατε και συνεργάζεστε με τους σημαντικότερους έλληνες δημιουργούς. Ωστόσο είστε και μελετητής της μουσικής παράδοσης άλλων λαών και ιδιαίτερα της Μεσογείου, αλλά και της παγκόσμιας μουσικής. Πόσο χρήσιμη, άραγε, είναι μια τέτοια πολιτιστική ανάγνωση από τα σημερινά παιδιά – ελληνόπουλα, πολύ περισσότερο όταν η τάξη που συμμετέχουν έχει ήδη γίνει πολυεθνική;

Κώστας Θωμαϊδης: Το ότι έχει γίνει πολυεθνική η σχολική τάξη είναι για μένα θετικό. Γιατί όπου παντρεύονται οι κουλτούρες των λαών οι άνθρωποι έρχονται πιο κοντά. Θεωρώ, ωστόσο, βασικό ένα παιδί να μάθει πρώτ’ απ’ όλα την παράδοση της χώρας του. Όταν λέω παράδοση δεν εννοώ μονάχα τα δημοτικά τραγούδια. Η παράδοση είναι πλέον και η νεοελληνική τέχνη, δηλαδή η τέχνη μετά τον πόλεμο. Θεωρώ ότι το κάθε παιδί είναι βασικό να γνωρίζει αρκετά πράγματα από την παράδοση της χώρας του, έτσι ώστε να πατήσει για να αρχίσει να ενδιαφέρεται και για την κουλτούρα άλλων λαών. Πρέπει η διαφορετικότητα στις μέρες μας να είναι προνόμιο στους ανθρώπους, να μπορέσουν ν’ ανοίξουν το μυαλό τους, γιατί σύνορα δεν υπάρχουν πια. Να δημιουργήσουν έχοντας μεγαλύτερα εφόδια ότι μπορέσει ο καθένας στον τομέα που θα ακολουθήσει. Με ενοχλεί πάρα πολύ το γεγονός ότι κάθε 28η Οκτωβρίου σαν τραγούδια σχολικών γιορτών έχουμε τα τραγούδια του «Άξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη και του Μίκη Θεοδωράκη και ποτέ τα παιδιά δεν μπορούνε να καταλάβουν αυτό το έργο. Όταν τους παρουσιάζεται στις σχολικές γιορτές έτσι ξερά σαν θούριος, ενώ δεν είναι έτσι. Πόσοι από τους δασκάλους εξήγησαν τι είναι το «Άξιον Εστί» και το κάθε παρόμοιο έργο. Αυτό θεωρώ ότι είναι καταστροφικό με τον τρόπο που γίνεται. Μη γελιόμαστε, οι σχολικές γιορτές είναι να γίνουν για να γίνουν. Στο πόδι να πούμε δύο ποιήματα, να πούμε και δυο τραγουδάκια, χρόνια πολλά και γειά σας. Δεν είναι έτσι. Θα αναφέρω κάτι που δεν θα το ξεχάσω ποτέ: Στη Δευτέρα γυμνασίου κάναμε την «Ιφιγένεια εν Αυλίδι». Και την διδαχτήκαμε από τα αρχαία, με τη γραμματική, το συντακτικό κλπ. Εγώ δεν ήθελα ούτε να τα βλέπω ούτε να τ’ ακούω. Επειδή πέρασε ο καιρός και δεν είχαμε προχωρήσει πολύ, ο καθηγητής μας είπε ότι θα μας διαβάσει όλο το έργο από την αρχή στη μετάφρασή του. Ξαφνικά ένοιωσα τον εαυτό μου να μαγεύεται, να ανακαλύπτω αυτό που επί τόσους μήνες δεν είχα αγγίξει. Ήτανε η στιγμή που ο καθηγητής επειδή δεν προλάβαινε το διάβασε από την μετάφραση και μπήκαμε στην ουσία. Με ενδιέφερε η αρχαία γλώσσα αλλά και η ουσία που κρύβεται. Αυτό κανένας δε μου το δίδαξε. Τουλάχιστον μέσα από τη μετάφραση μπόρεσα και ανακάλυψα την ομορφιά αυτού του έργου. Ήτανε και ένα εφαλτήριο για ν’ ανοίξω τα μάτια μου, να ψάξω να βρω μεταφράσεις αρχαίων έργων, όπως τον Όμηρο, να τα διαβάσω στη μετάφρασή τους, μη παραβλέποντας όμως το αρχαίο κείμενο. Εύχομαι στα παιδιά να είναι τυχερά να βρούνε τον δάσκαλο που τους αξίζει και να μπορέσουν ν’ ανοίξουν τα ματάκια τους, ν’ ανακαλύψουν τη μουσική, ν’ ανακαλύψουν την τέχνη γενικότερα σε κάθε της μορφή, γιατί η τέχνη είναι δημιούργημα ανθρώπινων συναισθημάτων και μάλιστα σε στιγμές πάρα πολύ δυνατές. Είναι δημιούργημα δυνατών στιγμών. Και εύχομαι να ζήσουν τέτοιες δυνατές στιγμές και να χαμογελάνε πάντοτε με καλοσύνη και με την καρδούλα τους ανοιχτή.

Share
Κατηγορίες: ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ΚΩΣΤΑΣ ΘΩΜΑΪΔΗΣ: Εύχομαι στα παιδιά να βρουν το δάσκαλο που τους αξίζει