Φιλία Μεταξύ Γονέα και Παιδιού

Γράφει η Δήμητρα Τσαμαδή

Ψυχολόγος, MSc-Cand. in Clinical Psychology

Όλο και περισσότεροι γονείς στις μέρες μας προσπαθούν να χτίσουν μία περισσότερο φιλική σχέση με τα παιδιά τους, σε μία προσπάθεια να φανούν πιο μοντέρνοι και κοντά στις ανάγκες των νέων. Άλλες φορές, αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι, όντας εξαντλημένοι από την επαγγελματική τους ζωή, τις δουλειές του σπιτιού και τις αυξημένες ανάγκες της διαπαιδαγώγησης, είναι πιο εύκολο και άνετο να είναι φίλοι κάποιου, παρά γονείς. Ωστόσο, το να είναι ένας γονιός φίλος με το παιδί του δεν φτάνει ώστε να ανατραφεί σωστά. Η δουλειά του γονιού είναι πολύ πιο περίπλοκη από αυτό. Είναι σημαντικό να αντιληφθούμε πως μία φιλική σχέση μεταξύ παιδιού και γονέα θα προκαλούσε τεράστια προβλήματα στην πορεία, μιας και η συμπεριφορά αυτή μπερδεύει, συγχύζει και, εν τέλει, αναστατώνει και τους γονείς και τα παιδιά.

Η αλήθεια είναι πως τα παιδιά και οι έφηβοι, ενδόμυχα αποζητούν τα όρια και την πειθαρχία, παρ’ όλο που μπορεί να δείχνουν το αντίθετο. Συγκεκριμένα, ακριβώς επειδή πολλές φορές τείνουν να παραβαίνουν τα όρια, φανερώνουν έτσι πως χρειάζονται κάποιον να τους τα ρυθμίσει. Δοκιμάζοντας την αντοχή (τα όρια) του γονιού, δοκιμάζουν μέχρι που θα τους αφήσει να φτάσουν. Όταν, λοιπόν, ο γονιός επενδύει σε μία φιλική σχέση με το παιδί του, χάνει αυτομάτως τον ρόλο εκείνου που οριοθετεί τη συμπεριφορά του παιδιού. Εκείνο που δεν φαντάζεται είναι πως, με αυτό τον τρόπο, ο κόσμος στο μυαλό του παιδιού του μοιάζει απέραντος και χαοτικός. Το παιδί έτσι παραλύει μπροστά στις άπειρες δυνατότητες, αφού δεν μπορεί το ίδιο να οριοθετήσει τον εαυτό του. Εκτός αυτού, στη συνέχεια, θα είναι ουσιαστικά αδύνατο για τον γονιό να επανακτήσει το ρόλο του και να θέσει κανόνες και όρια στη μη-αποδεκτή συμπεριφορά του παιδιού. Είναι σα να έρθει ο καλύτερος φίλος του γονιού ξαφνικά και να του πει πως θα έχει επιπτώσεις επειδή άργησε να έρθει σπίτι ή επειδή δεν έκανε τις δουλειές που του αναλογούσαν. Προφανώς, σε αυτή την περίπτωση, ο γονιός θα θεωρούσε πως του κάνουν πλάκα. Δεν περιμένουμε από τους φίλους μας να μας καθοδηγήσουν και να μας βάζουν όρια-κάτι που είναι κατ’εξοχήν αρμοδιότητα των γονιών.

Ένα επιπλέον πρόβλημα αφορά το διαχωρισμό που κάποια στιγμή θα πρέπει φυσιολογικά να γίνει μεταξύ του παιδιού και των γονιών. Καθώς τα παιδιά μπαίνουν στο στάδιο της εφηβείας, είναι αυτονόητο πως θα πρέπει σιγα-σιγά να αρχίσουν να αυτονομούνται και να διαχωρίζουν τους εαυτούς τους από τους γονείς. Στην περίπτωση που ο δεσμός είναι υπερβολικά στενός, ο διαχωρισμός αυτός δεν μπορεί να γίνει ώστε να ωριμάσουν. Άτομα που δεν μπόρεσαν να κάνουν αυτό τον υγιή διαχωρισμό ως παιδιά, πολύ συχνά επαναστατούν ως ενήλικες – ή παίρνουν την αντίθετη κατεύθυνση και είτε δεν φεύγουν ποτέ από το πατρικό τους, είτε δεν λειτουργούν ποτέ αυτόνομα. Όσο επώδυνο και να είναι για κάποιον γονιό, είναι ζωτικής σημασίας να αφήνει τον απαιτούμενο χώρο ώστε το παιδί του να μπορέσει, για λίγο τουλάχιστον, να τον διώξει μακριά του, με σκοπό να μεγαλώσει και να αναπτύξει την δική του αίσθηση εαυτού. Οι γονείς θα πρέπει να έχουν στο νου τους πως τα παιδιά τους είναι ξεχωριστές από εκείνους οντότητες, γιατί έτσι θα μάθουν, εν τέλει, να λειτουργούν αποτελεσματικά στον έξω κόσμο. Εάν όμως υπάρχει μία πιο φιλική σχέση, αντί για τη σχέση γονέα-παιδιού, μπορεί να υπάρξει μεγάλη δυσκολία στο να γίνει αυτό.

Όταν οι γονείς αντιμετωπίζουν το παιδί τους ως φίλο, είναι, βασικά, σα να του λένε πως η επιρροή και ο έλεγχός του πάνω στα πράγματα είναι στο ίδιο επίπεδο με το δικό τους, με αποτέλεσμα ο σεβασμός του παιδιού για το γονιό (και για άλλου ενήλικες) να μειώνεται. Το παιδί έχει πλέον τον έλεγχο, αφού αισθάνεται πως μπορεί να επηρεάσει με κάποιο τρόπο τα συναισθήματα του γονιού, κάτι που δεν είναι δίκαιο-τα παιδιά δεν είναι προορισμένα για να παίξουν αυτό το ρόλο στη σχέση τους με τους γονείς τους. Καθώς μεγαλώνουν, πρέπει να ξέρουν ποια είναι η θέση τους στον κόσμο. Το να βάζουν οι γονείς τα παιδιά στο ίδιο επίπεδο με εκείνους, τους αποστερούν το βίωμα της παιδικότητας και της ανεμελιάς που χαρακτηρίζει την ηλικία τους.

Όταν ο γονιός αναλάβει το ρόλο του φίλου, μπορεί να μπει στον πειρασμό να μοιραστεί με το παιδί του υπερβολικά πολλές πληροφορίες, που μπορεί να αφορούν δυσκολίες ή περίπλοκα προβλήματα των ενηλίκων. Είναι φανερό πως κάτι τέτοιο εμπεριέχει κινδύνους, μιας και περνά το μήνυμα στο παιδί πως ο γονιός του είναι ευάλωτος και χρειάζεται το ίδιο να είναι δυνατό για εκείνον. Εννοείται πως είναι αποδεκτό να έχουμε προβλήματα, αλλά το να τα μοιραζόμαστε με παιδιά είναι άδικο, διότι τα ζητήματα των ενηλίκων είναι πολύ δύσκολο να τα χειριστούν ή ακόμα και να τα αντέξουν τα παιδιά. Αντιθέτως, ένας γονιός θα πρέπει να βοηθά το παιδί του με τα δικά του προβλήματα, ώστε να του δώσει να καταλάβει πως είναι εδώ για εκείνο σαν υπεύθυνος ενήλικας. Και σαν ενήλικας, θα πρέπει να μάθει να διευθετεί τα προβλήματά του διαφορετικά, μιλώντας με άλλους ενήλικες. Ένα παιδί δεν θέλει πραγματικά να γνωρίζει τις αδυναμίες των γονιών του. Δεν είναι αρκετά ώριμο για να αντέξει το βάρος τέτοιων πληροφοριών. Είναι δύσκολο για εκείνο να αντέξει τα δικά του συναισθήματα, πόσο μάλλον των γονιών του.

Σε ακόμη πιο επικίνδυνη θέση είναι ο γονιός που μοιράζεται με το παιδί του προβλήματα που έχει με τον άλλο γονιό. Μία τέτοια συμπεριφορά μπορεί να έχει ιδιαίτερα βλαβερά αποτελέσματα στη σχέση του παιδιού με τον δεύτερο γονιό, αλλά και στη σχέση των δύο συντρόφων, αφού έτσι χάνεται η επικοινωνία μεταξύ τους. Επιπλέον, το παιδί δυσκολεύεται να σχετιστεί με τον άλλο γονιό, αφού σε κάποια φάση θα κληθεί να διαλέξει πλευρά. Δεν είναι σωστό οι γονείς να κάνουν το παιδί τους να νιώθει πως πρέπει να διαλέξει ή τον ένα ή τον άλλο γονιό.

Τέλος, εφ’ όσον ένας γονιός έχει αναλάβει το ρόλο του φίλου, έχει ταυτόχρονα χάσει τον γονεϊκό του ρόλο. Τα παιδιά, για να συγκροτήσουν δική τους ενήλικη ταυτότητα, έχουν ανάγκη από ένα γονεϊκό πρότυπο, ώστε να ταυτιστούν αρχικά μαζί του και στην πορεία να διαμορφώσουν τα προσωπικά τους χαρακτηριστικά. Όταν λοιπόν δεν βρουν ένα ικανοποιητικό ταυτισιακό γονεϊκό πρότυπο, η συγκρότηση ταυτότητας φαντάζει άπιαστη.

Ο ρόλος του γονιού είναι να διδάξει, να καθοδηγήσει, να εκπαιδεύσει, να υποστηρίξει, να θέσει όρια και να μάθει στο παιδί του πως οι πράξεις μας έχουν και συνέπειες. Αυτό συνεπάγεται πως οι γονείς δεν μπορούν να κάνουν παρέα με τα παιδιά τους; Φυσικά και όχι! Είναι αυτονόητη η ανάγκη των γονιών και η αντίστοιχη των παιδιών να περάσουν καλά μαζί -και πρέπει να γίνεται αυτό! Μάλιστα, είναι πολύ σημαντικό να μοιράζονται φιλικές δραστηριότητες. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η σχέση που δημιουργεί ο γονιός με το παιδί του ομοιάζει με εκείνη των φίλων του και όχι με γονέα που ενδιαφέρεται πραγματικά και ταυτόχρονα μπορεί να επιβάλει όρια στο παιδί του.

Θα ήταν τέλειο αν το μεγάλωμα των παιδιών ήταν τόσο εύκολο όσο η διατήρηση μίας φιλίας – όμως δεν είναι. Μόνο μετά από την συνεχή υπομονή, επιμονή και προσεκτική διαπαιδαγώγηση ένα παιδί θα έχει τα απαιτούμενα εφόδια για να επιτύχει στη ζωή του, να γίνει υπεύθυνος και αξιόπιστος ενήλικας.

Share
Κατηγορίες: ΨΥΧΟΛΟΓΗΜΑΤΑ. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.