Πληγή οι ασυνόδευτοι ανήλικοι

Του Θανάση Tσιγγανά

Αυξανόμενη ροή προς χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης διαπιστώνει η Frontex σε έκθεσή της.

Περισσότεροι από 24.000 ανήλικοι έχουν ζητήσει πολιτικό άσυλο σε χώρες της Ε.Ε. μέσα σε χρονικό διάστημα 18 μηνών, όπως αποκαλύπτει έκθεση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Φύλαξης των Συνόρων (Frontex) που φέρνει παράλληλα στη δημοσιότητα το απάνθρωπο παζάρι εκμετάλλευσης και εμπορίας που εκτυλίσσεται γύρω τους. Καταναγκαστική εργασία, πορνεία, αφαίρεση οργάνων υπό τον έλεγχο σύγχρονων δουλεμπόρων που δρουν οργανωμένα περιμένει πολλές φορές, στο τέλος του πολύμηνου και εξαντλητικού ταξιδιού, τους ασυνόδευτους ανήλικους που ξεκινούν από την Ασία και την Αφρική για να φθάσουν στην Ε.Ε. στην αναζήτηση ενός καλύτερου κόσμου.

Η ροή αυτή των ασυνόδευτων ανηλίκων προς την Ευρώπη, όπως διαπιστώνει η Frontex αυξάνεται διαρκώς, αποτελώντας ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο στο διαρκώς εντεινόμενο πρόβλημα της παράνομης μετανάστευσης. Λαμβάνοντας τα ανησυχητικά μηνύματα που εκπέμπονται από πολλές κρατικές υπηρεσίες ευρωπαϊκών χωρών, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε πριν από λίγο καιρό από τη Frontex να προσδιορίσει την έκταση και τη φύση του φαινομένου, το προφίλ των ομάδων που κινδυνεύουν περισσότερο, αλλά και τους παράγοντες «έλξης» και «απώθησης» των ανηλίκων που εμφανίζουν πολλές ευρωπαϊκές χώρες.

Τα στοιχεία που συγκέντρωσε η Frontex από 11 διεθνείς και ευρωπαϊκούς οργανισμούς, κυβερνητικές και μη οργανώσεις, δείχνουν ότι:

– Οι ασυνόδευτοι ανήλικοι δεν ανιχνεύονται συνήθως στα εξωτερικά σύνορα της Ε.Ε. αλλά στον τελικό προορισμό τους όταν υποβάλλουν αίτηση για άσυλο.

– Είναι ευάλωτοι στη σεξουαλική, οικονομική ή εγκληματική εκμετάλλευση – συμπεριλαμβανομένης και της αφαίρεσης οργάνων.

– Στα εγκληματικά δίκτυα εμπορίας ανθρώπων σε πολλές περιπτώσεις εμπλέκονται και συγγενείς των ανηλίκων.

– Συχνά η οικογενειακή επανένωση αποτελεί πρόσχημα για να απασχοληθούν τα παιδιά ως οικιακοί βοηθοί ή σε άλλες μορφές καταναγκαστικής εργασίας, συμπεριλαμβανομένης της πορνείας και του εγκλήματος.

Το 2008, σύμφωνα με την έκθεση, περίπου 15.700 ασυνόδευτοι ανήλικοι ζήτησαν άσυλο στην Ε.Ε. Το 2009, έως τον Ιούλιο, που υπάρχουν «ασφαλή στοιχεία», ο αριθμός είχε ανέλθει σε 8.500… «Η ραγδαία αύξηση της ροής των ασυνόδευτων ανηλίκων από το Αφγανιστάν που ζητούν άσυλο αποτελεί σημαντική πηγή ανησυχίας», σημειώνει χαρακτηριστικά η έκθεση της Frontex.

Υπογραμμίζει, δε, ότι οι ασυνόδευτοι ανήλικοι αφγανικής καταγωγής παραμένουν στην πρώτη πεντάδα ακολουθούμενοι από τους Σομαλούς, Ιρακινούς, Νιγηριανούς και υπηκόους της Ερυθραίας. Στην πλειονότητά τους είναι 16 – 17 ετών (οι περισσότεροι άνδρες).

Οι περισσότεροι Αφγανοί, Ιρακινοί και Ιρανοί έχουν μπει στην Ε.Ε. από τα χερσαία σύνορα Ελλάδας – Τουρκίας, τα οποία προτιμούν τώρα και οι ανήλικοι από το Κέρας της Αφρικής. Εκείνοι από τη Νιγηρία, σύμφωνα με την έκθεση, πέφτουν στα πλοκάμια αδίστακτων «επαγγελματικών κυκλωμάτων» που τους στερούν ταξιδιωτικά έγγραφα όταν φτάσουν σε ευρωπαϊκά κέντρα υποδοχής και τους εκμεταλλεύονται στην πορνεία.

H Βρετανική Υπηρεσία Ελέγχου για το άσυλο εκτιμά ότι το 60% όσων στεγάζονται σε τέτοια κέντρα χάνονται και δεν βρίσκονται ποτέ ξανά. Οι Νιγηριανοί δένονται μάλιστα συχνά με συμβόλαιο «βουντού» πριν υπογράψουν σύμφωνο χρέους 50.000 δολαρίων. Οι ανήλικοι από την Κίνα, την Ινδία, το Βιετνάμ, τη Σρι Λάνκα και τη Βραζιλία μπαίνουν στην Ε.Ε. συνήθως αεροπορικώς με πλαστά ταξιδιωτικά έγγραφα. Τα κυκλώματα των Κινέζων χρησιμοποιούν τους ανήλικους σε καταναγκαστική εργασία και στο εμπόριο του σεξ. Πιο δημοφιλείς χώρες για τους ασυνόδευτους ανήλικους που ζητούν άσυλο είναι η Σουηδία και η Ολλανδία. Η πολιτική αστάθεια σε Αφγανιστάν και Σομαλία εκτιμάται ότι είναι η αιτία για την αύξηση των ροών ασυνόδευτων ανηλίκων προς την Ε.Ε.

(Πηγή: Καθημερινή)

Share
Posted in ΕΙΔΗΣΟΥΛΕΣ | Comments Off on Πληγή οι ασυνόδευτοι ανήλικοι

2010 – Νέο ρεκόρ αύξησης θερμοκρασίας του πλανήτη

Στην έκθεση του Παγκόσμιου Οργανισμού Μετεωρολογίας που δόθηκε πολύ πρόσφατα στη δημοσιότητα  στα πλαίσια της Διάσκεψης του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή στο Κανκούν του Μεξικού, περιλαμβάνονται πολλά άκρως ενδιαφέροντα στοιχεία:

Το 2010 σύμφωνα με τις μετρήσεις του Διεθνούς Οργανισμού είναι το θερμότερο έτος που έχει καταγραφεί ποτέ στον πλανήτη μας, από την έναρξη καταγραφής των μετρήσεων (1850).

Στη δεκαετία 2001-2010, η παγκόσμια θερμοκρασία έχει αυξηθεί κατά μέσο όρο 0,46 ° Κελσίου,  δηλαδή 0,03 ° Κελσίου περισσότερο από το μέσο όρο αύξησης που αναφέρεται στις αντίστοιχες παρατηρήσεις της περιόδου  1961-1990, και οπωσδήποτε πάνω από το μέσο όρο αύξησης που παρατηρήθηκε στην δεκαετία 2000-09.

Οι αιτίες της ανησυχητικής αυτής εξέλιξης είναι ανθρωπογενείς και έχουν σαν συνέπεια το φαινόμενο του θερμοκηπίου, όπως ισχυρίζεται ο καθηγητής Phil Jones μέλος της ερευνητικής μονάδας για τις κλιματικές αλλαγές του Πανεπιστημίου της East Anglia. Όπως υποστηρίζει ο καθηγητής «η δεκαετία του 2000 ήταν θερμότερη από τη δεκαετία του 1990, που ήταν θερμότερη από τη δεκαετία του 1980 και ούτω καθεξής μέχρι το 1960».

Η υψηλότερη θερμοκρασία καταγράφηκε στην τοποθεσία Mohenjo-Daro, στην αρχαία πόλη που βρίσκεται στην κοιλάδα του Ινδού ποταμού στο Πακιστάν, όταν στις 26 Μαΐου ο υδράργυρος έφθασε 53.5 βαθμούς Κελσίου.  Αυτή ήταν η τέταρτη υψηλότερη θερμοκρασία που έχει καταγραφεί ποτέ. Οι μόνες θερμοκρασίες που την ξεπερνούν και που κατέγραψαν υψηλότερα τιμές στο παρελθόν είναι στην περιοχή Al’Aziziyah στη Λιβύη (καταγράφηκαν 57.8 βαθμοί Κελσίου, το1922), στο Death Valley στην Καλιφόρνια (καταγράφηκαν 56.7 βαθμοί Κελσίου το 1913) και στο Tirat Zvi στο Ισραήλ (καταγράφηκαν 53.9βαθμοί Κελσίου το 1942). Στη Ρωσία, ο άνευ προηγουμένου καύσωνας που παρατηρήθηκε τον περασμένο Ιούλιο και Αύγουστο θεωρείται ότι είχε ως αποτέλεσμα περίπου 11.000 επιπλέον θανάτους μόνο στην περιοχή της Μόσχας. Αξίζει να σημειωθεί ότι τον Ιούλιο η μέση θερμοκρασία ήταν στην Μόσχα 7.6 βαθμούς Κελσίου πάνω από την κανονική, ξεπερνώντας προηγούμενο ρεκόρ κατά 2 βαθμούς. Οι επιτάχυνση των αλλαγών είχε σαν συνέπεια το μεν Πακιστάν να βιώσει τις χειρότερες πλημμύρες στην ιστορία του, ενώ τμήματα του Αμαζονίου να αντιμετωπίζουν σοβαρή ξηρασία.

Ο καθηγητής Mark Maslin, διευθυντής του Ινστιτούτου Περιβάλλοντος του University College του Λονδίνου, δηλώνει ότι «Όσοι ήλπιζαν ότι η υπερθέρμανση του πλανήτη θα συνέβαινε στο μακρινό μέλλον με τις σημερινές ανακοινώσεις θα πρέπει να απογοητευθούν».

(πληροφορίες από BBC και INTEPENDENT)

Share
Posted in ΕΙΔΗΣΟΥΛΕΣ | Comments Off on 2010 – Νέο ρεκόρ αύξησης θερμοκρασίας του πλανήτη

Η ξηρασία απειλεί τη Μεσόγειο

Η Μεσόγειος και η Νότια Ευρώπη συμπεριλαμβάνονται στις περιοχές του πλανήτη που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν ακραία καιρικά φαινόμενα μέσα στα επόμενα 30 χρόνια αν δεν μειωθούν οι εκπομπές αερίων που επιδεινώνουν το “φαινόμενο του θερμοκηπίου”, υποστηρίζει νέα αμερικανική επιστημονική έρευνα.

Η Γη αντιμετωπίζει το φάσμα μιας ευρέως εξαπλωμένης ξηρασίας την οποία κοινό και επιστημονική κοινότητα φαίνεται να μην έχουν συνειδητοποιήσει, αναφέρεται στη μελέτη του Εθνικού Κέντρου Ατμοσφαιρικών Ερευνών (NCAR) των ΗΠΑ, που δημοσιεύτηκε στο διεπιστημονικό περιοδικό για θέματα κλιματικής αλλαγής “Wiley Interdisciplinary Reviews: Climate Change”, σύμφωνα με τα πρακτορεία Ρόιτερ και Γαλλικό.

“Αν οι προβλέψεις της μελέτης προσεγγίσουν την επαλήθευσή τους, τότε οι συνέπειες για την κοινωνία θα είναι τεράστιες”, δήλωσε ο υπεύθυνος της έρευνας Αϊγκούο Ντάι. Η ξηρασία αναμένεται να επιφέρει σοβαρά προβλήματα στη γεωργία, τα αποθέματα νερού, τον τουρισμό, τη βιωσιμότητα των οικοσυστημάτων και γενικότερα στην ποιότητα ζωής των ανθρώπων.

Μια σειρά από αλληλοτροφοδοτούμενα φαινόμενα στα οποία συμπεριλαμβάνονται η μείωση των βροχοπτώσεων, η υποχώρηση των επιφανειακών και υπόγειων υδάτων, η αποξήρανση του εδάφους και η καταστροφή φυτών και καλλιεργειών είναι συνυπεύθυνα για την εμφάνιση της ξηρασίας.

“Με σχεδόν άνευ προηγουμένου” συνθήκες ξηρασίας απειλούνται οι περιοχές γύρω από τη Μεσόγειο, σύμφωνα με τους ερευνητές, ενώ ιδιαίτερης επικινδυνότητας θεωρούνται τμήματα της Ασίας και των δυτικών ΗΠΑ, η Νότια Ευρώπη, καθώς και περιοχές της βόρειας Αφρικής, της Νότιας Αμερικής και της Μέσης Ανατολής.

Επίσης σύμφωνα με τη μελέτη θα παρατηρηθεί και το αντίστροφο φαινόμενο. Ενώ τεράστιες πυκνοκατοικημένες περιοχές της Γης αναμένεται να υποφέρουν από υπερβολική ξηρασία για μεγάλες χρονικές περιόδους στο μέλλον, άλλες αραιοκατοικημένες περιοχές σε πιο βόρεια γεωγραφικά πλάτη (βόρεια Ευρώπη, Καναδάς, Ρωσία, Αλάσκα κ.ά.) θα γίνουν πιο υγρές. Ωστόσο αυτή η αυξημένη υγρασία δεν θα είναι σε θέση να αναπληρώσει τις συνθήκες ξηρασίας που θα βιώνει ο υπόλοιπος κόσμος.

Για τις προβλέψεις τους σε υπολογιστές οι αμερικανοί ερευνητές χρησιμοποίησαν κλιματικά μοντέλα του επίσημου Διακυβερνητικού Πάνελ για την Κλιματική Αλλαγή και οι χάρτες που δημιούργησαν δείχνουν ότι μέχρι το 2060 η Νότια Ευρώπη, και όχι μόνο, θα υποφέρει από σοβαρή ξηρασία.

Οι συγκεκριμένες εκτιμήσεις έχουν ως βάση τις μέχρι τώρα προβλέψεις σχετικά με την εξέλιξη των εκπομπών των “αερίων του θερμοκηπίου”. Αυτό σημαίνει ότι αν επιδεινωθεί η κλιματική αλλαγή η ξηρασία θα πλήξει τον πλανήτη ακόμη πιο νωρίς. Στην περίπτωση αυτή, μέχρι το τέλος του αιώνα (2100), οι επιπτώσεις ενδέχεται να είναι πρωτοφανείς για την ανθρώπινη ιστορία σχηματίζοντας “κοιλάδες θανάτου” σε πολλές περιοχές και ιδιαιτέρως γύρω από τη Μεσόγειο.

(πηγή: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ)

Share
Posted in ΕΙΔΗΣΟΥΛΕΣ | Comments Off on Η ξηρασία απειλεί τη Μεσόγειο

Στα 6,9 δισεκατομμύρια φτάνει ο παγκόσμιος πληθυσμός

Ο παγκόσμιος πληθυσμός υπολογίζεται στους 6.934.196.000 κατοίκους στην υποδοχή του νέου έτους, ενώ θα σκαρφαλώσει στα 7 δισεκατομμύρια μέχρι τα μέσα του 2011, ανακοίνωσε στο Ανόβερο γερμανική οργάνωση αρωγής, που προωθεί τον έλεγχο των γεννήσεων.

Το Γερμανικό Ίδρυμα για τον Παγκόσμιο Πληθυσμό (DSW) έχει στον ιστότοπό του ένα “μετρητή πληθυσμού” που υπολογίζει τον τρέχοντα παγκόσμιο πληθυσμό από διάφορες πηγές ετήσιων δεδομένων.

Η αύξηση αυτή υπολογίζεται με βάση τον αριθμό των γεννήσεων και των θανάτων και είναι πολύ μεγαλύτερη στις αναπτυσσόμενες απ’ ό,τι στις αναπτυγμένες χώρες. Εφ’ όσον ο τρέχων ρυθμός πληθυσμιακής αύξησης (1,14%) διατηρηθεί κατά τις επόμενες δεκαετίες, ο πληθυσμός της Γης προβλέπεται να φτάσει τα 13 δισεκατομμύρια ώς το 2067, με δυσμενείς συνέπειες για τους πόρους του πλανήτη. Οι δέκα χώρες με το μεγαλύτερο πληθυσμό παγκοσμίως είναι η Κίνα, η Ινδία, οι ΗΠΑ, η Ινδονησία, η Βραζιλία, το Πακιστάν, το Μπανγκλαντές, η Νιγηρία, η Ρωσία και η Ιαπωνία.

Οι περισσότερες δυτικές χώρες έχουν χαμηλό ρυθμό πληθυσμιακής αύξησης. Στο Ηνωμένο Βασίλειο ο ρυθμός αυτός είναι της τάξης του 0,2%, στη Γαλλία 0,4% και στη Γερμανία 0%. Στην πραγματικότητα ο πληθυσμός της Γερμανίας θα συνέχιζε να συρρικνώνεται εάν δεν υπήρχε η μετανάστευση. Διαφορετική είναι η εικόνα σε πολλές χώρες της Ασίας και της Αφρικής, με το Αφγανιστάν να εμφανίζει για παράδειγμα ρυθμό πληθυσμιακής αύξησης 4,8% και κατά συνέπεια ένα διάστημα διπλασιασμού του πληθυσμού του μόλις 14,5 ετών. Η μεγάλη πληθυσμιακή αύξηση συνεπάγεται συνήθως προβλήματα για μια χώρα, καθώς δημιουργεί αυξημένες ανάγκες για τροφή, υποδομές και υπηρεσίες.

Οι περισσότερες αναπτυσσόμενες χώρες δυσκολεύονται ήδη να εξασφαλίσουν τα αγαθά αυτά για τους κατοίκους τους, πολύ περισσότερο εάν ο πληθυσμός τους συνεχίσει την ανοδική του πορεία. Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις του αιώνα μας θα είναι αυτή ακριβώς η εξασφάλιση «ανθρώπινων» συνθηκών διαβίωσης για ένα συνεχώς διογκούμενο πληθυσμό.

(Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ)

Share
Posted in ΕΙΔΗΣΟΥΛΕΣ | Comments Off on Στα 6,9 δισεκατομμύρια φτάνει ο παγκόσμιος πληθυσμός

Η Ινδία θα είναι η μεγαλύτερη σε πληθυσμό χώρα το 2025

Η Ινδία αναμένεται να γίνει η πολυπληθέστερη χώρα του πλανήτη μέχρι το 2025, ξεπερνώντας την Κίνα, σύμφωνα με εκτιμήσεις του αμερικανικού γραφείου απογραφής (U.S. Census Bureau).

Τα στοιχεία που δημοσιεύθηκαν αυτήν την εβδομάδα δείχνουν ότι το 2025 στην Ινδία θα ζουν 1,396 δισεκατομμύρια άνθρωποι ενώ στην Κίνα 1,394 δισεκατομμύρια. Προς το παρόν, η Κίνα έχει 1,330 δισ. κατοίκους και η Ινδία 1,173 δισ.

Το γεγονός αυτό οφείλεται κυρίως στην μείωση του ρυθμού αύξησης του πληθυσμού της Κίνας, καθώς από το 1980 οι αρχές έχουν θέσει σε εφαρμογή την πολιτική του ενός παιδιού. Σήμερα οι Κινέζοι έχουν κατά μέσο όρο 1,5 παιδιά, ενώ οι Ινδοί 2,7 παιδιά.

Τα τελευταία χρόνια, η κινεζική ανάπτυξη βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στο ανθρώπινο δυναμικό που ενισχύθηκε από τους νέους ανθρώπους της υπαίθρου οι οποίοι μετανάστευσαν στις αστικές περιοχές. Όμως αυτό το δυναμικό θα μειωθεί καθώς ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού θα βρίσκεται σε ηλικία συνταξιοδότησης.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις των ειδικών, οι ΗΠΑ θα μείνουν στην τρίτη θέση και οι κάτοικοί τους θα αυξηθούν από 308 εκατ. που ήταν το 2010 σε 357 εκατ. το 2025.

Αντίθετα, χώρες όπως η Ρωσία, η Ιαπωνία και η Γερμανία αναμένεται να υποχωρήσουν στον πίνακα παγκόσμιας κατάταξης των πληθυσμών. Έτσι η Ιαπωνία, που καταλαμβάνει την 10η θέση προβλέπεται ότι θα βρεθεί στην 20ή ως το 2025. Η Γαλλία μάλλον θα παραμείνει  στην 21η θέση.

(Πηγή: AFP)

Share
Posted in ΕΙΔΗΣΟΥΛΕΣ | Comments Off on Η Ινδία θα είναι η μεγαλύτερη σε πληθυσμό χώρα το 2025

Ο παλιότερος σύγχρονος άνθρωπος ηλικίας … 400 χιλιάδων ετών!

Μια ανθρώπινη οδοντοστοιχία που χρονολογείται πριν από 400.000 χρόνια και ανακαλύφθηκε σε σπήλαιο κοντά στην ισραηλινή πόλη Ρος Χα Αγίν είναι – κατά τους επιστήμονες – το παλαιότερο τεκμήριο που αποδεικνύει ότι ο «σύγχρονος άνθρωπος» υπήρχε στην Γη χιλιάδες χρόνια πριν , από όσο γνωρίζαμε μέχρι σήμερα.

Στην επίσημη ιστοσελίδα του, το Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ σημειώνει συγκεκριμένα ότι ο “σύγχρονος άνθρωπος” ζούσε δυο φορές παλιότερα από όσο τελικά υπολόγιζαν οι επιστημονικές μελέτες, γεγονός που πιστοποιείται από το εύρημα.

Αυτό που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα, ήταν πως τα παλαιότερα ανθρώπινα λείψανα χρονολογούνται από 200.000 ετών. Τα λείψανα αυτά είχαν ανακαλυφθεί στην Αφρική, κάτι που έκανε τους μελετητές να θεωρούν πως σε αυτή την ήπειρο εμφανίστηκε πρωταρχικά ο Χόμο Σάπιενς.

Ωστόσο τώρα, και με βάση το νεότερο εύρημα, η θεωρία αυτή καταρρίπτεται. Το σπήλαιο στο οποίο βρέθηκε η ανθρώπινη οδοντοστοιχία, ανακαλύφθηκε το 2000 κοντά στο Ρος Χα Αγίν, ανατολικά του Τελ Αβίβ και το ενδιαφέρον εύρημα πήγε κατευθείαν στα εργαστήρια για μορφολογική ανάλυση.

Από εκεί, και μετά από εξετάσεις με ακτίνες Χ και αξονική τομογραφία, προέκυψε ότι τα δόντια έχουν πολλές ομοιότητες με εκείνα του σύγχρονου ανθρώπου. Επίσης ομοιότητες παρατηρήθηκαν και με “τα στοιχεία του σύγχρονου ανθρώπου που είχαν βρεθεί σε διαφορετικές τοποθεσίες στο βόρειο Ισραήλ και είναι ηλικίας 100.000 ετών”, προσθέτουν στην ιστοσελίδα οι επιστήμονες του ισραηλινού Πανεπιστημίου.

Σύμφωνα μάλιστα με τους ερευνητές που εργάζονται στο σπήλαιο, αυτή η ανακάλυψη αναμένεται να μεταβάλλει την μέχρι σήμερα κρατούσα αντίληψη που συμμεριζόταν ολόκληρη η επιστημονική κοινότητα, πως ο σύγχρονος άνθρωπος δηλαδή πρωτοεμφανίστηκε στην Αφρική.

Μολονότι και οι πρόσφατες ανακαλύψεις στην Ισπανία και την Κίνα αμφισβητούν την παραδεδομένη τούτη άποψη, τα τελευταία ευρήματα είναι σημαντικά και ανεκτίμητα, αναφέρουν οι καθηγητές Άβι Γκόφερ και  Δρ Ραν Μπαρκάι, του Πανεπιστημίου του Τελ Αβίβ, που συμμετείχαν στις ανασκαφές που έγιναν στο σπήλαιο.

(Πηγή: Ελευθεροτυπία)

Share
Posted in ΕΙΔΗΣΟΥΛΕΣ | Comments Off on Ο παλιότερος σύγχρονος άνθρωπος ηλικίας … 400 χιλιάδων ετών!

Πολωνός Φοιτητής ανακάλυψε τον υπ’ αριθμό 2000 κομήτη του ηλιακού μας συστήματος

Ένας φοιτητής της αστρονομίας στο Πανεπιστήμιο Jagiellonian της Κρακοβίας της Πολωνίας, ο Michal Kusiak, στις 26 Δεκεμβρίου 2010 ανακάλυψε τον υπ’ αριθμό 2000 κομήτη του ηλιακού μας συστήματος, με τη βοήθεια του SOHO.

Τα τελευταία χρόνια ο αριθμός των γνωστών κομητών στο ηλιακό μας σύστημα έχει αυξηθεί ταχύτατα και αυτό χάριν στην αξοποίηση του διαστημόπλοιου SOHO – Heliospheric Observatory (κοινού  προγράμματος συνεργασίας μεταξύ του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διαστήματος (ESA) και της NASA) που εκτοξεύτηκε στις 2 Δεκεμβρίου 1995. Το SOHO σε τέσσερις μήνες έφτασε στο σημείο Langrange* L1, σε απόσταση 1,5 εκατομμύρια χιλιόμετρα πιο κοντά στον Ήλιο, με σκοπό τη μελέτη του. Ωστόσο, αξιοποιώντας την συμμετοχή επιστημόνων και εθελοντών ερασιτεχνών ερευνητών πολιτών απ’ όλο τον κόσμο, το SOHO έχει γίνει ο μεγαλύτερος ανιχνευτής κομητών όλων των εποχών.

Χρειάστηκαν δέκα χρόνια για να εντοπιστούν οι πρώτοι χίλιοι κομήτες, αλλά μόνο πέντε μέσω SOHO για να βρεθούν οι επόμενοι χίλιοι.

Οι κομήτες είναι μικρά ουράνια σώματα, που διακρίνονται τις περισσότερες φορές με μια φωτεινή ουρά. Ο  υπ’ αριθμόν 2000 κομήτης ανήκει στη λεγόμενη ομάδα Kreutz, βρίσκεται πολύ κοντά στην τροχιά του Ήλιου και ονομάζεται επίσης και Sungrazer.

«Τώρα ξέρουμε ότι οι κομήτες είναι πολύ περισσότεροι από όσους βρίσκονται στο ηλιακό μας σύστημα και από ό, τι πιστευόταν παλαιότερα», υποστηρίζει ο Karl Battams από το Ναυτικό Ερευνητικό Εργαστήριο στην Ουάσιγκτον, ένας από τους κύριους μελετητές κομητών κοντά από τον Ήλιο.

(Πηγές: SPIEGEL με πληροφορίες από NASA)

Share
Posted in ΕΙΔΗΣΟΥΛΕΣ | Comments Off on Πολωνός Φοιτητής ανακάλυψε τον υπ’ αριθμό 2000 κομήτη του ηλιακού μας συστήματος

Το χιούμορ γεννιέται στον εγκέφαλο

Μαγνητικός τομογράφος εντόπισε την έδρα του χιούμορ στον εγκέφαλο.

Οι επιστήμονες κατάφεραν τα τελευταία χρόνια να καταγράψουν πώς ο εγκέφαλος λειτουργεί όταν αστειευόμαστε. Απεικονίσεις με fMRI (λειτουργική μαγνητική τομογραφία) αποκάλυψαν τα κέντρα του εγκεφάλου που εμπλέκονται όταν καταλαβαίνουμε και γελάμε με κάποιο αστείο. Οι έρευνες για το χιούμορ συντελούν ταυτόχρονα στην εμβάθυνση των αιτίων της κατάθλιψης και του αυτισμού.

Το χιούμορ και το γέλιο συμβάλλουν καθοριστικά στη δημιουργία φιλικών σχέσεων. Μας βοηθούν να νιώσουμε ότι ανήκουμε στην ίδια κοινωνική ομάδα. Το κατάλληλο αστείο στο σωστό χρόνο διευκολύνει τη συναισθηματική αποφόρτιση, εκτονώνει το στρες και μας διευκολύνει στην υπέρβαση των δύσκολων καταστάσεων στη ζωή μας.

Το χιούμορ, όπως και άλλες μοναδικές ανθρώπινες ιδιότητες, όπως η γλωσσική επικοινωνία και η δυνατότητα αφηρημένης σκέψης, διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στην κοινωνική μας ζωή και τη διάπλαση της προσωπικότητάς μας.

Η επιστήμη, με αρκετή καθυστέρηση, άρχισε τις τελευταίες δεκαετίες να μελετά πώς ο εγκέφαλος χειρίζεται το χιούμορ. Σειρά επιστημονικών πειραμάτων αποκάλυψε ότι ο εγκέφαλος κάνει χρήση δύο διαφορετικών νευρωνικών κυκλωμάτων. Καθένα από αυτά καθορίζει αν το αστείο που ακούμε θα μας αφήσει αδιάφορους ή θα μας κάνει να γελάσουμε. Κι αν ναι, πόσο.

(Πηγή: SCIENCE ILLUSTRATED)

Share
Posted in ΕΙΔΗΣΟΥΛΕΣ | Comments Off on Το χιούμορ γεννιέται στον εγκέφαλο

Μάνος Χατζιδάκις: Φύλακας άγγελος των ονείρων μας

Όσο κι αν ψάξει κανείς να βρει λόγια για να περιγράψει τον άνθρωπο, τον μουσικό, τον ποιητή Μάνο Χατζιδάκι, δε θα τα βρει. Γιατί πάντα το μέγεθος αυτού του ανθρώπου θα ξεχειλίζει από τα καλούπια των λέξεων. Πολύ περισσότερο που η αυτογνωσία και η αυτοκριτική του είναι αδιαμφισβήτητες και μάλιστα εκφρασμένες στα πιο «λιανά» ελληνικά για να τις χωνέψει ακόμα κι ο αναλφάβητος.

«Αυτογνωσία», «Αυτοκριτική»! Άγνωστες λέξεις στην δυστυχισμένη εποχή μας! Κι όμως αυτές – πότε μόνες τους και πότε μέσα από τις νότες – είναι που μας προσθέτουν το απαραίτητο οξυγόνο για να υπάρχουμε και να παλεύουμε στη ζωή ελπίζοντας.

«Τώρα που ζω με τον εαυτό μου βαθειά κι απόλυτα, θέλω να μάθω ο ίδιος ποιός υπήρξα, τί σκέφθηκα, πώς έζησα και τί είναι αυτό που συνθέτει την μελλοντική μου απουσία» λέει ο Μάνος Χατζιδάκις.
Κανένας δεν μπορεί να πιστέψει ότι η «απουσία» του Μάνου Χατζιδάκι έχει συμπληρώσει 16 χρόνια. Και  πώς να το πιστέψει άλλωστε, όταν όλοι τον νιώθουμε τόσο ζωντανό και ανατρεπτικό μέσα από το τεράστιο έργο του που νικάει το χρόνο;

«Ο ακαταπόνητος, ο θαυμάσιος Μάνος Χατζιδάκις, χρόνια τώρα, αέναα, μας προσφέρει χαρά και μουσική» δήλωνε το 1979 ο ποιητής και ζωγράφος Νίκος Εγγονόπουλος.

Ένας άλλος συνθέτης, ο πρωτοπόρος Ιάνης Ξενάκης, το 1995 κατέθετε για τον Χατζιδάκι τα εξής: «Ήταν άνθρωπος με εξαιρετική καλοσύνη και πολύ πιστός στη φιλία. Συνέθεσε μια μουσική πολύ ευαίσθητη. Όλη του τη ζωή προσπαθούσε αδιάκοπα να κινήσει όντα και πράγματα μέσα σε μια Ελλάδα βυθισμένη στις εύκολες μουσικές».

Ενώ, ο μουσουργός Μενέλαος Παλλάντιος, ο οποίος υπήρξε και δάσκαλος του Χατζιδάκι, γράφει: «Τον Μάνο τον πρωτογνώρισα στην Κατοχή, νέο παιδί, που ήρθε ζητώντας να μάθει μουσική. Δεν θα ήμουνα σε θέση να βεβαιώσω πως με την επιμέλεια και τη μελέτη που διέθετε θα μπορούσε κάθε άλλος νέος όχι να προκόψει, αλλά απλώς να μάθει. Ο Μάνος, όμως, τα κατάφερε. Και όχι μόνο πρόκοψε, αλλά σε λίγα σχετικά χρόνια είχε γίνει διάσημος. Αυτό και μόνο δείχνει τι έκρυβε μέσα του».

Φως, έκρυβε, συμπληρώνουμε εμείς.


Βιογραφικό σημείωμα σε πρώτο πρόσωπο

Γεννήθηκα στις 23 του Οκτώβρη του 1925 στην Ξάνθη τη διατηρητέα κι όχι την άλλη τη φριχτή που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους εσωτερικούς της ενδοχώρας μετανάστες. Η συνύπαρξη εκείνο τον καιρό ενός αντιτύπου της μπελ-επόκ, με αυθεντικούς τούρκικους μιναρέδες, έδιναν χρώμα και περιεχόμενο σε μια κοινωνία-πανσπερμία απ’ όλες τις γωνιές της Ελλαδικής γης, που συμπτωματικά βρέθηκε να ζει σε ακριτική περιοχή και να χορεύει τσάρλεστον στις δημόσιες πλατείες. Σαν άνοιξα τα μάτια μου είδα με απορία πολύ κόσμο να περιμένει την εμφάνισή μου (το ίδιο συνέχισα κι αργότερα να απορώ σαν με περίμεναν κάπου καθυστερημένα να φανώ). Η μητέρα μου ήταν από την Αδριανούπολη, κόρη του Κωνσταντίνου Αρβανιτίδη, και ο πατέρας μου απ’ την Μύρθιο της Ρεθύμνου, απ’ την Κρήτη. Είμαι ένα γέννημα δύο ανθρώπων που καθώς γνωρίζω δεν συνεργάστηκαν ποτέ, εκτός απ΄ την στιγμή που αποφάσισαν την κατασκευή μου. Γι’ αυτό και περιέχω μέσα μου χιλιάδες αντιθέσεις κι όλες τις δυσκολίες του Θεού. Όμως η αστική μου συνείδηση, μαζί με τη θητεία μου την λεγόμενη «ευρωπαϊκή», φέραν ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα.

Προσπάθησα όλον το καιρό που μέναμε στην Ξάνθη να γνωρίσω σε βάθος τους γονείς μου και να εξαφανίσω την αδελφή μου. Δεν τα κατάφερα και τα δύο. Έτσι μετακομίσαμε το ’32 στην Αθήνα όπου δεν στάθηκε δυνατόν να λησμονήσω την αποτυχία μου.

Άρχιζα να ζω και να εκπαιδεύομαι στην πρωτεύουσα ενώ παράλληλα σπούδαζα τον έρωτα και την ποιητική λειτουργία του καιρού μου. Έλαβα όμως την αττική παιδεία όταν στον τόπο μας υπήρχε και Αττική και Παιδεία. Μ’ επηρεάσανε βαθιά ο Ερωτόκριτος, ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, το Εργοστάσιο του Φιξ, ο Χαράλαμπος του «Βυζαντίου», το υγρό κλίμα της Θεσσαλονίκης και τα άγνωστα πρόσωπα που γνώριζα τυχαία και παρέμειναν άγνωστα σ’ όλα τα χρόνια τα κατοπινά. Στην κατοχική περίοδο συνειδητοποίησα πόσο άχρηστα ήτανε τα μαθήματα της Μουσικής, μια και μ’ απομάκρυναν ύπουλα απ’ τους αρχικούς μου στόχους που ήταν να επικοινωνήσω, να διοχετευθώ και να εξαφανιστώ, γι’ αυτό και τα σταμάτησα ευθύς μετά την Κατοχή. Έτσι δεν σπούδασα σε Ωδείο και συνεπώς εγλύτωσα απ’ το να μοιάζω με τα μέλη του Πανελληνίου Μουσικού Συλλόγου. Έγραψα ποιήματα και πολλά τραγούδια, και ασκήθηκα ιδιαίτερα στο να επιβάλλω τις απόψεις μου με δημοκρατικές διαδικασίες, πράγμα που άλλωστε με ωφέλησε τα μέγιστα σαν έγινα υπάλληλος τα τελευταία χρόνια. Απέφυγα μετά περίσσιας βδελυγμίας ότι τραυμάτιζε το ερωτικό μου αίσθημα και την προσωπική μου ευαισθησία.

Ταξίδεψα πολύ και αυτό με βοήθησε ν’ αντιληφθώ πώς η βλακεία δεν ήταν αποκλειστικόν του τόπου μας προϊόν, όπως περήφανα ισχυρίζονται κι αποδεικνύουν συνεχώς οι έλληνες σωβινιστές και της εθνικοφροσύνης οι εραστές. Παράλληλα ανακάλυψα ότι τα πρόσωπα που μ’ ενδιαφέρανε έπρεπε να ομιλούν απαραιτήτως ελληνικά, γιατί σε ξένη γλώσσα η επικοινωνία γινότανε οδυνηρή και εξαφάνιζε το μισό μου πρόσωπο.

Το ’66 βρέθηκα στην Αμερική. Έμεινα κι έζησα εκεί κάπου έξι χρόνια, τα χρόνια της δικτατορίας, για λόγους καθαρά εφοριακούς – ανεκαλύφθη πως χρωστούσα τρεισήμισι περίπου εκατομμύρια στο δημόσιο. Όταν εξόφλησα το χρέος μου επέστρεψα περίπου το ’72 και ίδρυσα ένα καφενείο που το ονομάσαμε Πολύτροπον, ίσαμε τη μεταπολίτευση του ’74, όπου και τόκλεισα γιατί άρχιζε η εποχή των γηπέδων και των μεγάλων λαϊκών εκτονώσεων. Κράτησα την ψυχραιμία μου και δεν εχόρεψα εθνικούς και αντιστασιακούς χορούς στα γυμναστήρια και στα γεμάτα από νέους γήπεδα. Κλείνοντας το Πολύτροπο είχα ένα παθητικό πάλι της τάξεως περίπου των τρεισήμισι εκατομμυρίων – μοιραίος αριθμός, φαίνεται, για την προσωπική μου ζωή.

Από το ’75 αρχίζει μια διάσημη εποχή μου που θα την λέγαμε, για να την ξεχωρίσουμε, υπαλληλική, που μ’ έκανε ιδιαίτερα γνωστό σ’ ένα μεγάλο και απληροφόρητο κοινό, βεβαίως ελληνικό, σαν άσπονδο εχθρό της ελληνικής μουσικής, των ελλήνων μουσικών και της εξίσου ελληνικής κουλτούρας. Μέσα σ’ αυτή την περίοδο και ύστερα από ένα ανεπιτυχές έμφραγμα στην καρδιά, προσπάθησα πάλι, ανεπιτυχώς είναι αλήθεια, να πραγματοποιήσω τις ακριβές καφενειακές μου ιδέες πότε στην ΕΡΤ και πότε στο Υπουργείο Πολιτισμού, εννοώντας να επιβάλω τις απόψεις μου με δημοκρατικές διαδικασίες. Και οι δύο όμως τούτοι οργανισμοί σαθροί και διαβρωμένοι από τη γέννησή τους κατάφεραν να αντισταθούν επιτυχώς και, καθώς λεν, να με νικήσουν «κατά κράτος». Παρ΄ όλα αυτά, μέσα σε τούτον τον καιρό γεννήθηκε το Τρίτο κι επιβλήθηκε στη χώρα.

Και τώρα καταστάλαγμα του βίου μου μέχρι στιγμής είναι :

Α δ ι α φ ο ρ ώ για την δόξα. Με φυλακίζει μες στα πλαίσια που καθορίζει εκείνη κι όχι εγώ.

Π ι σ τ ε ύ ω στο τραγούδι που μας αποκαλύπτει και μας εκφράζει εκ βαθέων, κι όχι σ’ αυτό που κολακεύει τις επιπόλαιες και βιαίως αποκτηθείσες συνήθειές μας.

Π ε ρ ι φ ρ ο ν ώ αυτούς που δεν στοχεύουν στην αναθεώρηση και στην πνευματική νεότητα, τους εύκολα «επώνυμους» πολιτικούς και καλλιτέχνες, τους εφησυχασμένους συνομήλικους, την σκοτεινή και ύποπτη δημοσιογραφία καθώς και την κάθε λογής χυδαιότητα.

Έτσι κατάφερα να ολοκληρώσω την τραυματισμένη από την παιδική μου ηλικία προσωπικότητα, καταλήγοντας να πουλώ «λαχεία στον ουρανό» και προκαλώντας τον σεβασμό των νεωτέρων μου μια και παρέμεινα ένας γνήσιος Έλληνας και Μεγάλος Ερωτικός.

Μάνος Χατζιδάκις

Νοέμβριος 1980 – Μάρτιος 1981


Λίγα ακόμα βιογραφικά στοιχεία

Ο Μάνος Χατζιδάκις γεννήθηκε στις 23 Οκτωβρίου 1925 στην Ξάνθη, μια ακριτική καπνοπαραγωγική πόλη της Ελλάδας. Ο πατέρας του, Γεώργιος Χατζιδάκις, καταγόταν από τη Μύρθιο Ρεθύμνου και ήταν δικηγόρος. Η μητέρα του, Αλίκη (Βασιλική), το γένος Αρβανιτίδου καταγόταν από την Αδριανούπολη. «Από την μητέρα μου», όπως έλεγε ο ίδιος, «κληρονόμησα όλους τους γρίφους που από παιδί μ’ απασχολούν και μέχρι σήμερα κάνω προσπάθειες να τους λύσω. Χωρίς τους γρίφους της δεν θα ‘μουν ποιητής…». Από την ηλικία των τεσσάρων ετών αρχίζει τα πρώτα μαθήματα πιάνου, με δασκάλα την Αλτουνιάν, γνωστή μουσικό της Ξάνθης, αρμενικής καταγωγής. Μάθαινε επίσης, βιολί και ακορντεόν. Το 1932, η μητέρα και τα δύο παιδιά, ο Μάνος και η Μιράντα, εγκαθίστανται οριστικά στην Αθήνα και οι γονείς χωρίζουν. Το 1938 ο πατέρας του σκοτώνεται σε αεροπορικό δυστύχημα ενώ ταξίδευε για το Μιλάνο. Το γεγονός αυτό καθώς και η έναρξη του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, κατέστρεψαν οικονομικά την οικογένεια. Στα δύσκολα χρόνια της κατοχής και της απελευθέρωσης, εργάζεται ως φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι του Πειραιά, παγοπώλης, εργάτης στο εργοστάσιο ζυθοποιίας του Φιξ, υπάλληλος στο φωτογραφείο του Μεγαλοοικονόμου, βοηθός νοσοκόμος στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο.

Συγχρόνως αρχίζει ανώτερα θεωρητικά μαθήματα μουσικής με τον Μενέλαο Παλλάντιο, σημαντική μορφή της ελληνικής εθνικής μουσικής σχολής. Αρχίζει επίσης σπουδές Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (σπουδές που ποτέ δεν ολοκλήρωσε), ενώ παράλληλα γαλουχείται από καλλιτέχνες και διανοούμενους (Γκάτσος, Σεφέρης, Ελύτης, Τσαρούχης, Σικελιανός) της γενιάς του μεσοπολέμου, οι οποίοι θα συμβάλλουν ουσιαστικά στη διαμόρφωση των προσανατολισμών και της σκέψης του. Ο Νίκος Γκάτσος, με τον οποίο γνωρίστηκε το 1943, θα παραμείνει μέχρι το τέλος της ζωής του, ο μεγάλος δάσκαλος και ο ακριβός του φίλος.

Η σύγχρονη ελληνική κοινωνία, αναπτύχθηκε και τράφηκε από την προσωπικότητα του Μάνου Χατζιδάκι, που δεν δίστασε ούτε μια στιγμή να προβάλλει τα οράματά του στη πιο ακραία τους μορφή για να φανερώσει έτσι το βαθύτερο νόημα της τέχνης.

Ασυμβίβαστος και πρωτοπόρος, εχθρός της σοβαροφάνειας και των παγιωμένων αντιλήψεων, λάτρης της «νεότητας» και της συνεχούς αμφισβήτησης και με όπλο του την ελληνική αλλά και την οικουμενική παιδεία, συνέδεσε τη λόγια με τη λαϊκή μουσική, δημιουργώντας έτσι ένα «νέο» ήχο, ένα «νέο» τραγούδι που έχει τις ρίζες του τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση.

Το απόγευμα της 15ης Ιουνίου του 1994, ο Μάνος Χατζιδάκις «άρχισε το ταξίδι του προς τα άστρα».

(από την ιστοσελίδα Μάνος Χατζιδάκις)

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ

1960: Ο Μάνος Χατζιδάκις kερδίζει το Όσκαρ για την επιτυχία «Τα παιδιά του Πειραιά» της ταινίας του Ντασέν «Ποτέ την Κυριακή». Το συγκεκριµένο τραγούδι είναι ένα από τα δέκα εµπορικότερα τραγούδια του 20ού αιώνα.

1962: Ανεβάζει στην Αθήνα την «Οδό Ονείρων», παράσταση – έµβληµα για το µουσικό θέατρο σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολοµού. Ο Τάκης Χορν στον πρωταγωνιστικό ρόλο. 1963: Γράφει τη µουσική για την ταινία «Αmerica Αmerica» του Ελία Καζάν.

1966: Φεύγει για την Αµερική όπου µένει µέχρι το 1972. Μερικά από τα σηµαντικότερα έργα του γράφονται εδώ, όπως «Reflections», «Μεγάλος Ερωτικός», «Μεταµορφώσεις», «Χαµόγελο της Τζοκόντα» κ.ά.

1975: Διορίζεται αναπληρωτής γενικός διευθυντής της Λυρικής Σκηνής (1975-1977) και διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας (1975-1982). Επίσης, αναλαµβάνει τη διεύθυνση του Τρίτου Προγράµµατος µέχρι και το 1981.

1985: Εκδίδει το περιοδικό «Τέταρτο» και δηµιουργεί τη δισκογραφική εταιρεία Σείριος.

1989: Ιδρύει την Ορχήστρα των Χρωµάτων δίνοντας είκοσι συναυλίες και δώδεκα ρεσιτάλ.


Ο ποιητής Μάνος Χατζιδάκις


Τα παιδιά κάτω στον κάμπο

Τα παιδιά κάτω στον κάμπο
δε μιλάνε στον καιρό
μόνο πέφτουν στα ποτάμια
για να φτάσουν το σταυρό

Τα παιδιά κάτω στον κάμπο
κυνηγούν ένα τρελό
τονε πνίγουν με τα χέρια
και τον καίνε στο γιαλό

Έλα κόρη της σελήνης
κόρη του αυγερινού
να χαρίσεις στα παιδιά μας
λίγα χάδια τ’ ουρανού

Τα παιδιά κάτω στον κάμπο
κυνηγούνε τους αστούς
πετσοκόβουν τα κεφάλια
από εχθρούς κι από πιστούς

Τα παιδιά κάτω στον κάμπο
κόβουν δεντρολιβανιές
και στολίζουν τα πηγάδια
για να πέσουν μέσα οι νιές

Τα παιδιά κάτω στον κάμπο
κοροϊδεύουν τον παπά
του φοράνε όλα τα’ άμφια
και τον παν στην αγορά

Έλα κόρη της σελήνης
κόρη του αυγερινού
να χαρίσεις στα παιδιά μας
λίγα χάδια τ’ ουρανού

Τα παιδιά δεν έχουν μνήμη
τους προγόνους τους πουλούν
κι ό,τι αρπάξουν δε θα μείνει
γιατί ευθύς μελαγχολούν

Στίχοι – μουσική: Μάνος Χατζιδάκις


Κάθε τρελό παιδί

Κείνο το πρωί του είπα καλημέρα
κείνο το πρωί του είπα καλημέρα.

Κάθε τρελό παιδί
έχει στο χέρι
φιλί της Παναγιάς
κι ένα μαχαίρι.

Κι η μάνα του δεν τραγουδά
κι η μάνα του δεν τραγουδά.

Κάθε που σφάζονται
δυο περιστέρια
η νύχτα καίγεται
στα δυο του χέρια.

Και το κορίτσι δε μιλά
και το κορίτσι δε μιλά.

Στίχοι: Μάνος  Χατζιδάκις  Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις  Πρώτη εκτέλεση: Νανά Μούσχουρη  Άλλες ερμηνείες: Γιάννης Αγγελάκας


Το ποτάμι

Εκεί κάτω στο ποτάμι
Ζούνε δυο μικρά παιδιά
Τόνα βλέπει δεν ακούει
Τ’ άλλο ακούει μα δε βλέπει
Και τα δυο ξέρουν πως πρέπει
Να ‘χουν μόνο μια καρδιά
Εκεί κάτω στο ποτάμι
Τα παιδιά μένουν παιδιά

Το ποτάμι όλο γεμίζει
Και τη θάλασσα ποτίζει

Εκεί κάτω στο ποτάμι
Ζει μια δύστυχη τρελή
Π’ αγαπούσε ένα πουλί

Το παιδί που δεν ακούει
Της σκοτώνει το πουλί
Κι από τότες δε γνωρίζει
Πως την βλέπει το ποτάμι
Σαν γυναίκα ή σαν πουλί;

Το ποτάμι όλο γεμίζει
Κι απ’ τη θλίψη ξεχειλίζει

Εκεί κάτω στο ποτάμι
Ζούσ’ ο κύριος Δικαστής
Κυνηγούσε τα θηρία
Κι αγαπούσε μια Κυρία
Ώς την ώρα που η τρελή
Πνίγει την μικρή Κυρία
Που τη νόμισε παιδί

Κ’ έτσι ο Δικαστής μονάχος
Προτιμά να σκοτωθεί
Εκεί κάτω στο ποτάμι
Θάψανε το Δικαστή

Το ποτάμι όλο γεμίζει
Και την πίκρα μου ποτίζει

Εκεί κάτω στο ποτάμι
Ζει μια νύφη ερημική
Που σαν τέλειωσεν ο γάμος
Έφυγε ο γαμπρός το βράδυ
Και δεν ήρθε την αυγή
Έτσι η νύφη στολισμένη
Εκεί κάτω στο ποτάμι
Έγινε κι αυτή κραυγή

Παιδί της γης

Παιδί της γης
Παιδί τραγουδισμένο
Έτσι που σε φαντάζομαι
Σαν αστραπή
Μπλέκω τα δάκτυλα
Κλείνω τα μάτια μου
Και σ’ ονομάζω Μουσική

“Δεν σε πληγώνω αφέντη μου
Φιλιά σου δίνω”

Παιδί της γης
Παιδί τραγουδισμένο
Έτσι όπως μεσ’ στη θύμηση
Θυμίζεις τ’ όνειρό σου
Βγαίνουν μορφές πιο δυνατές
Κι απ΄την μορφή του Χάρου

“Δεν σε πληγώνω αφέντη μου
Φιλιά σου δίνω”

Παιδί της γης
Παιδί τραγουδισμένο
Έτσι που σε φαντάζομαι
Με τη φλογέρα και τον αητό
Στον ώμο σου
Χαράζεις μια τον Θάνατο
Και τον γυρνάς σε ωραίο σκοπό

Τα ποιήματα του Μάνου Χατζιδάκι «Το ποτάμι» και «Παιδί της γης» είναι από τη συλλογή “Μυθολογία”, (1966) και μελοποιήθηκαν από τον Νότη Μαυρουδή στον δίσκο τουΠαιδί της γης” με ερμηνευτές την Αρλέτα, τον Ηλία Λιούγκο και τον ίδιο τον Χατζιδάκι σε ένα τραγούδι.


Διονύσης Σαββόπουλος

ΑΚΟΥΓΕ ΕΝΑΝ ΗΧΟ ΥΠΑΡΚΤΟ*

Ήμουν 14 χρονών στη Θεσσαλονίκη, όταν άκουσα για πρώτη φορά στο ραδιόφωνο μουσική και τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι. Έμεινα άναυδος. Όλες οι ωραίες μουσικές έχουν κάτι ανεπαίσθητα κοινό μεταξύ τους, αυτό που άκουγα όμως δεν είχε καμιά σχέση με ό,τι είχα ακούσει μέχρι τότε.

Ποια ήταν η καταγωγή αυτής της μουσικής;

Έμοιαζε να έρχεται από το πουθενά. Τόσα χρόνια πέρασαν και η μουσική του θεϊκού Μάνου εξακολουθεί να είναι ένα εξαίσιο αίνιγμα, όχι μόνο για την ομορφιά της -η ομορφιά είναι ένα χάρισμα που έτσι κι αλλιώς δεν εξηγείται- αλλά για το πώς τα κατάφερε με τη μουσική μας παράδοση, η οποία δεν δίνει προσωπικό δρόμο, ούτε έξοδο από το χρόνο της, να φτάσει σε κάτι τόσο προσωπικό και απολύτως σύγχρονο. Αυτό ήταν το σπουδαιότερο μάθημα που μας έδωσε, για όσους μπορέσαμε να το αντιληφθούμε.

Το ’χω ξαναπεί: ήταν ο μόνος αληθινός βασιλιάς που γνώρισα επί γης. Κουβαλούσε μέσα του μια καθολική αλήθεια. Μας περιείχε όλους. Αλλά δεν μπορούσε να εμπιστευτεί την τύχη αυτής της καθολικότητας στις κοινές πεποιθήσεις. Διότι οι κοινές πεποιθήσεις έχουν τις αξίες, αλλά και τις παραμορφώσεις των αξιών τους. Έχουν την αλήθεια, αλλά και την πλαστογράφησή της. Χρειαζόμαστε πάντα μια προσωπικότητα για να κάνει πρώτα τη διάκριση και μετά να ανταποκριθεί στη νέα ιστορική στιγμή. Έπρεπε να προχωρήσει μόνος του και για το καλό όλων μας. Κι αυτό έκανε.

Μου έδινε συχνά την εντύπωση ενός Ελληνορωμαίου. Ήταν δίγλωσσος σαν τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, η οποία μιλούσε ελληνικά και λατινικά. Εκείνος μιλούσε τη λογική μουσική της Κεντρικής Ευρώπης, που ονομάζεται κλασική, αλλά ταυτόχρονα μιλούσε και τη λαϊκή μουσική, από τη Ρώμη και τη Σικελία ως τα ποτάμια της Μικράς Ασίας. Σ’ αυτόν , όμως, οι δύο γλώσσες είχαν γίνει μία. Κι απ’ όσο ξέρω, αυτό συνέβη για πρώτη φορά στη μουσική.

Άκουγε έναν ήχο υπαρκτό αλλά άγνωστο σε μας.

Ένιωθε ένα χώρο που είναι γύρω μας, αλλά μας είναι άγνωστος κι έχει τις ρίζες του στο μέλλον.

Κάποτε νόμιζα ότι ο Χατζιδάκις ήταν ένα λαμπρό απομεινάρι της αυτοκρατορίας. Είχα λάθος. Από την αποφασιστικότητά του, το πείσμα του και την τεράστια απήχησή του φαίνεται ότι είναι ο προάγγελος αυτής της αυτοκρατορίας. Από πνευματικής απόψεως εννοώ, για να εξηγούμεθα.

Ιούλιος 1995

*Από τον τόμο: Ανοιχτές επιστολές στον Μάνο Χατζιδάκι, προμετωπίδα Γιάννη Μόραλη, συλλογή και φροντίδα Θάνου Φωσκαρίνη, ΜΠΑΣΤΑΣ-ΠΛΕΣΣΑΣ (1996)

Οδός ονείρων


“Γεια σας. Ήρθα για να σας δείξω ο ίδιος την Οδό Ονείρων. Δεν ξεχωρίζει. Είναι ένας δρόμος σαν όλους τους άλλους δρόμους της Αθήνας. Είναι, ας πούμε, ο δρόμος που κατοικούμε. Μικρός, ασήμαντος, λυπημένος, τυραννικός, μα κι απέραντα ευγενικός. Έχει πολύ χώμα, πολλά παιδιά, πολλές μητέρες, πολλές ελπίδες και πολλή σιωπή. Κι όλα σκεπασμένα από ένα τρυφερό, μα κι αβάσταχτο ουρανό.
Εδώ, σ’ αυτό το δρόμο γεννιούνται και πεθαίνουν τα όνειρα τόσων παιδιών, ίσαμε τη στιγμή που η αναπνοή τους θα ενωθεί με τ’ ανοιξιάτικο αεράκι του επιταφίου και θα χαθεί.
Όμως τη νύχτα δεν τους πιάνει ο ύπνος κι όταν δεν ονειρεύονται, τραγουδούν.”
(“Πρόλογος” του Μάνου Χατζηκάκι, από το δίσκο “Οδός Ονείρων”, το γνωστό μουσικό θεατρικό έργο το οποίο ανέβηκε στο “Μετροπόλιταν” το 1962.
Στο δίσκο, αμέσως μετά ακολουθεί το υπέροχο εκείνο τραγούδι, με τίτλο ομόνυμο του δίσκου, που έγραψε και μελοποίησε ο ίδιος ο Μάνος Χατζηδάκις και τραγούδησε ο Γιώργος Μαρίνος μαζί με χορωδία)

ΟΔΟΣ ΟΝΕΙΡΩΝ

Κάθε κήπος έχει
μια φωλιά για τα πουλιά
κάθε δρόμος έχει
μια καρδιά για τα παιδιά.

Μα κυρά μου εσύ
σαν τι να λες με την αυγή
και κοιτάς τ΄ αστέρια
που όλο πέφτουν σα βροχή.

Δος μου τα μαλλιά σου
να τα κάνω προσευχή
για να ξαναρχίσω
το τραγούδι απ΄την αρχή.

Κάθε σπίτι κρύβει
λίγη αγάπη στη σιωπή
μα ένα αγόρι έχει
την αγάπη για ντροπή”

«Εδώ τελειώνουν τα όνειρα πού μου δανείσατε εσείς
οι ίδιοι μια βραδιά δίχως να το γνωρίζετε. Τώρα είναι αργά
και όλοι οι φίλοι μου έχουν αποκοιμηθεί. Εγώ αθεράπευτα πιστός σ’ αυτό
το δρόμο, θα ξαγρυπνήσω ως το πρωί για να μαζέψω τα καινούργια
όνειρα πού θα γεννήσετε.
Να τα φυλάξω και να σας τα ξαναδώσω μια άλλη φορά,
πάλι σε μουσική. Καληνύχτα» …

(“Επίλογος” του δίσκου, με υπόκρουση τον ήχο της λατέρνας και τη φωνή του Μάνου Χατζιδάκι)

«Εδώ Λιλιπούπολη» – Το ραδιόφωνο που μίλησε με τα παιδιά


Ενα σήμα που εξέπεμπε κάθε μέρα επί τέσσερα χρόνια το Τρίτο Πρόγραμμα του Μάνου Χατζιδάκι. Μια εκπομπή-θρύλος που έσπασε ρεκόρ ακροαματικότητας από το 1976 μέχρι το 1980, σε μικρούς και σε μεγάλους. Ένα από τα ραδιοφωνικά προγράμματα που, όντως, άφησε εποχή.

Ο ίδιος έχει πει: «Η Λιλιπούπολη υπήρξε γέννημα μιας φιλελεύθερης και πειραματικής ραδιοφωνίας από τη μία –του Τρίτου προγράμματος– και από την άλλη, μιας ομάδας νέων ανθρώπων με πολύ ταλέντο που συγκεντρώθηκαν στο Τρίτο και δούλεψαν ελεύθερα, με κέφι, με αξιοπρέπεια και αυτοσεβασμό.

Αυτό βέβαια δεν στάθηκε εμπόδιο στο να εξοργιστεί η αντιδραστική παραδημοσιογραφία του ελληνικού Τύπου, που χαρακτήρισε τη Λιλιπούπολη κομμουνιστική. Ίσως γιατί για πρώτη φορά κάποιοι μιλούσαν στα παιδιά υπεύθυνα, με καθαρή ποιητική γλώσσα, θίγοντας θέματα που βασανίζουν και πονάνε τον τόπο, και όχι σαν εκπαιδευτικοί ή γονείς ανόητοι, που συμπεριφέρονται στα παιδιά λες και αποτείνονται σε υπανάπτυκτους και ατελείς οργανισμούς, με θέματα ανώδυνα και γλώσσα απονεκρωμένη και συμβατική.

Όμως, εκεί που θέλω να σταθώ είναι στο περιεχόμενο αυτών των δύο δίσκων, που είναι η μουσική και οι στίχοι των τραγουδιών της Λιλιπούπολης. Τη μουσική την έγραψαν τρεις νέοι συνθέτες –η Πλάτωνος, ο Μαραγκόπουλος και ο Κυπουργός–, προικισμένοι και οι τρεις με αληθινό μουσικό ταλέντο, με καλλιέργεια και ευφυΐα που, μαζί με την ευφάνταστη και τεχνικότατη ενορχήστρωση που οι ίδιοι έκαναν στα τραγούδια τους, σφράγισαν μελωδικά τη φημισμένη αυτή εκπομπή του Τρίτου, με τρόπο ανεξίτηλο. Και η Μαριανίνα Κριεζή που έγραψε όλους τους στίχους, με ιδιοφυΐα κατάφερε να ξαναζωντανέψει ελληνικές λέξεις χρήσεως καθημερινής, να τις αναπλάσει και να τις τοποθετήσει ευαίσθητες, νεανικές, σαν να γεννήθηκαν χθες, μες στους ευρηματικούς στίχους των τραγουδιών. Και πέτυχαν και οι τέσσερις ένα μοναδικό και λαμπερό επίτευγμα μουσικής και ποίησης για τα παιδιά και το ραδιόφωνο. Ανεπανάληπτο και καθοριστικό μες στην ελληνική πραγματικότητα.

Γι’ αυτό είμαι δικαιολογημένα υπερήφανος που είδα πρώτος τη σημασία της Λιλιπούπολης ως διευθυντής του Τρίτου, πριν από περίπου πέντε χρόνια, και που διευθύνω σήμερα ως μουσικός τα τραγούδια της στην πρώτη δισκογραφική τους παρουσία. Είμαι δε σίγουρος ότι συμβάλλω σε ένα αποτέλεσμα πολύ υψηλού επιπέδου, που δεν στοχεύει μόνο στα παιδιά, αλλά σε ολόκληρη τη σύγχρονη νεανική ευαισθησία του τόπου μας.

Πόσο σύγχρονα και πόσο επίκαιρα ακούγονται σήμερα τραγούδια σαν αυτό:

«Μάσα, σιδερομάσα, μάσα, σιδερομάσα μάσα, δυνατά

πετρέλαιο, βενζίνα, κοκ και ορυκτά.

Και βγάζε, βγάζε, βγάζε απανωτές

κονσέρβες, σαγιονάρες, τσίχλες ευωδιαστές.

Και βγάζε, βγάζε, βγάζε απανωτές

νάιλον σακούλες, σκόνες χρωματιστές

φορμάικες, λεκάνες και βάρκες φουσκωτές

και ό, τι άλλο θέλουν οι καταναλωτές».

Μάνος Χατζιδάκις  –ΤΡΕΙΣ ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΕΣ*

στον Οδυσσέα Ελύτη

Ό,τι χάραζε σε στίχους

Τα ’παιρνε η θάλασσα που ’χε στα χέρια του

Ό,τι ζωγράφιζαν τα χείλια του

Τα ’σβηνε ο ουρανός που ’χε στα μάτια του

Κι έτσι δεν μπόρεσε να δει

Αν έπρεπε να παραμείνει Αττικός

Ή Αιγαιοπελαγίτης.

στον Γιώργο Σεφέρη

Από τη Μικρασία μετά την καταστροφή, ένας αστός ξεκίνησε με μια βαλίτσα αναμνήσεων στο χέρι, γύρισε χώρες μακρινές και πολιτείες άγνωστες, μάζεψε ακριβό υλικό και συνταγές, μέτρα, ρυθμούς και χρώματα, και τέλος γύρισε στη χώρα του, έχτισε με τα χέρια του σπίτι σημερινό κι ελληνικό, εμπήκε μέσα, κλείδωσε και από τότε πια κανείς δεν τον συνάντησε στην αγορά.

στον Νίκο Γκάτσο

Η γη καθώς τον γέννησε

Τον στόλισε

Πράσινα φύλλα της ιτιάς

Του έλατου και της ελιάς

Μα η σκέψη του τον βύθισε

Στης πολιτείας την άσφαλτο

Κι έγινε πέτρα αρχαϊκή

Στη μνήμη των εφήβων.

*Από την ποιητική συλλογή: Μάνου Χατζιδάκι, Μυθολογία, ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΣ (1966)

Οδυσσέας Ελύτης – ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ*

(απόσπασμα)

Μέσα σ’ αυτό το νταβαντούρι, μια μέρα μας έπεσε, θυμάμαι, από τον ουρανό ένα νούμερο που δεν το περιμέναμε. Ήταν ένας νέος λεπτός, με κοντό σγουρό μαλλί και μεγάλα μαύρα μάτια, που, φυσικά, έγραφε κι εκείνος στίχους ελεύθερους, όταν όμως είδε ότι τα χειρόγραφά του δεν προξενήσανε την εντύπωση που προσδοκούσε, το γύρισε αμέσως αλλού. Ήτανε, λέει, και μουσικός. Μουσικός; Απορήσαμε όλοι μας. Δηλαδή τι μουσικός; Βιολιστής; Πιανίστας; Όχι, όχι, μας εξήγησε. Ήταν συνθέτης. Έ, αυτό δεν το περιμέναμε. Υπήρχε, λοιπόν στην Ελλάδα τέτοιο είδος; Είδηση δεν είχαμε. Ο τελευταίος συνθέτης που ξέραμε ήταν ο Μανώλης Καλομοίρης. Ύστερα τι σχέση μπορούσε να έχει η μουσική με τη μοντέρνα ποίηση; Μεγάλη, μας αποκρίθηκε. Απόδειξη ότι είχε κάνει μουσική για την Αμοργό και για τις Παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα.

Βρεθήκαμε σε αμηχανία. Στο κεφάλαιο της μουσικής, ήμασταν, εκείνη τη στιγμή το συνειδητοποιούσαμε, ασυγχώρητα καθυστερημένοι. Γνωρίζαμε αόριστα την ύπαρξη της δωδεκάφθογγης μουσικής, τα ονόματα -και μόνον αυτά- του Schönberg και του  Alban Berg. Δίσκοι, πικάπ, μαγνητόφωνα, δεν είχανε ακόμη εφευρεθεί, τουλάχιστον δεν είχαν περάσει στην κοινή χρήση. Από την άλλη μεριά ο Υπερρεαλισμός -άγνωστο για ποιους λόγους- δεν τα πήγαινε καλά με τη μουσική. Ο Breton την εξόριζε από την πολιτεία του, όπως ο Πλάτων την ποίηση. Ίσως να ’φταιγε κι η ιδιοσυγκρασία του, ίσως και στην εποχή των Μανιφέστων να μην είχε ακόμη σημάνει η ώρα της μουσικής. Ενώ τώρα…

Κοιτάξαμε το νεαρό συνομιλητή μας με δυσπιστία. Επί τέλους, αν έλεγε αλήθεια, δεν είχε παρά να μας το αποδείξει. Τον οδηγήσαμε αμέσως στο σπίτι του Βαλαωρίτη, κι εκεί, ο Μάνος Χατζιδάκις -αυτός ήταν ο νέος συνθέτης- κάθισε στο πιάνο. Δεν έχει πια καμιά σημασία τι μας έπαιξε εκείνο το απομεσήμερο. Όπως εξομολογήθηκε ο ίδιος αργότερα, δεν υπήρχε τίποτε συγκεκριμένο στο νου του, απλώς αυτοσχεδίασε. το αθώο ψέμα που μεταχειρίστηκε για να μας πλησιάσει και να κινήσει το ενδιαφέρον μας, δεν τον εμπόδισε καθόλου, φτάνει που βρέθηκαν τα δάχτυλά του επάνω στα πλήκτρα, να το ανατρέψει και να το κάνει μια μαγική αλήθεια. Τόσο πολύ θα ’λεγες ότι ο αυτοδημιούργητος αυτός νέος ήταν ξεχειλισμένος από μελωδικότητα, τόσο πολύ γειτόνευε με μια περιοχή παρθένα, γεμάτη από ανεκμετάλλευτους ήχους και ρυθμούς, που έφτανε να τη σκουντήξει λιγάκι με τον αγκώνα του επάνω στο πιάνο, για να γεμίσει το δωμάτιο, να γεμίσει αργότερα η Ελλάδα κι ο κόσμος όλος από μιαν, άλλου είδους, γοητεία.

Και βέβαια, η συναναστροφή του με τους ποιητές της γενεάς αυτής τον βοήθησε. Πανέξυπνος καθώς ήταν, μπήκε αμέσως στο κλίμα τους, εργάσθηκε πάνω στα μοτίβα τους και χρησιμοποίησε, τουλάχιστον στις πρώτες του δημιουργίες, την ίδια γλώσσα των κοινών συμβόλων που ανεξάρτητα από την προσωπική εμπειρία του καθενός, είχε, η ελληνική υπερρεαλιστική παράταξη, θέσει σε κυκλοφορία. Είναι ένα παράδειγμα που αναφέρω αυτή τη στιγμή, χωρίς να βρίσκω ότι έχει άλλη ευρύτερη σημασία, δείχνει όμως χαρακτηριστικά, πόσο, στις εποχές που ένα καινούργιο πνεύμα αναπτύσσεται και ανεβαίνει, αφήνει στον αέρα μερικά κοινά σύμβολα που ο καθένας αισθάνεται το δικαίωμα να εκμεταλλευθεί, χωρίς για τούτο να προδίδει ούτε τον εαυτό του, ούτε τους άλλους. Αυτό δεν αφορά μόνο τον Μάνο Χατζιδάκι που, χωρίς να ‘χει καμιά σχέση με τη θάλασσα, έγραψε μουσική Για μια μικρή λευκή αχιβάδα. Ο Νίκος Γκάτσος δεν είχε ζήσει ποτέ του σε νησί όταν έδινε στο ποιητικό του έργο τον τίτλο Αμοργός και ο άλλος νέος συνθέτης που φανερώθηκε αργότερα, ο Μίκης Θεοδωράκης, καμιάν ανάλογη εμπειρία όταν προσεταιριζότανε για τα τραγούδια του τη μαγική λέξη Αρχιπέλαγος. Αλλά δε χωράει συζήτηση ότι μονάχα για τους minores η τέχνη περιορίζεται στην παρατήρηση και την εξομολόγηση. Για κάθε βήμα πιο πέρα, τον πρώτο λόγο έχει μια δύναμη που ξέρει να οικειοποιείται την ευαισθησία της εποχής και να ενσωματώνει στην έκφρασή της, οδηγημένα σε αντικειμενική κατάσταση κι εκείνα, τα προσωπικά βιώματα.

*Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά χαρτιά, ΑΣΤΕΡΙΑΣ (1974)

Νίκος Γκάτσος – Χατζιδακιάς*

Καλήν εσπέραν άρχοντες κι αν είναι ορισμός σας

του Χατζιδάκι βάσανα θα πω στ’ αρχοντικό σας.

Με του Μαγιού τις ευωδιές του φθινοπώρου τ’ άνθη

γεννήθηκε μεγάλωσε και σπούδασε στην Ξάνθη.

Η μάνα του Πολίτισσα ο κύρης του απ’ την Κρήτη

τον Καζαμία διάβαζε και τον Ονειροκρίτη.

Από μικρός τα γράμματα του φέρναν αηδία

τη μουσική αγάπησε μα όχι τα ωδεία.

Κι αντί να φύγει σ’ άλλη γη να πάει σ’ άλλα κράτη

την Αττική προτίμησε και τ’ όμορφο Παγκράτι.

Κι αντί σαν όλα τα παιδιά να βγει κι αυτός στο πάρκο

τους οικοδόμους άκουγε που τραγουδούσαν Μάρκο.

Καλήν εσπέραν άρχοντες κι ακούστε παρακάτω

πώς άλλοι βγαίνουν στον αφρό κι άλλοι κολλάν στον πάτο.

Με τα χειρόγραφα σωρό τις μελωδίες μάτσο

βρήκε έναν τύπο βλοσυρό που τονε λέγαν Γκάτσο.

Κάτσανε κάτω και μαζί πολλά τραγούδια γράψαν

που τα πουλιά σωπάσανε κι όλα τ’ αηδόνια πάψαν.

*Ανολοκλήρωτο «παιχνίδι». Νίκος Γκάτσος, Όλα τα τραγούδια, ΠΑΤΑΚΗΣ (1999)

Share
Posted in ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ | Comments Off on Μάνος Χατζιδάκις: Φύλακας άγγελος των ονείρων μας

Νίκος Καββαδίας – Ο ποιητής της θάλασσας και της καρδιάς μας

Φέτος συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννηση ενός μεγάλου ποιητή της θάλασσας, του Νίκου Καββαδία, του «Κόλλια» όπως ήταν γνωστός στους φίλους και τους συναδέλφους του που μαζί τους ταξίδευε στα καράβια. Ο Νίκος Καββαδίας στο έργο του,  στα ποιήματα και τις γλαφυρές διηγήσεις του, αποτύπωσε τη θαλασσινή φύση του Έλληνα. Αγαπούσε και πονούσε τους συνανθρώπους του και τους βοηθούσε όσο μπορούσε. Ήταν ο άνθρωπος που αγαπούσε καθετί που δάκρυζε, γιατί του θύμιζε τον ίδιο του τον εαυτό. Ρομαντικός, γραφικός και παράξενος, από τα νεανικά του χρόνια κέντριζε το ενδιαφέρον των πιο γνωστών λογοτεχνών της εποχής του: Χατζηκυριάκου Γκίκα, Θεοτοκά, Καραγάτση, Ουράνη κ.λπ. Ζωντάνευε τους τόπους και τους ανθρώπους που γνώριζε στα ταξίδια του με ένα τρόπο ιδιαίτερα νοσταλγικό και τρυφερό. Ο αναγνώστης «ταξιδεύει» μέσα από τα ποιήματα του Καββαδία, σε έναν κόσμο που συνδυάζει τη πραγματικότητα με την ουτοπία. Έφυγε νωρίς, όχι στη θάλασσα, όπως ο ίδιος το ήθελε, αλλά ξαφνικά στη στεριά σε ηλικία μόλις 66 ετών.

Τα πρώτα χρόνια

Γεννήθηκε το 1910 σε μια μικρή επαρχιακή πόλη της Μαντζουρίας, στην περιοχή του Χαρμπίν που ήταν στρατιωτική βάση. Λεγόταν τότε Νικόλσκι Ουσουρίσκι, κοντά στον ποταμό Ουσσούρ.

Ο πατέρας ήταν επιχειρηματίας. Διατηρούσε γραφείο γενικού εμπορίου – εισαγωγές  – εξαγωγές – μεταφορές -, διακινούσε μεγάλες ποσότητες εμπορευμάτων, τροφίμων και άλλων καταναλωτικών ειδών και συγχρόνως ήταν προμηθευτής του τσαρικού στρατού.

Σ’ αυτή τη μικρή πόλη γεννήθηκαν τα τρία από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας.

Το 1914, στην αρχή του πρώτου παγκόσμιου πολέμου, ο πατέρας αποφάσισε να φέρει την οικογένεια στην Ελλάδα, καθώς πλανιόταν στον αέρα η επερχόμενη ανατροπή.

Ταξίδεψαν με τον Υπερσιβηρικό σιδηρόδρομο δεκαπέντε ολόκληρες μέρες διασχίζοντας τα Ουράλια Όρη κι ένα μεγάλο μέρος της ενδοχώρας. Φτάσανε στην Κωνσταντινούπολη, όπου βρήκαν τ’ αδέρφια της μάνας που είχαν ναυτικές επιχειρήσεις και με κάποιο καράβι τους περάσανε στο ελληνικό έδαφος.

Φτάσανε στην Αθήνα όπου έμειναν στο ξενοδοχείο «Διάνα». Τα δυό μεγαλύτερα παιδιά είδαν για πρώτη φορά θέατρο – τα «Παναθήναια» με τη Μαρίκα Κοτοπούλη.

Καταλήξανε στην Κεφαλονιά στα πατρικά σπίτια με τις γιαγιάδες και τους παππούδες, της μάνας στην Άσσο, του πατέρα στο Φισκάρδο. Δεν έμειναν πολύ. Ήρθαν στο Αργοστόλι όπου νοίκιασαν ένα μεγάλο σπίτι με περιβόλιστο δρόμο της Λάσσης και γράψανε τα δύο μεγαλύτερα παιδιά στο Νηπιαγωγείο της σχολής Ελένης Μαζαράκη «Παρθεναγωγείον αι Μούσαι».

Ο πατέρας γύρισε στη Ρωσία για να τακτοποιήσει τις επιχειρήσεις του και τα μικρά απόμειναν ξαφνιασμένα στο ανύποπτο ως τότε και ήσυχο Αργοστόλι, που άρχιζε να το τραντάζει ο απόηχος του πολέμου. Υδροπλάνα, οπλιταγωγά, ατμάκατοι, συμμαχικός στρατός, Άγγλοι, Γάλλοι, Σενεγαλέζοι.

Τα παιδιά της οικογένειας βρίσκονταν κάθε απόγευμα με την νταντά στην πλατεία.

Ο Νίκος Καββαδίας ξέφευγε κατά τη συνήθειά του για να κάνει φιλίες με στρατιώτες του συμμαχικού στρατού, κατά προτίμηση τους Σενεγαλέζους που τον εντυπωσίαζαν με το χρώμα τους και το μπόι τους καθώς τον σήκωναν ψηλά στα χέρια τους και του χαρίζανε ταινίες από τα καπέλα τους και άλλα αντικείμενα.

Η οικογένεια αποκλείστηκε στην Κεφαλονιά και ο πατέρας αποκλείστηκε στη Ρωσία. Εφτά ολόκληρα χρόνια χάθηκαν τα ίχνη του. Διώχτηκε, φυλακίστηκε, έχασε ως το τελευταίο του ρούβλι.

Γύρισε το 1921, ταλαιπωρημένος, νευρασθενικός, άρρωστος – και το τραγικότερο, ξένος και ανένταχτος.

Μετακομίσαμε στον Πειραιά όπου ο Καββαδίας τελείωσε το Δημοτικό στη σχολή αδελφών Μπάρδη. Συμμαθητές του ο Γιάννης Τσαρούχης και ο παπα-Πυρουνάκης.

Εκεί στο Δημοτικό, άρχισε να εκδηλώνει κάποια κλίση προς το γράψιμο. Με συνδρομές που πήρε από θείες, θείους και φίλους έβγαλε ένα τετρασέλιδο φυλλάδιο σατιρικό που είχε τίτλο «Σχολικός Σάτυρος» (με ύψιλον από άγνοια βέβαια) όπου σατίριζε τους συμμαθητές και τις συμμαθήτριές του. Το φυλλάδιο αυτό τυπώθηκε σε τυπογραφείο. Εκεί τον πήγε ο πατέρας, που σ’ αυτά βοηθούσε πρόθυμα τον μικρό του γιο – ήταν μάλιστα και περήφανος. Στο τρίτο φύλλο έκλεισε και οι συνδρομές επιστράφηκαν.

Έγραφε και στη «Διάπλαση των Παίδων» με το ψευδώνυμο «Ο μικρός ποιητής».

Αργότερα άρχισε να γράφει ποιήματα που τα έστελνε στον Πετμεζά – Λαύρα στο περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας του Μακρή, που τα δημοσίευε στη σελίδα της αλληλογραφίας με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλλας.

Σε μερικούς μήνες, φτάσανε τα πλήθη της προσφυγιάς από τη Μικρασιατική καταστροφή – εφιάλτης με άπειρη γραφικότητα. Σε πολλούς δρόμους σχηματίζονταν τεράστιες ουρές έξω από τα σπίτια που είχαν την επιγραφή «Περίθαλψη προσφύγων» για να πάρουν κάποιο χαρτί ή δελτίο που τους έδινε δικαίωμα σε διάφορες περιοχές.

Άρχισαν να σχηματίζονται στις ακραίες γειτονιές οικισμοί από ξύλινες παράγκες που στην καθεμιά ζούσαν έξι ή οκτώ άτομα χωρίς αποχέτευση – μια κόλαση.

Ήταν όμως άνθρωποι εργατικοί, πολυμήχανοι. Ο Πειραιάς γέμισε ξαφνικά από πλανόδια καροτσάκια που πουλούσαν διάφορα ανατολίτικα ζαχαρωτά, παγωτά σε χωνάκια και σάμαλι. Ο σαλεπιτζής περνούσε κάθε πρωί διαλαλώντας το εμπόρευμά του από τους δρόμους του Πειραιά. Οι γυναίκες εκπληκτικές σε γενναιότητα και εγκαρτέρηση.

Τον πρώτο καιρό λιγόστεψαν τα τρόφιμα – δεν έφτανε το νερό.

Σκοτωμός γινότανε όταν περνούσε το βράδυ ο νερουλάς και κατέβαιναν οι υπηρέτριες από τα ψηλά σπίτια και οι νοικοκυρές από τα χαμηλά για να γεμίσουν τη στάμνα τους με νερό του Πόρου.

Έκκληση κάναν οι αρχές στα μεγάλα σπίτια να νοικιάσουν ένα δωμάτιο σε πρόσφυγες.

Ήρθαν και σε μας (κρατούσαμε ένα σπίτι με έξι δωμάτια) ένα ζευγάρι μεσήλικοι από τον Τσεσμέ, με την ψυχοκόρη τους. Ήταν άγιοι άνθρωποι – βιβλικοί – από αρχοντική οικογένεια. Ζήσαμε αρμονικά μαζί τους δύο ή τρία χρόνια.

Τους αγαπήσαμε και μας αγαπήσανε. Μας μεταφέρανε έναν άλλο πολιτισμό και την καρτερία τους.

Τέλεια αντίθεση με τον πρόσφυγα της Τσαρικής Ρωσίας. Αυτός δεν σήκωνε τον ξεπεσμό. Πώς να προσαρμοστεί σ’ αυτή τη στενεμένη ζωή ο άνθρωπος που έζησε σε μια αστική κοινωνία της αφθονίας,  του πλούτου και της αλόγιστης σπατάλης.

Θύμωνε με το τίποτα, του φταίγανε όλα. Σήκωνε το μπαστούνι του, έσπαζε ό,τι έβρισκε, ηλεκτρικούς λαμπτήρες, τζάμια, γυαλικά.

Κι ενώ στο βάθος ήταν ένας καλός άνθρωπος ανίκανος να κάνει κακό, νόμιζες πως χαιρόταν να τους μεταδίνει τον πανικό. Τους βασάνιζε άθελά του, πήγαινε τ’ αγόρια σπρώχνοντάς τα από τη σκάλα στο κουρείο, να τους κόψουν τα μαλλιά με την ψιλή μηχανή – στα πρώτα χρόνια της εφηβείας.

Από την άλλη μεριά, ο πατέρας μόλις είχε λίγα χρήματα, τους ανέβαζε όλους στην Αθήνα και πήγαιναν στου Ελευθερουδάκη όπου οι μεγαλύτεροι γέμιζαν την αγκαλιά τους με βιβλία.

Τ’ αγόρια πήγαιναν και στο θέατρο Χρυσοστομίδη στο Πασαλιμάνι, στον Καραγκιόζη, στον κινηματογράφο.

Με την κόρη η συμπεριφορά του ήταν διαφορετική.

Την αυστηρότητά του δεν την επέβαλε απευθείας, αλλά μέσω της μάνας. Η μάνα ποτέ δεν του συγχώρησε ότι δηλητηρίασε τα πρώτα εφηβικά τους χρόνια.

Αν περάσαμε από αυτή την περίοδο άθικτοι ψυχικά το χρωστάμε σ’ αυτή την τέλεια μάνα – το πρόσωπο της θυσίας – που ξέχασε κάθε προσωπικό της δικαίωμα πάνω στη ζωή για να στηρίξει τα παιδιά της διατηρώντας πάντα ένα ζεστό και οργανωμένο σπιτικό.

Ο πατέρας προσπάθησε να βρει κάποια δουλειά στα βαπόρια των συγγενών. Τότε πουλήθηκαν τα κοσμήματα της μάνας και ό,τι ακριβό υπήρχε μέσα στο σπίτι.

Αργότερα μαζί μ’ έναν άλλο πρόσφυγα πλούσιο επιχειρηματία της Πετρούπολης, ο πατέρας άνοιξε ένα μικρό κατάστημα τροφίμων, κοντά στο Πασαλιμάνι, με ένα μεγάλο δωμάτιο στο πίσω μέρος. Εκεί μαζεύονταν οι Ρώσοι εμιγκρέδες του Πειραιά – γιατρός Σενιώφ, ναύαρχος Ρεβελιώτης, στρατηγός Ρασντερίσιν -, περνούσαν τ’ απογεύματα πίνοντας βότκα και κάνοντας σχέδια και προγράμματα επιστροφής στην πατρίδα. Ένας τόπος συνάντησης ναυαγών χωρίς σωτηρία.

Απέναντι ακριβώς βρισκόταν το παλιό Γυμναστήριο του Πειραιά και κει έρχονταν τ’ απογεύματα να παίξουν και να γυμναστούν ο Νίκος Καββαδίας και τ’ αδέλφια του, κάτω από την αυστηρή επίβλεψη του πατέρα.

Στο Γυμναστήριο ο Καββαδίας γνώρισε τον πρωταθλητή της πυγμαχίας Νίκο Μενεξή και πήρε μαζί του μαθήματα. Κι ενώ η κράση του και ο χαρακτήρας του δεν δικαιολογούσαν μια τέτοια επίδοση, αυτό σ’ όλη του τη ζωή δεν έπαψε ν’ αγαπάει αυτό το άθλημα.

Ευτυχώς το καταφύγιο αυτό των Ρώσων εμιγκρέδων δεν κράτησε πολύ, έκλεισε πάνω στον δεύτερο χρόνο. Στον Πειραιά ο Καββαδίας και τ’ αδέλφια του τελειώσανε το Γυμνάσιο. Εκεί είχε συμμαθητή το γιο του Παύλου Νιρβάνα, τον Κώστα Αποστολίδη που του γνώρισε τον πατέρα του.

Μένανε σ’ ένα σπίτι στο Νέο Φάληρο. Ο Καββαδίας πήγαινε συχνά – η αυστηρή παρακολούθηση του πατέρα είχε χαλαρώσει. Η αρρώστια είχε αρχίσει να τον λυγίζει.

Ο Νιρβάνας υπήρξε για τον δεκαπεντάχρονο Καββαδία ο πρώτος δάσκαλος.

Του διάβαζε τα ποιήματα που έγραφε – βρίσκεται ανάμεσα στα βιβλία της εποχής εκείνης ένας μικρός τόμος με χρονογραφήματα και με την αφιέρωση:

«Στο μικρό μου φίλο Ν. Καββαδία, από εκτίμηση στο νεαρό του τάλαντο.»

Συχνά ο ηλικιωμένος συγγραφέας και ο νεαρός ποιητής κάνανε μακρινούς περιπάτους στους ήσυχους δρόμους του ήρεμου προάστιου με τις διάσπαρτες βίλες.

Ένα είδος σιωπηλής λατρείας είχε ο μικρός Καββαδίας για τον πολιτισμένο και σοφό άνθρωπο, που του φέρθηκε σαν ίσος προς ίσο.

Μια τέτοια φιλία είχε αργότερα και με τον Κ. Καρθαίο που κι αυτός υπήρξε δάσκαλος και οδηγητής του.

Το 1929 ο πατέρας πέθανε από καρκίνο.

Ο μικρός γιος είχε μπαρκάρει με τα καράβια και έγινε καπετάνιος σε φορτηγά.

Ο Ν. Καββαδίας πήγε να εργαστεί στο ναυτικό γραφείο του Ζωγράφου, που πρακτόρευε τα βαπόρια των αδερφών της μάνας του, μα γρήγορα άρχισε κι αυτός να φεύγει με τα καράβια.

Το 1933 δημοσιεύει την πρώτη του ποιητική συλλογή «Μαραμπού», που της αφιέρωσε πολύ επαινετική κριτική ο Φώτης Πολίτης στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας «Πρωϊα».

Το 1933 άφησαν τον Πειραιά και εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα. Μείνανε στην Κυψέλη – τα περισσότερα χρόνια, στο σπίτι της οδού Αγ. Μελετίου 10. Εκεί τους βρήκε ο πόλεμος.

Πήρε μέρος στον Αλβανικό και γύρισε από τους τελευταίους με τα πόδια, ταλαιπωρημένος, αδύνατος, τρώγοντας ό,τι του’ διναν  οι νοικοκυρές στα χωριά απ’ όπου περνούσε.

Στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής έμεινε στην Αθήνα και πήρε μέρος στην Αντίσταση, μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ. Εκεί όπου Έλληνες από τη μια μεριά και Γερμανοί και Ταγματασφαλίτες από την άλλη παίζαν το παιχνίδι της γάτας με τα ποντίκια. Τότε που γέμισαν τα Χαϊδάρια και οι Καισαριανές και δεν ήξερες αν το βράδυ θα κοιμηθείς στο σπίτι σου ή στην Ασφάλεια της οδού Μέρλιν.

Μετά την αποχώρηση του Στρατού Κατοχής μπαρκάρισε υπό περιοριστικούς όρους και ταξίδεψε σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή του ως ασυρματιστής, μέχρι το θάνατό του, στις 10 Φεβρουαρίου 1975.

(Τζένια Καββαδία  «Του πολέμου» Εκδόσεις Άγρα)


Δεν φοβήθηκα…

«… Δε φοβήθηκα ποτέ μου τον κίνδυνο… Ξέρω τι καταλαβαίνει ένας άνθρωπος όταν πνίγεται. Τρεις φορές εκινδύνεψα. Δεν είναι τίποτε το σπουδαίο και το φρικτό καθώς ο κόσμος νομίζει.  Μια μικρή αγωνία, για μερικά δευτερόλεπτα… ύστερα σαν να πέφτεις από ψηλά, απάνω σε πούπουλα. Ύστερα τίποτ’ άλλο. Τίποτα…»

(«Το ημερολόγιο ενός τομονιέρη» Εκδόσεις Αγρα)

«Αυτοί που αγαπούν με πάθος τη θάλασσα, δεν μπορούνε ποτέ – είναι αποδεδειγμένο – να γίνουν επαγγελματίες θαλασσινοί. Κι αν ποτέ κατορθώσουν να γίνουν, θα πάψουν να την αγαπούν. Θα’ χετε ακούσει γι’ αυτούς τους ναυτικούς που περισσότερο ζουν στα ντοκ των λιμένων κοιτάζοντας τα πλοία που φεύγουν και κάνουνε τους διερμηνείς στους ξένους ναύτες. Αυτοί είναι οι ανίατοι! Έχουν δουλέψει θερμαστές, ναύτες, καμαρώτοι, καρβουνιάρηδες, αλλά δεν ειδικεύτηκαν και δεν δούλεψαν περισσότερο από ένα μήνα την ίδια δουλειά και στο ίδιο πλοίο. Ποτέ δεν μπόρεσαν να συνηθίσουν τη θάλασσα.

Τους ζαλίζει. Σκοντάφτουν εκεί που άλλοι περπατούν ίσια, κλείνουν τα δάκλυλά τους μέσα στις πόρτες, δεν μπορούν να κυβερνήσουν τιμόνι ενώ ξέρουν τον μπούσουλα όσο κι οι καλοί ναύτες. Αρρωσταίνουν και ξεμπαρκάρουνε κλαίγοντας. Βλέπεις μέσα στα μάτια τους κάτι το παράξενο. Και στα σκευρωμένα τους πρόσωπα κάτι το ααλλοπαρμένο.

Αυτούς τους περιφρονούν και τους λένε Μπιτσικόμπερ…

…Ταξιδεύουνε πάντα χωρίς μπούσουλα. Παίρνουν ύψος με δύο γυαλιά που κρατάνε στα δάχτυλα. Χτυπάνε τους σύφωνες με κάτι μαχαίρια τετράγωνα και ξορκίζουνε τους ανέμους. Πολλές φορές οι πορείες τους βγάζουν σε παράξενα νησιά από κοράλλι. Αυτοί δεν είναι ναυτικοί, είναι Μάγοι!

Αγαπώ περισσότερο απ’ όλους τους τρελούς από την αγάπη της θάλασσας, τους Μπετσκόμπερ. Ίσως γιατί είμαι συνάδελφός τους!»

(«Γράμματα εν πλω» από το «Ημερολόγιο ενός τιμονιέρη» Εκδόσεις Άγρα)

Σπουδαστές

Σας είδα κάτου από την πύρινη βροχή

με τα πλακάτ και τα σκουτιά τα ματωμένα

εσάς που κάματε τη δύσκολην αρχή

κείνα τα χρόνια τα βαρια, τα κολασμένα.

Σήμερα βλέπω τα δικά σας τα παιδιά

σμάρι πηχτό μες του πελάγου τη σπιλιάδα.

Πάντα κατάντικρα στην κάθε αναποδιά

και σ’ όσους πάνε να σταυρώσουν την Ελλάδα.

(«Αθησαύριστα ποιήματα» από το «Ημερολόγιο ενός τιμονιέρη» εκδόσεις Άγρα)

Αγαπάω

Αγαπάω τ’ ό,τι είναι θλιμμένο στον κόσμο
Τα θολά τα ματάκια, τους αρρώστους ανθρώπους,
τα ξερά γυμνά δέντρα και τα έρημα πάρκα,
τις νεκρές πολιτείες, τους τρισκότεινους τόπους.

Τους σκυφτούς οδοιπόρους που μ’ ένα δισάκι
για μια πολιτεία μακρινή ξεκινάνε,
τους τυφλούς μουσικούς των πολύβοων δρόμων,
τους φτωχούς, τους αλήτες, αυτούς που πεινάνε.

Τα χλωμά τα κορίτσια που πάντα προσμένουν
τον ιππότη που είδαν μια βραδιά στ’ όνειρό τους,
να φανεί απ’ τα βάθη του απέραντου δρόμου.
Τους κοιμώμενους κύκνους πάνω στ’ ασπροφτερό τους

Τα καράβια που φεύγουν για καινούρια ταξίδια
και δεν ξέρουν καλά – αν ποτέ θα ‘ρθουν πίσω
αγαπάω, και θα ‘θελα μαζί τους να πάω
κι ούτε πια να γυρίσω

Αγαπάω τις κλαμένες ωραίες γυναίκες
που κοιτάνε μακριά, που κοιτάνε θλιμμένα…
αγαπάω σε τούτον τον κόσμο – ό,τι κλαίει
γιατί μοιάζει μ’ εμένα.

(Το ποίημα αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στο Περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας το Μάρτη του 1929.και υπογράφτηκε με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλας όταν ο ποιητής είχε μόλις κλείσει τα 19 του χρόνια.  Το αναδημοσιεύουμε από «Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη» εκδόσεις Άγρα)

Γράμμα ενός αρρώστου

Φίλε μου Αλέξη, το ‘λαβα το γράμμα σου
και με ρωτάς τι γίνομαι, τι κάνω;
Μάθε, ο γιατρός πως είπε στη μητέρα μου
ότι σε λίγες μέρες θα πεθάνω…

Είναι καιρός όπου έπληξα, διαβάζοντας
όλο τα ίδια που έχω εδώ βιβλία,
κι όλο εποθούσα κάτι νέο να μάθαινα
που να μου φέρει λίγη ποικιλία.

Κι ήρθεν εχθές το νέο έτσι απροσδόκητα
– σιγά ο γιατρός στο διάδρομο εμιλούσε –
και τ’ άκουσα. Στην κάμαρα εσκοτείνιαζε
κι ο θόρυβος του δρόμου εσταματούσε.

Έκλαψα βέβαια, κάτω απ’ την κουβέρτα μου.
Λυπήθηκα. Για σκέψου, τόσο νέος!
Μα στον εαυτό μου αμέσως υποσχέθηκα
πως θα φανώ, σαν πάντοτε, γενναίος.

Θυμάσαι, που ταξίδια ονειρευόμουνα
κι είχα ένα διαβήτη κι ένα χάρτη
και πάντα για να φύγω ετοιμαζόμουνα
κι όλο η μητέρα μου ‘λεγε: το Μάρτη…

Τώρα στο τζάμι ένα καράβι εσκάρωσα
κι ένα του Μαγκρ στιχάκι έχω σκαλίσει:
“Τι θλίψη στα ταξίδια κρύβεται άπειρη!”
Κι εγώ για ένα ταξίδι έχω κινήσει.

Να πεις στους φίλους χαιρετίσματα,
κι αν τύχει κι ανταμώσεις την Ελένη,
πως μ’ ένα φορτηγό – πες της – μπαρκάρισα
και τώρα πια να μη με περιμένει…

Αλήθεια! Ο Χάρος ήθελα να ‘ρχότανε
σαν ένας καπετάνιος να με πάρει
χτυπώντας τις βαριές πέτσινες μπότες του
κι ένα μακρύ τσιμπούκι να φουμάρει.

Αλέξη, νιώθω τώρα πως σ’ εκούρασα.
Μπορεί κιόλας να σ’ έκαμα να κλάψεις.
Δε θα ‘βρεις, βέβαια, λόγια για μι’ απάντηση.
Μα δε θα λάβεις κόπο να μου γράψεις…

(Από τη συλλογή «ΜΑΡΑΜΠΟΥ»  εκδόσεις Αύρα)

Mal du depart

Στν δερφή μου Ζένια

Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά, σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

Για το Μαδράς, τη Σιγγαπούρ, τ’Αλγέρι και το Σφαξ
θ’αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία,
κι εγώ, σκυφτός σ’ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,
θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.

Θα πάψω πιά για μακρινά ταξίδια να μιλώ,
οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα’χω πιά ξεχάσει,
κι η μάνα μου, χαρούμενη, θα λέει σ’όποιον ρωτά :
“Ηταν μιά λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει … ”

Μα ο εαυτός μου μιά βραδιάν εμπρός μου θα υψωθεί
και λόγο, ως ένας δικαστής στυγνός, θα μου ζητήσει,
κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί,
θα σημαδέψει, κι άφοβα το φταίστη θα χτυπήσει.

Κι εγώ, που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες,
θα’χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μιά κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.

(Από τη συλλογή «ΜΑΡΑΜΠΟΥ»  εκδόσεις Αύρα)

Η πλώρη μας

Στον Θ. Λιαρούτσο

Ήταν η πλώρη μας καθώς των φορτηγών οι πλώρες.

Γιομάτη πράγματα παλιά, που εμύριζαν βαριά,

μ’ ένα τραπέζι ξύλινο στη μέση, λερωμένο

και σκαλισμένο σε πολλές μεριές με το σουγιά.

Είχε δεξιά κι αριστερά, απάνω το ‘να στ’ άλλο,

τα ξύλινα κρεβάτια μας στα πλάγια κολλητά,

που έμοιαζαν, μέσα στο θαμπόν, ανάλαφρο σκοτάδι,

φέρετρα που ξεχάστηκαν και μείναν ανοιχτά.

Σε μια γωνιά το αρμάρι μας, απ’ έξω στολισμένο

με ζωγραφιές χρωματιστές από περιοδικό

ή γαλλικές φωτογραφίες αισχρές, που παρασταίνουν

το αμάρτημα της ηδονής το προπατορικό.

Πάντα βασίλευε σιγή θανατερή εκεί μέσα

και περπατούσαμε όλοι μας στις μύτες των ποδιών,

κι ήταν στιγμές που νόμιζες πως άκουες να χτυπούνε

σαν το ρολόι, μες στη σιγή, οι χτύποι των καρδιών.

Κι έκοβε μόνο τη σιγήν ο χτύπος της καμπάνας

που απάνου στο καμπούνι, αργά, χτυπούσε των ωρών

το πέρασμα, μ’ ένα βαρύ μα λυπημένον ήχο,

που πνίγονταν μες στη βοή του αγέρα ή των νεκρών.

Τις Κυριακές, σαν είχανε δουλειά μονάχα οι βάρδιες,

σ’ αυτήν εμαζευόμαστε και ανάβαμε φωτιά

κι ή αισχρές, σιγά, για τις γυναίκες λέγαμε ιστορίες

ή το φαΐ μας παίζαμε με πείσμα στα χαρτιά.

Στην πλώρη αυτή κατάστρεψα τον ήρεμον εαυτό μου

και σκότωσα την τρυφερή παιδιάτικη ψυχή.

Όμως ποτέ δε μ’ άφησε το επίμονο όνειρό μου

και πάντα η θάλασσα πολλά μου λέει, όταν αχεί.

(Από τη συλλογή «ΜΑΡΑΜΠΟΥ»  εκδόσεις Αύρα)

Πούσι

Στην Ελένη Χαλκιούση

‘Επεσε το πούσι αποβραδίς
το καραβοφάναρο χαμένο
κι έφτασες χωρίς να σε προσμένω
μες στην τομονιέρα να με δείς.

Κάτασπρα φοράς κι έχεις βραχεί ,
πλέκω σαλαμάστρα τα μαλιά σου.
Κάτω στα νερά του Port Pegassu
βρέχει πάντα τέτοιαν εποχή.

Μας παραμονεύει ο θερμαστής
με τα δυο του πόδια στις καδένες.
Μην κοιτάς ποτέ σου τις αντένες
με την τρικυμία, θα ζαλιστείς.

Βλαστημά ο λοστρόμος τον καιρό
κι είν’ αλάργα τόσο η Τοκοπίλα.
Από να φοβάμαι να καρτερώ
κάλλιο περισκόπιο και τορπιλα.

Φύγε! Εσέ σου πρέπει στέρεα γη.
Ηρθες να με δεις κι όμως δε μ’ είδες
έχω απ’ τα μεσάνυχτα πνιγεί
χίλια μίλια πέρ’ απ’ τις Εβρίδες.

(Από τη συλλογή «ΠΟΥΣΙ»  εκδόσεις Αύρα)

FEDERICO GARCIA LORCA

Στο Θανάση Καραβία

Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι.
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ,
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι Σταυροφόροι.

Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδιά
και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου.
Στο ρωγοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά
κι ο γέρος έλιαζε ακαμάτης τ’ αχαμνά του.

Του ταύρου ο Πίκασσο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι.
Τραβέρσο ανάποδο – πορεία προς το Βοριά.
Τράβα μπροστά – ξοπίσω εμείς – και μη σε μέλλει.

Κάτου απ’ τον ήλιο αναγαλλιάζαν οι ελιές
και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια.
Τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές
τότες που σ’ έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια.

Ατσίγγανε κι Αφέντη μου, με τι να σε στολίσω;
Φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό.
Στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κ’ ίσα έν’ αντρίκιο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.

Κοπέλες απ’ το Δίστομο φέρτε νερό και ξίδι.
Κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι,
μέσ’ απ’ τα διψασμένα της χωράφια τ’ ανοιχτά.

Βάρκα του βάλτου ανάστροφη, φτενή, δίχως καρένα.
Σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά.
Σμάρι κοράκια να πετάν στην έρημην αρένα
και στο χωριό ν’ ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.

(Από τη συλλογή «ΠΟΥΣΙ»  εκδόσεις Αύρα)

Μουσώνας

Τρελός Μουσώνας ράγισε μεσονυχτίς τα ρέλια.
Στο χέρι σου χλωρό κλαρί, χαρτί κι ένα φτερό.
Τέσσεροι κάμανε καιροί τα ρούχα σου κουρέλια.
Να σε σκεπάσω θέλησα, γλιστράς και δε μπορώ.

Κοράλλι ο κατραμόκωλος βαστάει να σε φιλέψει.
Γιατί μπήγεις τα νύχια σου στη σάπια κουπαστή;
Είν’ ένα φάδι αθώρητο και μου μποδάει τη βλέψη.
Γαλάζιο βλέπω μοναχά, γαλάζιο και σταχτί.

Παρακαλώ σε κάθησε να ξημερώσει κάπως.
Χρώμα να βρώ, το πράσινο και τίντες μυστικές.
Κι απέ, το θρύλο να σου πω που μου ‘πε μαύρος κάπος
τη νύχτα που μας έγλειφε φωτιά στο Μαρακές.

Ακόμη ξέρω τον αρχαίο σκοπό του Μινικάπε,
τη φοινικιά που ζωντανή θρηνεί στο Παραμέ.
Μα ένα πουλί μου μύνησε πως κάποιος άλλος σ’ τα ‘πε
κάποιος , που ξέρει να ιστορά καλύτερα από με.

Κάματος είναι που μιλά στενόχωρα και κάψα.
Πεισματική, και πέταξες χαρτί,φτερό,κλαδί,
όμως δεν είμαστε παιδιά να πιάσουμε την κλάψα.
Τι θά ‘δινα – ”Πάψε, Σεβάχ” – για να ‘μουνα παιδί!

Αυγή, ποιός δαίμονας Ινδός σου μόλεψε το χρώμα;
Γυρίζει ο ναύτης τον τροχό κι ο γύφτος τη φωτιά.
Και μεις, που κάμαμε πετσί την καραβίσια βρώμα,
στο πόρτο θα κερδίσουμε και πάλι στα χαρτιά.

Ινδικός Ωκεανός 1951

(Από τη συλλογή «ΤΡΑΒΕΡΣΟ»  εκδόσεις Αύρα)

ΟΙ ΕΠΤΑ ΝΑΝΟΙ ΣΤΟ S/S CYRENIA

Στην Έλγκα

Εφτά. Σε παίρνει αριστερά, μη το ζορίζεις.
Μάτσο χωράνε σε κούφιαν απαλάμη.
Θυμίζεις κάμαρες κλειστές, στεριά μυρίζεις.
Ο πιο μικρός αχολογάει μ’ ένα καλάμι.

Γυαλίζει ο Σημ της μηχανής τα δυο ποδάρια.
Ο Ρεκ λαδώνει στην ανάγκη το τιμόνι.
Μ’ ένα φτερό ξορκίζει ο Γκόμπυ τη μαλάρια
κι ο στραβοκάνης ο Χαράμ πίττες ζυμώνει.

Απ’ το ποδόσταμο πηδάν ως τη γαλέτα.
– Μπορώ ποτέ να σου χαλάσω το χατίρι;
Κόρη ξανθή και γαλανή που όλο εμελέτα
ποιος ρήγας γιος θε να την πιει σ’ ένα ποτήρι.

Ραμάν αλλήθωρε, τρελέ, που λύνεις μάγια,
κατάφερε το σταυρωτό του Νότου αστέρι
σωρός να πέσει, να σκορπίσει στα σπιράγια,
και πες του κάτω από ένα δέντρο να με φέρει.

Ο Τοτ, του λείπει το ένα χέρι μα όλο γνέθει,
τούτο το απίθανο σινάφι να βρακώσει.
Εσθήρ, ποια βιβλική σκορπάς περνώντας μέθη;
Ρουθ, δε μιλάς; Γιατί τρεκλίζουν οι διακόσιοι;

Κουφός ο Σάλαχ, το κατάστρωμα σαρώνει.
– Μ’ ένα ξυστρί καθάρισέ με από τη μοράβια.
Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
– Γιε μου, που πας; – Μάνα, θα πάω με τα καράβια.

Κι έτσι μαζί με τους εφτά κατηφοράμε.
Με τη βροχή, με τον καιρό που μας ορίζει.
Τα μάτια σου ζούνε μια θάλασσα, θυμάμαι…
Ο πιο στερνός μ’ ένα αυλό με νανουρίζει.

Colombo 1951

(Από τη συλλογή «ΤΡΑΒΕΡΣΟ»  εκδόσεις Αύρα)

ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΙΣ:

Το μαραμπού (Marabou) ή λεπτόπτιλος (Leptoptilos) είναι γένος μεγάλων τροπικών πτηνών που ανήκει στην τάξη πελαργόμορφα (Ciconiiformes) και στην οικογένεια πελαργίδες (Ciconiidae). Υπάρχουν τρία είδη, που ζουν στην Ινδία, την Αφρική και την Ινδοκίνα. Διαφέρει από τα περισσότερα είδη πελαργού στο ότι πετά με διπλωμένο τον λαιμό προς τα πίσω, όπως ο ερωδιός.

«Πούσι» σημαίνει ομίχλη, καταχνιά.

Τραβέρσο” σημαίνει πορεία πλοίου σε φουρτούνα κόντρα στον άνεμο.

Share
Posted in ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ | Comments Off on Νίκος Καββαδίας – Ο ποιητής της θάλασσας και της καρδιάς μας

Νάνος Βαλαωρίτης: Η «αλήθεια» και το «ωραίο» είναι πάντοτε τα δύο πράγματα που η αισθητική θέλει να παντρέψει

Ο δημιουργός και στοχαστής Νάνος Βαλαωρίτης, τελευταίος μιας μεγάλης γενιάς λογοτεχνών ανοίγει την καρδιά του στους μικρούς και μεγάλους αναγνώστες του «Παιδεύω».


Παιδεύω: Κύριε Βαλαωρίτη, πόσο ποιητής υπήρξατε στα παιδικά σας χρόνια;

Νάνος Βαλαωρίτης: Άρχισα να γράφω ποιήματα μετά τα δεκατέσσερα. Μέχρι τότε έγραφα μόνο πεζά, δηλαδή εκθέσεις και άρθρα στο περιοδικό του σχολείου. Δεν έγραφα ποιήματα. Σε ηλικία 14 ετών σε μια έκθεση βιβλίου ανακάλυψα τα ποιήματα του Καβάφη. Αυτά με ενέπνευσαν. Την εποχή εκείνη στο σχολείο μας διδάσκανε Παλαμά, τους ποιητές του 19ου αιώνα κλπ. Αυτά ωστόσο δεν με ενέπνεαν. Ως νέος αλλά και ως έφηβος με υπαρξιακές ανησυχίες, ένιωθα ότι ο Καβάφης έγραφε τέτοια ποιήματα, ώστε μου άνοιξε η όρεξη να γράψω και εγώ. Έτσι άρχισα να γράφω. Φυσικά τα ποιήματα που έγραφα εκείνη την εποχή δεν ήταν τόσο ώριμα, αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Ήτανε μια αρχή.

Παιδεύω: Εκτός από γλωσσοπλάστης, είστε μελετητής και ερευνητής της παγκόσμιας ποίησης και λογοτεχνίας καθώς και παιδαγωγός. Ποιο κατά τη γνώμη σας είναι το ιδιαίτερο σημείο που χαρακτηρίζει τους ποιητές της γενιάς σας και τι θα μπορούσατε να πείτε για σημερινή νέα γενιά των ποιητών;

Νάνος Βαλαωρίτης: Έχουν περάσει πολλές γενιές από την εποχή που ξεκίνησα να γράφω σε περιοδικά, από το 1939-40 και μετέπειτα.  Υπάρχει η γενιά ποιητών του σαράντα η οποία ήταν η δεύτερη γενιά των υπερρεαλιστών: Ο Σαχτούρης, ο Κακναβάτος, ο Παπαδίτσας και ο Γονατάς και άλλοι. Στη δεκαετία του πενήντα εμφανίστηκαν και άλλοι ποιητές όπως η Μαντώ Αραβαντινού, ο Τάσος Δενέγρης, ο Αλέξανδρος Σχινάς, η Εύα Μυλωνά, τους οποίους παρουσίασα στο περιοδικό «Πάλι» το 1963. Αυτοί αποτέλεσαν μια δεύτερη γενιά γύρω στο 1950-60. Κυρίως με αυτούς συνεργάστηκα μέχρι το 1967, οπότε ήλθε η χούντα, έφυγα αυτοεξόριστος από την Ελλάδα και πήγα στην Αμερική. Όσο για σήμερα, υπάρχει μια τρίτη γενιά ποιητών, επίλεκτη γενιά, η λεγόμενη γενιά του ‘70. Αυτή η γενιά του ‘70 είναι πολυπληθής και δεν έχει συνοχή. Ξεχωρίζουν μερικοί ποιητές όπως ο Μιχαήλ Λύτρας, η Νατάσσα Χατζηδάκη, ο φίλος μου ο Ανδρέας Παγουλάτος που μόλις πριν λίγο καιρό τον χάσαμε, καθώς και μερικοί άλλοι. Αυτοί συνεργάστηκαν μαζί μου στο περιοδικό «Συντέλεια» και «Νέα συντέλεια». Υπάρχουν βέβαια πολλοί ποιητές διαφόρων ειδών, που γράφουν στην Ελλάδα. Εκτός από αυτούς που ανέφερα άλλοι δεν με ενδιέφεραν τόσο πολύ, διότι δεν τους θεωρούσα ανανεωτικούς, αλλά οπαδούς του μοντερνισμού που είχαμε κληρονομήσει από την γενιά του 30 και κυρίως τον Σεφέρη. Από βιβλία που βλέπω και από συλλογές που έρχονται στα χέρια μου σχεδόν καθημερινά, βλέπω ότι οι περισσότεροι ποιητές αυτόν μιμούνται και τον ακολουθούν. Για να βρούμε κάποιον ποιητή ή κάποια ποιήτρια που να ξεχωρίζει, είναι πλέον ζήτημα στατιστικής. Να σας δώσω ένα παράδειγμα: Ο εκδότης Γαβριηλίδης βγάζει εκατοντάδες βιβλία ποίησης. Τα περισσότερα δεν αξίζουν καθόλου. Από τα πενήντα, εκατό μπορεί να ξεχωρίσει κανείς ένα-δύο. Χθες έλαβα μια συλλογή, ένα περίεργο βιβλίο, που λέγεται «Ομάδα από ποίηση». Πρόκειται για επτά ποιητές – έξι γυναίκες και ένας άνδρας – που γράφουν ποιήματα και που μου φάνηκαν κάπως διαφορετικά από αυτά που συναντώ καθημερινά. Ο τόνος είναι διαφορετικός, είναι πιο αντικειμενικά, η γλώσσα είναι καλύτερη, οι επινοήσεις δεν είναι καθόλου άσχημες, η συγκίνηση πάει μαζί με τη γλώσσα, δεν έχουν τόσες επαναλήψεις και κοινοτυπίες του τρέχοντος μοντερνισμού. Αυτοί λοιπόν οι ποιητές δουλεύουν όλοι μαζί. Στην περίπτωση αυτή και ο εκδότης Γαβριηλίδης κατάφερε να πετύχει ένα λαχείο. Ανάμεσα στους εκατοντάδες ποιητές του έτυχε και ένα καλό βιβλίο. Αξιοσημείωτο είναι ότι οι ποιητές αυτοί που υπόσχονται πολλά είναι διαφόρων ηλικιών. Ωστόσο έχουν κάτι το κοινό που είναι μια καθαρότητα του ύφους και μια συγκέντρωση πάνω στο αντικείμενο και όχι πάνω στο τελείως αόριστο, όπως μεταχειρίζονται οι περισσότεροι και νομίζουν ότι γράφουν ποίηση.

Παιδεύω: Συνήθως ο ποιητικός λόγος είναι αινιγματικός. Συχνά αφήνει περιθώρια για περισσότερες της μιας ερμηνείες. Αυτό το χαρακτηριστικό κρύβει άραγε δύναμη ή υποδηλώνει κάποια αδυναμία του ποιητή;

Νάνος Βαλαωρίτης: Χωρίς αινιγματικότητα το ποίημα δεν είναι ποίημα. Είναι μια δήλωση, ένας στοχασμός ή κάτι τέτοιο. Ανήκει δηλαδή σε άλλη κατηγορία. Ένα ποίημα πρέπει να στέκεται πρώτα-πρώτα από μόνο του. Είναι ένα σύνολο λέξεων που έχει μια αυτονομία. Πρέπει να δίνει κάτι ιδιαίτερο. Να δίνει έστω ένα έναυσμα για κάτι. Να σε κάνει είτε κάτι να αναπολήσεις, ή να το δεις ή να το επιθυμήσεις. Δηλαδή πρέπει το ποίημα να έχει μια ελκυστικότητα. Όχι να είναι μόνο αρνητικό. Αλλά έστω και αν είναι αρνητικό, εάν είναι καλά γραμμένο δεν θα έχει μόνο αρνητική επίδραση πάνω στον αναγνώστη. Αυτό το έχουν πει ποιητές όπως ο Σαχτούρης, που ασχολούταν με τον τρόμο και όμως έγραφε γοητευτικά. Πολλοί έχουν την ικανότητα να γράφουν για καθημερινά πράγματα αλλά με τρόπο τελείως διαφορετικό, με διαφορετικό τόνο. Δύσκολα βέβαια εξηγεί κανείς τι αρέσει κάποιου σε ένα ποίημα. Οι φράσεις πρέπει να έχουν μια ανεξαρτησία. Το ποίημα πρέπει έχει έναν αέρα πράγμα τον οποίο δεν τον βλέπει κανείς συχνά σε συλλογές που συχνά κυκλοφορούν.

Παιδεύω: Σε μια εποχή όπου η παραποίηση, η παραμόρφωση βασιλεύει τι θα ορίζατε σαν «Αλήθεια»; Πόσο αξία έχει κατά τη γνώμη σας η παρότρυνση τα παιδιά να κυνηγάνε την αλήθεια;

Νάνος Βαλαωρίτης: Η «αλήθεια» και το «ωραίο» ήτανε πάντοτε δύο πράγματα τα οποία υποτίθεται ότι η αισθητική ήθελε να παντρέψει.  Ιδιαίτερα στην περίοδο από τον Πλάτωνα και πέρα, όπου η φιλοσοφική αλήθεια και η ποιητικότητα έπρεπε να συνδυαστούν. Το να μπορεί να κανείς να περιγράψει με τρόπο πολύ συγκεκριμένο ή να κάνει αναφορές σε μια καθημερινότητα τρέχουσα, χωρίς να πέφτει στη κοινοτυπία και την πεζότητα, διατηρώντας μια αισθητική γλώσσα, αυτό είναι κατόρθωμα. Πιστεύω ότι έτσι πρέπει να γράφονται τα ποιήματα σήμερα. Να είναι δηλαδή και εμπειρίες καθημερινές, αλλά να έχουνε και μια προέκταση σ’ έναν άλλο κόσμο, που μόνο η γλώσσα μπορεί να δείξει και ο σωστός της χειρισμός.

Παιδεύω: Πόσο πιστεύετε στη δύναμη της φαντασίας και πως θα χαρακτηρίζατε την παιδική φαντασία;

Νάνος Βαλαωρίτης: Η παιδική φαντασία είναι καταπληκτική. Τα παιδιά γεννιούνται, ποιητές, καλλιτέχνες, τα πάντα. Θαυμάζω πάρα πολύ τα παιδιά. Σιγά-σιγά όμως με την παιδεία χάνεται αυτό το στοιχείο. Τουλάχιστον τώρα οι δάσκαλοι αναγνωρίζουν ότι το κάθε παιδί έχει τις δικές του παραμέτρους και δεν το αναγκάζουν να εκδηλώνεται με τα μέτρα της κλασσικής τέχνης ή του σχεδίου κλπ. Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Έχω δει εκθέσεις τελευταία παιδιών μέχρι 14 ετών οι οποίες είναι καταπληκτικές. Βλέπει κανείς ότι πλέον η διδασκαλία έχει απελευθερωθεί από τα κλισέ των διδασκόντων της προηγούμενης γενιάς, που διδάσκανε αυτό που λέγανε στην εποχή μου «ιχνογραφία». Δυστυχώς η ιχνογραφία ήταν πολύ περιορισμένης φύσεως και δεν επέτρεπε καμιά φαντασία.  Πιο παλιά τα πράγματα ήταν χειρότερα. Η φαντασία είναι πάρα πολύ σημαντική. Χωρίς τη φαντασία δεν γίνεται τίποτα.

Παιδεύω: Στην εποχή μας η ταχύτατη εξέλιξη της τεχνολογίας αλλάζει καθοριστικά τον τρόπο ζωής μας. Μιλάμε γρήγορα και επικοινωνούμε ταχύτατα. Ωστόσο, μήπως αυτές οι νέες δυνατότητες μπορούν να επηρεάσουν και αρνητικά την σκέψη και την συμπεριφορά μας;

Νάνος Βαλαωρίτης: Ναι, την επηρεάζουν διότι βιαζόμαστε. Συνέχεια δεν έχουμε χρόνο. Στην εποχή μας όλοι τρέχουνε και δεν ξέρουν γιατί δεν έχουν χρόνο. Όσο πληρέστερα, όσο πιο εύκολα οργανώνεται η επικοινωνία, τόσο λιγότερο καταφέρνουν να επικοινωνούν ο ένας με τον άλλον. Κι αυτό διότι τρέχουμε παντού – πάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά – και δεν έχουμε καιρό να κάτσουμε πέντε λεπτά να πούμε τρεις κουβέντες μεταξύ μας. Είναι απίθανο αυτό που συμβαίνει. Με το ίντερνετ και τα μέσα επικοινωνίας που διαθέτουμε και τα οποία βέβαια είναι καταπληκτικά, δεν έχουμε καιρό να πούμε τρεις λέξεις. Αυτό είναι το παράδοξο που το παρατηρούν πολλοί σήμερα. Δεν είμαι ο μόνος.

Παιδεύω: Πως θα βαθμολογούσατε και ιδιαίτερα στη χώρα μας τον ρόλο της τηλεόρασης – ενός πανίσχυρου μέσου επικοινωνίας και παιδείας στη διαμόρφωση του σύγχρονου πολιτισμού μας;

Νάνος Βαλαωρίτης: Δυστυχώς τα ιδιωτικά κανάλια, αλλά πολλές φορές και τα κρατικά, έχουν σημαντικές ελλείψεις σ’ αυτό το θέμα. Τα προγράμματα που βλέπουμε καθημερινά είναι συνήθως πολύ χαμηλού επιπέδου τόσο από άποψη ποιότητας, όσο και θεματολογίας. Στις συζητήσεις στα παράθυρα, τσακώνονται και μιλάνε όλοι μαζί. Αραιά και που υπάρχει και κανένα ντοκυμαντέρ, ιδίως από κρατικά κανάλια και ελάχιστα ιδιωτικά. Εγώ δεν λέω να μην προβάλουν ψυχαγωγία, αλλά να έχουν μια ψυχαγωγία υψηλού επιπέδου. Σίγουρα δεν χρειάζεται να είμαστε συνέχεια σοβαροί. Να διασκεδάζουμε αλλά όχι με αυτό τον τρόπο, τον πολύ χαμηλό και τον πολύ χυδαίο καμιά φορά, ή τον πολύ κοινότυπο. Αυτό νομίζω όλοι το αισθανόμαστε.

Παιδεύω: Επειδή είναι γνωστή η ευαισθησία και η δράση σας μιλήστε μας παρακαλώ για την σχέση της φύσης με τον πολιτισμό και ιδιαίτερα την ποίηση.

Νάνος Βαλαωρίτης: Η φύση είναι ακόμα γύρω μας και μας θυμίζει ότι υπάρχει. Πρόσφατα έγινε η έκρηξη του ηφαιστείου στην Ισλανδία. Αυτό πιθανόν να είναι μια προειδοποίηση: «Εδώ είμαι! Μη με ξεχνάτε! Μπορώ να σας κάνω λιώμα, αν θέλω. Μπορώ όμως και να σας προστατέψω, αν θέλω». Είναι η Γη η οποία ξαφνικά ρεύεται διότι έχει γεμίσει το στομάχι της – δεν ξέρω από τι. Ξαφνικά εκτινάσσεται τεράστια ποσότητα υλικών από το κέντρο της Γης. Δεν γνωρίζουμε εάν αυτά τα υλικά που είναι βλαβερά για την αεροπορία, είναι επίσης βλαβερά και για άλλους λόγους, ή εάν αντίθετα βοηθάνε στην προστασία μας από το διοξείδιο του άνθρακα, από το οποίο και κινδυνεύουμε και που εμείς οι ίδιοι προκαλούμε. Η οικολογία με ενδιαφέρει πάρα πολύ και νομίζω ότι και τα παιδιά πρέπει να εκπαιδευτούν με τέτοιο τρόπο ώστε πρώτα-πρώτα να μάθουν να ανακυκλώνουν, να μην τα πετάνε τα υλικά  που μπορούν να ξαναχρησιμοποιηθούν. Επίσης να μάθουν να εξοικονομούν, να μην είναι σπάταλοι στην καθημερινότητά τους. Να έχουν γενικά μια οικολογική συνείδηση. Δεν μπορεί η ανθρωπότητα να φέρεται μ’ αυτόν τον τρόπο τον τελείως ανεξέλεγκτο και να καταφέρει να επιζήσει. Οι νέες γενιές πρέπει να το βάλουν αυτό καλά στο μυαλό τους και ν’ αλλάξουν όλα τα συστήματα. Κι εμείς ακόμα με μισή καρδιά προσπαθούμε κάτι να κάνουμε,  μολονότι ξέρουμε ότι αυτά τα πράγματα είναι επείγοντα.

Παιδεύω: Τι μήνυμα θα θέλατε να στείλετε στα παιδιά, τους γονείς και τους δασκάλους από τις σελίδες του «Παιδεύω»;

Νάνος Βαλαωρίτης: Πιστεύω ότι δεν πρέπει να παραμερίζεται η ανάγκη του ανθρώπου να παίζει, σε όλες τις ηλικίες. Το παιχνίδι είναι πάρα πολύ σημαντικό και στην τέχνη, αλλά και στα πάντα. Και στην ίδια τη ζωή. Άλλωστε αυτό το αναγνώριζε και ο Πλάτωνας. Γράφοντας ένα άρθρο γι’ αυτό το θέμα αναφέρομαι στον Πλάτωνα, γιατί νομίζω ότι ο Πλάτωνας είχε βάλει τη σφραγίδα του. Τον θεωρούμε έναν σοβαρό φιλόσοφο, αλλά να όμως που μιλάει για το παιχνίδι, για το «παίγνιον». Εκείνη την εποχή η ανθρωπότητα εθεωρείτο «παίγνιο των Θεών και της μοίρας». Άμα λες «Θεοί» με την αρχαία έννοια, μπορείς να το μεταφράσεις σε «Φύση». Είμαστε δηλαδή «παίγνια της φύσης» η οποία μας γέννησε. Ο άνθρωπος πρέπει να παίζει ακόμα και στις σοβαρές του τελετές. Παιχνίδι είναι και το θέατρο. Το θέατρο είναι πολύ σημαντικό για τη ψυχική υγεία, δηλαδή το παιχνίδι. Και πιστεύω ότι αυτό δεν πρέπει ποτέ να το ξεχνάμε.


Ο Νάνος Βαλαωρίτης γεννήθηκε στη Λωζάνη της Ελβετίας το 1921. Σπούδασε Φιλολογία και Νομικά στα πανεπιστήμια Αθηνών, Λονδίνου, Σορβόννης. Έκανε την πρώτη του δημοσίευση στα «Νέα Γράμματα» το 1939, ενώ το 1944 εγκατέλειψε την κατεχόμενη Ελλάδα, καταλήγοντας, έπειτα από παρότρυνση του Σεφέρη, στο Λονδίνο. Εκεί, παρουσίασε άρθρα και μετέφρασε πρώτος Έλληνες ποιητές του 1930 – Σεφέρη, Ελύτη, Εμπειρίκο, Εγγονόπουλο, Γκάτσο, ενώ γνώρισε τον Έλιοτ και όλο τον κύκλο του. Το 1947 εξέδωσε την «Τιμωρία των Μάγων» και το 1954 μετακόμισε στο Παρίσι όπου γνώρισε τον Αντρέ Μπρετόν και τους υπερρεαλιστές. Το 1960 επέστρεψε στην Ελλάδα και διηύθυνε το περιοδικό “Πάλι” (1963-1967). Το 1969 παρουσίασε ελληνική ποίηση στο γαλλικό περιοδικό “Lettres Nouvelles”. Απ’ το 1968 δίδαξε συγκριτική λογοτεχνία και γραφή στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Σαν Φρανσίσκο. Οργάνωσε παρουσίαση των Ελλήνων υπερρεαλιστών στο Κέντρο Πομπιντού το 1990-91. Ποιητικά του κείμενα εκδόθηκαν από τον οίκο City Lights του Φερλινγκέττι. Διηύθυνε από το 1989 έως το 1995 με τον ποιητή Αντρέα Παγουλάτο το περιοδικό “Συντέλεια”. Θεατρικά του έργα έχουν ανέβει σε σκηνές του Παρισιού, του Σπολέτο, του Άαρους και της Αθήνας, ενώ έχει συνεργαστεί με τα περιοδικά «Τετράδιο», «Σήμα», «Horizon», «New Writing» και «Daylight». Ποιήματά του έχουν επίσης μεταφραστεί στα αγγλικά, γερμανικά, δανικά, ιταλικά, ρωσικά, ενώ ο ίδιος έχει μεταφράσει Έλληνες και ξένους δημιουργούς.


Share
Posted in ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ | Comments Off on Νάνος Βαλαωρίτης: Η «αλήθεια» και το «ωραίο» είναι πάντοτε τα δύο πράγματα που η αισθητική θέλει να παντρέψει

Γιάννης Τσαρούχης: Έλληνας ζωγράφος ερευνητής με μεγάλη περιέργεια

“Ήμουν και έμεινα ένας ερευνητής και ένας μαθητής όχι πάντα πολύ επιμελής”

Η ζωγραφική είναι τέχνη ευρηματική που σε κάνει να ταξιδεύεις, να οραματίζεσαι, να δημιουργείς, να αναπολείς, να συνθέτεις κόσμους και αξίες, να παίζεις με τα χρώματα και σχήματα, διαμορφώνοντας κόσμους της φαντασίας, φυσικούς ή υπερβατικούς. Που σε κάνει πιο ευαίσθητο, πιο παρατηρητικό, πιο εκλεκτικό.

Ένας από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες του 20ού αιώνα, πληθωρικός και ευρηματικός, πολυδιάστατος αλλά και αφοπλιστικά απλός, ο Γιάννης Τσαρούχης, είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό του και εκατό χρόνια από τη γέννησή του ξαναζωντανεύει μέσα από μια μεγάλη αναδρομική έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη.

«Για να καταλάβει κανείς τη δουλειά μου, πρέπει να καταλάβει πρώτα απ’ όλα ότι είμαι ερευνητής με μεγάλη περιέργεια που ενθουσιάζεται κάθε τόσο απ’ τις ανακαλύψεις του για μια στιγμή και ύστερα απογοητευμένος ψάχνει αλλού. Θα ρωτήσει κανείς τι ψάχνω. Από μικρό παιδί ήθελα να μάθω τι είναι η ζωγραφική που τόσο με τραβούσε. Πώς γίνεται και πώς τη μαθαίνει κανείς. Για να μάθω τα μυστικά της έχασα την πρωταρχική έλξη που ασκούσε επάνω μου, για να δημιουργήσω αρχίζοντας από το μηδέν μια νέα έλξη γι’ αυτή. Ήμουν και έμεινα ένας ερευνητής και ένας μαθητής όχι πάντα πολύ επιμελής»

(Γιάννης Τσαρούχης στο βιβλίο του «Αγαθόν το εξομολογείσθαι» των εκδόσεων Καστανιώτη)
Η αντιγραφή του Τισιάνου – 1971.Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη, αρ. ευρ. 25

Τα παιδικά σκιρτήματα ψυχής ενός μεγάλου ζωγράφου

«Γεννήθηκα στο τελευταίο πάτωμα ενός σπιτιού τρίπατου, στην οδό Λουκά Ράλλη και Βασιλέως Γεωργίου, στον Πειραιά. Όπως τα περισσότερα νέα σπίτια τότε στον Πειραιά, ήταν νεοκλασικό…Το να βγεις περίπατο στον Πειραιά εκείνη την εποχή ήταν σαν να σεργιανίζεις σε μια γιγάντια σκηνογραφία με βράχια και ωραία σπίτια με αγάλματα και αετώματα. Όταν κάποτε είδα σ’ ένα βιβλίο γαλλικό την εικόνα ενός τοπίου του Κλωντ Λοραίν, ρώτησα αν ήταν ο Πειραιάς την παλιά εποχή. Από τότε, μικρό παιδί, ρέμβαζα αυτά τα τέλεια κύματα, κορινθιακά ή ιωνικά, καμωμένα από τραβηχτό σοβά. Όλα αυτά τα πράγματα με γέμιζαν θαυμασμό και, συγχρόνως, πλήξη.

Από τα πρώτα έργα του Γιάννη Τσαρούχη σε ηλικία μόλις 7 ετών

Η πρώτη εντύπωση που έχω από ζωγραφική παρατήρηση είναι η εξής: μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση η ομοιότης των σχημάτων. Το ότι μία τοιχογραφία στην εκκλησία, που παρίστανε τον Άγιο Παντελεήμονα μπούστο, ήταν ίδια με το εικονισματάκι που κρεμόταν στα σίδερα του κρεβατιού μου. Αυτή η διαπίστωσις μου έφερε χαρά και ταραχή. Μια άλλη «ανακάλυψη» ήταν το ότι στην τύχη έμαθα πως το γαλάζιο και το κίτρινο δίνουν πράσινο. Εκείνη την εποχή, σε ηλικία επτά οκτώ ετών, μου άρεσε να ζωγραφίζω σε μεγάλες κόλες χαρτί, συχνά 70Χ100, πάντα με παστέλ. Πολλές φορές συνήθιζα να σχεδιάζω πάνω σ’ ένα μαυροπίνακα με την κιμωλία. Εχώριζα στα δύο τον πίνακα με μια γραμμή κατακόρυφο και δεξιά σχεδίαζα εγώ και αριστερά ένα άλλο παιδί, συνήθως η εξαδέρφη μου.

Όταν τελειώναμε, ο πίνακας πήγαινε σηκωτός από τους δυό μας στην κουζίνα, για να ερωτηθούν οι «δούλες» ποιο ήταν το καλύτερο απ’ τα δύο. Κατά κανόνα, άρεσε του αλλουνού και όχι το δικό μου. Για να μη στενοχωριέμαι, η μαγείρισσα έβρισκε πάντα τρόπο να μάθει ποιό είχα κάνει εγώ και έλεγε πως το προτιμούσε, για να μ’ ευχαριστήσει.

Τα πρώτα «έργα» μου παρίσταναν αγίους με πρόσωπα κατάμαυρα, σαν τις παλιές ασημωμένες εικόνες. Αυτό συνέβαινε για δύο σοβαρούς λόγους: πρώτο γιατί δεν ήξερα, δεν μπορούσα να ζωγραφίσω ένα τέλειο πρόσωπο, όπως επιθυμούσα, και δεύτερο γιατί, κατά σύσταση μιας ευλαβικής «δούλας», ήταν καλύτερο να μην παριστάνω πρόσωπα, γιατί αυτά τα χαρτιά πετιόνταν καταγής, και στο τέλος κατέληγαν στα σκουπίδια κι ήταν μεγάλη αμαρτία. Μην παριστάνοντας πρόσωπα, ήταν μικρότερη η «αμαρτία»…

Στο νέο σπίτι που πήγαμε, το 1917, αν θυμάμαι καλά, πάλι στην οδό Λουκά Ράλλη, όλα τα ταβάνια ήταν ζωγραφισμένα από έναν Ιταλό ζωγράφο. το δωμάτιο που έπαιζα ήταν η καθημερινή τραπεζαρία. Το ταβάνι του είχε ένα κεντρικό σχήμα ωοειδές, μέσα στο οποίο ήταν ζωγραφισμένος ο Αδάμ και ο Θεός του Μιχαήλ Άγγελου. Στο δωμάτιο της μητέρας μου υπήρχε η αλληγορία της Ανοίξεως σ’ ένα μεγάλο στρογγυλό εγκόλπιο. Στην καλή τραπεζαρία, μέσα σ’ ένα κύκλο πάλι, το άρμα του Ηλίου προοπτικώς ιδωμένο κατά πρόσωπο. Όλα αυτά ήταν περιστοιχισμένα από ανάγλυφα που μου προξενούσαν σεβασμό και κατάπληξη αλλά και πλήξη. Πολύ αργότερα, όταν εγνώρισα τη γενεαλογία αυτών των διακοσμήσεων στην Ιταλία και στα ναπολεόντεια ταβάνια, άρχισα να τα καταλαβαίνω και να τα συμπαθώ».

Ποδηλάτης μεταμφιεσμένος σε τσολιά
μ’ ένα ναό δεξιά κάτω – 1936
Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη, αρ. ευρ. 499

«Ανεβαίνοντας στην Αθήνα με τη μητέρα μου, εντύπωση μου έκαναν στο σταθμό του Μοναστηρακίου κάτι μεγάλες διαφημίσεις ζωγραφισμένες στο χέρι, καμωμένες απ’ την εταιρεία GEO. Πολύ αργότερα έμαθα πως οι ωραίες αυτές διαφημίσεις ήταν αντίγραφα ή διασκευές από ξένα περιοδικά, αντιγραμμένα από δύο εξαιρετικούς νέους ζωγράφους που λέγονταν ο ένας Κόντογλου και ο άλλος Παπαλουκάς».

«Στο σπίτι της θείας μου φιλοξενήθηκα από το 1920 ως το 1925, επειδή έλειπαν στο εξωτερικό οι γονείς μου. Ήταν η εποχή που άρχισα να ζωγραφίζω με κάποιες αξιώσεις. Εγκατέλειψα το παστέλ που χρησιμοποιούσα ως τότε και άρχισα να ζωγραφίζω με ακουαρέλα. Από τότε, θυμάμαι, δεν ζωγράφισα ποτέ μου με ευκολία, και με αγωνία έπιανα τα πινέλα. Επήρα και μερικά μαθήματα σχεδίου από ένα Γάλλο ζωγράφο που λεγότανε Πικ, που ήταν ειδικευμένος για παιδιά. Νομίζω πως του’ δωσα την εντύπωση πως ήμουν ανεπίδεκτος μαθήσεως και κάποτε σταμάτησα τα μαθήματα. Άρχισα να ζωγραφίζω, πάντα με ακουαρέλα, πιο εντατικά και πιο σοβαρά από το 1926 που είχαν επιστρέψει οι γονείς μου και εγκατασταθήκαμε στην Αθήνα, στην οδό Ερμού, κοντά στο Μοναστηράκι. Εζωγράφιζα, πάντα απ’ το φυσικό, νεκρές φύσεις ή τοπία, κατά προτίμηση με κτίρια, αλλά και προσωπογραφίες».

Ποδηλάτης με κόκκινο γιλέκο – 1936
Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη, αρ. ευρ. 559

«Κοιτούσα πάρα πολύ τον ουρανό, όταν ήμουν μικρό παιδί στον Πειραιά. Αυτόν τον ουρανό δεν τον ξαναείδα σε κανένα άλλο μέρος της γης. Έχω αρκετή ευαισθησία για να βλέπω τις διαφορές. Οι πρώτες μου εντυπώσεις από τον ουρανό υπήρξαν το θεμέλιο της αισθητικής μου και των κριτηρίων μου».

(Γιάννης Τσαρούχης – «Ζωγραφική» – Έκδοση Ιδρύματος Γιάννη Τσαρούχη)

«Τα παιδιά είναι παιδιά, αλλιώς θα τα λέγαμε ανθρωπάκια. Αυτό το έλεγε ένας ψαριανός καπετάνιος. Έχουν μια δική τους αντίληψη για τα πράγματα και το σεβασμό που τους δείχνουν οι μεγάλοι τον έχουν σαν ιερό νόμο και ανακαλούν στη θέση του όποιον τον παραβαίνει. Η αδυναμία του παιδιού μετατρέπεται σε δικαιώματα, που αλίμονο σ’ όποιον τα παραβεί. Είναι μια αδυναμία που γίνεται δύναμη».

(Γιάννης Τσαρούχης – «Ως στρουθίον μονάζον επί δώματος» – Εκδόσεις Καστανιώτη)

Οι τέσσερις εποχές – 1969, Ιδιωτική συλογή

Όσα δεν λέγονται με τα έργα

«…Υπήρχε η Δύση και η Ανατολή… Ένα μεγάλο μέρος της δραστηριότητός μου το κατανάλωσα για να γνωρίσω αυτούς τους δύο κόσμους, για να μην αδικήσω κανέναν και για να; μην κάνω ανεπανόρθωτα λάθη. Το παιδικό μου όνειρο να γίνω ένας καλός ζωγράφος αναγκαστικά μετετράπη σ’ ένα ιδανικό διαφορετικό, που συνίστατο στο να μάθω που βρίσκομαι και που πατώ… Ήθελα όσο το δυνατόν να προετοιμάσω ένα έδαφος κάπως γερό, όπου οι ενθουσιασμοί μου να μην μαραίνονται πριν βλαστήσουν. Κατ’ αυτό τον τρόπο δεν «έκανα έργο», όπως άλλοι. Δοκιμές και πειράματα μόνο».

(Γιάννης Τσαρούχης – «Αγαθόν το εξομολογείσθαι» – Εκδόσεις Καστανιώτη)

Αυτοπροσωπογραφία – 1926
Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη, αρ. ευρ. 641

Αγάπη για το θέατρο

«Η αγάπη μου για το θέατρο κι ο πόθος μου να δουλέψω σ’ αυτό σαν σκηνογράφος ξεκινά απ’ την παιδική μου ηλικία, από μια παράσταση θεατρική που είχα δει όταν ήμουν έξι περίπου ετών. Σ’ αυτή την παράσταση, μιας επιθεωρήσεως με τίτλο «Ξιφίρ – Φαλέρ», μου είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση τα σκηνικά του Αραβαντινού…

Θυμάμαι, ήμουν καθισμένος στα πόδια της μητέρας μου και τα μάτια μου δεν χόρταιναν να βλέπουν»

«Το θέατρο με βοήθησε να μην φορτώνω την ζωγραφική με δραματικά στοιχεία, που ούτε η εποχή μας ούτε η ίδια η ζωγραφική σηκώνουν».

Ο Οδυσσέας Ελύτης για τον Γιάννη Τσαρούχη

Ένας επαναστάτης δεν γίνεται νάναι συνάμα και κλασσικός. Αλλά με τον Τσαρούχη γίνεται. Την ημέρα που ο ζωγράφος αυτός τόλμησε να αναζητήσει τον Ερμή όχι στο όρος Όλυμπος αλλά στο «καφενείον ο Όλυμπος», ένας μύθος κατέβηκε από τα βιβλία στη ζωή, ενώ το μάτι του καλλιτέχνη υποχρεώθηκε να ατενίσει αλλιώς τον κόσμο. Με άλλα λόγια, η νεοελληνική πραγματικότητα, παραμορφωμένη ως τότε από μια ψεύτικη φιλολογία, ερχόταν να πάρει τη φυσική της θέση μέσα στα πλαστικά ενδιαφέροντα του καιρού μας. Και ο ζωγράφος, εντοπισμένος μέσα στο χώρο που του όριζε αυτή, επωμιζόταν τις ευθύνες να βρει τη μοναδική έκφραση που άρμοζε στην ιδιοτυπία της.

Στο μέτρο που ο Τσαρούχης φάνηκε άξιος να καθαρίσει το εικόνισμα του Ελληνισμού από τα περίσσια μαλάματα, είναι ένας επαναστάτης που δεν πήγε να καταλύσει αλλά να ανακαλύψει μια παράδοση. Στο μέτρο όμως που πέτυχε να αξιοποιήσει τα κρυφά της διδάγματα είναι ένας κλασικός.

Οδυσσέας Ελύτης

Ο Γιάννης Τσαρούχης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1910. Ο πατέρας του, Αθανάσιος, ήταν έμπορος με καταγωγή από την Αρκαδία και η μητέρα του Μαρία, το γένος Μοναρχίδη, καταγόταν από τα Ψαρά. Το τοπίο του Πειραιά, τα νεοκλασικά σπίτια, οι θεατρικές παραστάσεις στις οποίες πήγαινε με τους γονείς του, αλλά και η επαφή του με το έργο και τις ρεκλάμες του Σωτήρη Σπαθάρη και του Δεδούσαρου υπήρξαν έμπνευση για τη ζωγραφική του και επηρέασαν την αισθητική του.
Από το 1928 έως το 1933 σπούδασε στη Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών. Παράλληλα ήταν μαθητής και βοηθός του Φώτη Κόντογλου που του δίδαξε τη βυζαντινή αγιογραφία.
Σε ηλικία μόλις δεκαοχτώ ετών πραγματοποίησε την πρώτη επαγγελματική σκηνογραφία του με την Πριγκίπισσα Μαλέν του Μέτερλινγκ, σε σκηνοθεσία Φώτου Πολίτη.
Το 1935 επισκέπτεται το Παρίσι για να δει από κοντά τη μοντέρνα ζωγραφική. Το 1938 κάνει την πρώτη του ατομική έκθεση με έργα από το 1929 ως το 1937 στην οδό Νίκης στην Αθήνα. Στα έργα της περιόδου αυτής με επιρροές από τον Ματίς αλλά και από τις τεχνικές του καραγκιοζοπαίχτη Σωτήρη Σπαθάρη  το βάρος δίνεται στο χρώμα, αποδεσμευμένο από συμβάσεις και ο ίδιος ονομάζει αυτόν τον τρόπο ζωγραφικής «ανατολίτικο εξπρεσιονισμό » .
Το 1939 μετά από μια αντιγραφή του ψηφιδωτού της Μέδουσας  από το Αρχαιολογικό Μουσείο ζωγραφίζει εκ του φυσικού τον Νέο με επίδεσμο στο χέρι επιχειρώντας μια στροφή προς το νατουραλισμό. Η ζωγραφική του από εδώ και πέρα θα ισορροπήσει ανάμεσα στους δύο αυτούς τρόπους, τον ανατολίτικο και το δυτικό και θα ενώσει την πραγματικότητα που από παιδί υποψιαζόταν και παρατηρούσε γύρω του, τη συνύπαρξη δηλαδή στην Ελλάδα του εξευρωπαϊσμένου και του λαϊκού που επηρέαζαν όχι μόνο τη ζωγραφική αλλά και το τραγούδι, τη μόδα, το χορό, τον ελληνικό κόσμο γενικότερα.
Από το 1940 ως το 1944 πολέμησε στο Αλβανικό Μέτωπο. Κατά την περίοδο αυτή, για βιοποριστικούς κυρίως λόγους ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά με το Θέατρο.
Το 1950-51, επιστρέφει  στο Παρίσι όπου πραγματοποιεί ατομική έκθεση στη «Galerie d’ Art du Faubourg St. Honoré» και επίσης, στο Λονδίνο, στη γκαλερί «Redfern» όπου θα δεχθεί καλές  κριτικές  και αξιοσημείωτη προβολή. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα πραγματοποιεί την πρώτη του αναδρομική στο Βρετανικό Συμβούλιο με έργα από το 1932 ως το 1952.
Το 1953 υπογράφει συμβόλαιο με τη γκαλερί  Ιόλας της Νέας Υόρκης. Η συνεργασία αυτή , που διήρκησε ως το 1957, παρέχοντάς του συστηματικό εισόδημα του επιτρέπει να δημιουργήσει πολύ σημαντικά έργα (Καφενεία Νέον,  Ξεχασμένη φρουρά, κα) . Ένα χρόνο αργότερα εκθέτει στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης του Παρισιού.
Στην Αμερική φιλοτεχνεί το σκηνικά και τα κοστούμια για την όπερα Μήδεια του Κερουμπίνι, με τη Μαρία Κάλλας, σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή καθώς επίσης και τη Θαίδα σε σκηνοθεσία Τζεφιρέλι.
Με το θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν ανεβάζουν, το 1959 τις Όρνιθες του Αριστοφάνη.
Την περίοδο 60- 64  μετέχει σε πολλές εκθέσεις . Αναφέρουμε ενδεικτικά την ατομική έκθεση στη γκαλερί Αργώ, αναδρομική στη γκαλερί ‘Astor’ με έργα της περιόδου 1918-1940 και την ομαδική στη  γκαλερί Claude Bernard του Παρισιού όπου συμμετέχει μαζί με σημαντικούς καλλιτέχνες (Bacon, Braque, Chagall, Giacometti, Modigliani, Picasso).
Εγκαθίσταται στο Παρίσι από το 1967 ως το 1980. Ιδρύει εκεί μια Ακαδημία Σχεδίου μαζί με την Ιταλίδα ζωγράφο Lila de Nobili όπου Γάλλοι και Έλληνες μαθητές παρακολουθούν μαθήματα ζωγραφικής δωρεάν. Την περίοδο αυτή δημιουργεί μεγάλα έργα όπως ο Άγιος Σεβαστιανός, οι Τέσσερις εποχές κτλ.
Με δική του μετάφραση, σκηνοθεσία, σκηνικά, κοστούμια ανεβάζει το 1977 σε υπαίθριο πάρκινγκ στην οδό Καπλανών τις Τρωάδες του Ευριπίδη. Με κοστούμια σύγχρονα, ηθοποιούς του λαϊκού θεάτρου και με μια μετάφραση προσιτή στο λαό δημιουργεί μια πρωτοποριακή παράσταση που επηρέασε βαθειά την ελληνική θεατρική πραγματικότητα.
Το 1980 συμμετέχει με τη γκαλερί Il Cabbiano, στη FIAC του Παρισιού.
Ένα χρόνο αργότερα, ιδρύει το Ίδρυμα Τσαρούχη, στην οδό Πλουτάρχου 28, στο Μαρούσι στο οποίο δωρίζει το σπίτι του κι ένα μεγάλο μέρος των έργων του . Στα εννιά χρόνια που έζησε στο σπίτι αυτό , κάθε χρόνο για ένα μήνα άνοιγε τις πόρτες του Μουσείου στο κοινό παρουσιάζοντας άλλοτε χρονολογικές και άλλοτε θεματικές εκθέσεις.  Εδώ θα μείνει ως το τέλος της ζωής του , το 1989 .
Το Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη διοικείται από πενταμελές Διοικητικό Συμβούλιο που όρισε ο ζωγράφος. Σκοπός του Ιδρύματος είναι η συγκέντρωση μιας όσο το δυνατόν πληρέστερης συλλογής έργων του Ιδρυτή, καθώς και η λεπτομερής καταγραφή, η διαφύλαξη και συντήρησή τους, σύμφωνα με τις διεθνείς μουσειολογικές  προδιαγραφές. Σημαντικό μέλημα του Ιδρύματος είναι επίσης η διάδοση του έργου του Τσαρούχη με τη διοργάνωση εκθέσεων με έργα του ζωγράφου στο Μουσείο ή σε άλλους χώρους, με τη συμμετοχή του Ιδρύματος σε διοργανώσεις άλλων φορέων, με δανεισμό έργων από τη συλλογή του Ιδρύματος, με την έκδοση βιβλίων του ζωγραφικού αλλά και του συγγραφικού, μεταφραστικού και σκηνογραφικού έργου του Γιάννη Τσαρούχη.  Το Ίδρυμα είναι κάτοχος των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στο σύνολο του έργου του Γιάννη Τσαρούχη.

ωράριο λειτουργίας : Τετάρτη –  Κυριακή  9: 00 – 14: 00

ΙΔΡΥΜΑ ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΑΡΟΥΧΗ ,
Πλουτάρχου 28 , Μαρούσι (δίπλα στο σταθμό του ΚΑΤ)
τηλ. 210 8062636-7          www.tsarouchis.gr

(Τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας των κειμένων και των έργων του Γιάννη Τσαρούχη ανήκουν στο Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη)

Share
Posted in ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ | Comments Off on Γιάννης Τσαρούχης: Έλληνας ζωγράφος ερευνητής με μεγάλη περιέργεια

Θόδωρος Αγγελόπουλος: «Η παιδεία έχει ανάγκη τον καλό κινηματογράφο»

«Μακάρι να αποκτούσε λειτουργική σχέση η παιδεία και με τον κινηματογράφο» υποστηρίζει σε συνέντευξη που παραχώρησε στο «Παιδεύω» καταξιωμένος σκηνοθέτης Θόδωρος Αγγελόπουλος.

Παιδεύω: Κύριε Αγγελόπουλε, το ταξίδι σας στον κινηματογράφο ήταν άραγε η ενσάρκωση κάποιου παιδικού σας ονείρου, ή ξεκίνησε σε κάποια άλλη, ωριμότερη φάση της ζωής σας;

Θ. Αγγελόπουλος: Γεννήθηκα το 1935.  Το 1946 όταν είδα την πρώτη μου ταινία ήμουνα 11 χρονών. Θυμάμαι ότι ήτανε μια αμερικάνικη ταινία, όπου κάποιος πέθαινε και φώναζε «δεν θέλω να πεθάνω!». Ήταν καταδικασμένος σε θάνατο και τον είχαν οδηγήσει στην ηλεκτρική καρέκλα. Έκανα μέρες να κοιμηθώ. Εκείνη η  κραυγή ήτανε για μένα  τραγική. Αυτή ήταν η πρώτη εντύπωση από την πρώτη ταινία που είδα. Μου έμειναν από τότε οι σκιές στον τοίχο, όλα αυτά που με επηρέασαν. Αργότερα άρχισα να γράφω διηγήματα, ποιήματα. Παρακολουθούσα συνέχεια σινεμά. Ιδιαίτερα όταν  ήμουνα φοιτητής παρατούσα τα πάντα και πήγαινα στον κινηματογράφο. Μερικοί κινηματογράφοι της εποχής δούλευαν από τις δέκα το πρωί. Πήγαινα από τις δέκα το πρωί μέχρι το βράδυ. Έτσι, λοιπόν άρχισε η περιπέτεια του σινεμά ώσπου ξαφνικά αποφασίζω, ενώ έπρεπε να τελειώσω τη νομική – είχα φτάσει στο τέλος, μου απέμενε μόνο να πάρω το πτυχίο – να τελειώνω με το στρατιωτικό και φύγω για τη Γαλλία. Αφού έκανα γαλλική φιλολογία και φιλμολογία στην Σορβώνη, μπήκα στην σχολή κινηματογράφου. Ο κινηματογράφος είναι τρόπος έκφρασης, έτσι όπως τουλάχιστον εγώ τον έχω βιώσει. Έτσι ακριβώς όπως είναι η λογοτεχνία, η μουσική, κλπ.

Παιδεύω: Με βάση την αντίληψη που εκφράζετε αρκετές φορές στο έργο σας για τον χρόνο, πόσο συμφωνείτε με την άποψη πως μέσα σε κάθε ενήλικα βρίσκεται πάντα ένα παιδί;

Θ. Αγγελόπουλος: Δεν ξέρω αν μέσα σε όλους τους ενήλικες υπάρχει ένα παιδί. Δεν το ξέρω… μπορεί και ναι. Ξέρω όμως ότι μέσα σε όλους τους καλλιτέχνες υπάρχει ένα παιδί.  Είναι μια «παιδική ασθένεια» το να ασχολείσαι με την τέχνη. Είναι ένα παιδικό όνειρο. Πρέπει να έχεις αρκετή αφέλεια για να ασχοληθείς. Είναι μια πάρα πολύ δύσκολη ιστορία και πάρα πολύ οδυνηρή κάποιες στιγμές.

Παιδεύω: Οι σημερινοί μεσήλικες γονείς μεγάλωσαν με πολύ κινηματογράφο, που σήμερα τον αποκαλούμε συχνά «παλιό ελληνικό κινηματογράφο», με λίγο θέατρο και πάρα πολύ λίγη τηλεόραση, μιας και η οθόνη ήταν είδος πολυτελείας για τα περισσότερα σπίτια. Μιλήστε μας για την αξία της κινηματογραφικής τέχνης τότε και σήμερα.

Θ. Αγγελόπουλος: Ο κινηματογράφος τότε ήτανε ένα από τα κύρια σημεία αναφοράς, όπως είναι η τηλεόραση σήμερα. Αυτό σημαίνει ότι ολόκληρες γενιές μεγάλωσαν με τον σινεμά. Με τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο μεγάλωσε μία μερίδα του κόσμου, αλλά μια άλλη μερίδα με τον κινηματογράφο γενικότερα. Τότε η δυνατή πλευρά του κινηματογράφου ήταν η κωμωδία. Αντίθετα ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος δεν τα κατάφερε καθόλου σε αυτό που ονομάζουμε  «δράμα». Η κωμωδία στηρίχτηκε σε πάρα πολύ σημαντικούς κωμικούς ηθοποιούς. Νομίζω πως αυτό ήταν που έδωσε και διάρκεια στον κινηματογράφο. Αργότερα ήλθε η δική μου γενιά. Όπως σήμερα που υπάρχει αυτή η λεγόμενη ομίχλη – οι νέοι δηλαδή κινηματογραφιστές που θέλουν να κάνουν κάτι το καινούργιο, έτσι ξεκινήσαμε και εμείς γύρω στο ’70 – ίσως και νωρίτερα – με μικρού μήκους ταινίες, ιδιαίτερα από το 1965 και μετά.

Παιδεύω: Υπάρχουν ελπιδοφόρα δείγματα στην κινηματογραφική παραγωγή στην χώρα μας τα τελευταία χρόνια;

Θ. Αγγελόπουλος: Τώρα τελευταία, ναι, υπάρχουν. Είναι κάποιοι νέοι κινηματογραφιστές που παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Θα παρακολουθήσουμε βέβαια την εξέλιξη, και την διάσταση που θα πάρει αυτό το πράγμα, γιατί ξέρετε, καμιά φορά επειδή πέρασαν πάρα πολλά χρόνια μέχρι να ανανεωθεί ο χώρος του κινηματογράφου, ξαφνικά βγαίνει μια ταινία και νομίζουμε ότι έγινε και  κίνημα. Δεν είναι έτσι ακριβώς. Πρέπει να περιμένουμε λίγο ακόμα.

Παιδεύω: Πως κατά την εκτίμησή σας, παρακολουθεί και πως διαβάζει ένα παιδί μια κινηματογραφική ταινία; Το ίδιο όπως ένας μεγάλος;

Θ. Αγγελόπουλος: Όχι, βέβαια! Καταρχήν το παιδί επηρεάζεται πολύ περισσότερο. Ήδη σας διηγήθηκα την επίδραση που είχε σε εμένα τον ίδιο όταν ήμουνα παιδί. Με συγκλόνισε εκείνη η ταινία που είδα. Δε μπορούσα να κοιμηθώ το βράδυ. Άκουγα τη φωνή που έλεγε «δεν θέλω να πεθάνω!». Αυτά επηρεάζουν πάρα πολύ. Καλό είναι ορισμένες ταινίες να μη τις βλέπουνε πολύ νωρίς τα παιδιά, γιατί δημιουργούν προσωπική σχέση η οποία μπορεί να αποδειχθεί καλή, αλλά μπορεί και όχι.

Παιδεύω: Πόσο συμβάλλει η σύγχρονη κινηματογραφική τέχνη στην αφύπνιση της συνείδησης των παιδιών, στην καλλιέργειά τους έτσι ώστε μεγαλώνοντας να αντιμετωπίσουν με δύναμη και αισιοδοξία την σκληρή πραγματικότητα της ζωής;

Θ. Αγγελόπουλος: Δυστυχώς τα παιδιά βλέπουν πολύ περισσότερο τηλεόραση παρά κινηματογράφο. Η τηλεόραση είναι παραπλανητική. Οδηγεί στην πρόσκαιρη ευκολία. Συνηθίζεις σε μία αισθητική και μια ηθική με την πλατύτερη έννοια του όρου που δεν είναι αντικειμενικά αποδεκτή. Η τηλεόραση είναι το μέσο της ευκολίας, και αν θέλετε,  της ευκολίας των συναισθημάτων και της σκέψης. Αντίθετα, θα έπρεπε να δίνουμε στα παιδιά μας ερεθίσματα που να τα βοηθούν να αναπτύξουν το μυαλό και την ευαισθησία τους. Αυτό δεν το κάνει η τηλεόραση. Ο κινηματογράφος το κάνει, βέβαια όχι πάντα. Θα πρέπει, λοιπόν, κανείς να επιλέγει. Από την άλλη, η επιλογή πώς αλλιώς μπορεί να γίνει, παρά μέσα από τους γονείς.

Παιδεύω: Σε ποιο βαθμό πιστεύετε πως ανταποκρίνεται η σημερινή παγκόσμια αλλά και εγχώρια κινηματογραφική βιομηχανία, ιδιαίτερα στο κομμάτι το παιδικό, στον πνευματικό και ανθρωπιστικό της ρόλο;

Θ. Αγγελόπουλος: Η παγκόσμια κινηματογραφική βιομηχανία παράγει παιδικές ταινίες. Μερικές από αυτές είναι αρκετά συμπαθητικές. Ωστόσο στις περισσότερες ταινίες νομίζω ότι επικρατεί η βία. Συχνά ακούμε  δυσάρεστα γεγονότα που συμβαίνουν στην Αμερική. Παιδιά μπαίνουν με αυτόματα όπλα μέσα στα σχολεία και σκοτώνουν συμμαθητές και δασκάλους. Σε όλα αυτά τα επεισόδια έχουν πάρει υποδείγματα από την τηλεόραση ή από τον κινηματογράφο της βίας. Αυτό θα πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα.

Παιδεύω: Σε τι θα μπορούσε να συμβάλλει μια πιθανή ενσωμάτωση της κινηματογραφικής τέχνης στο σχολικό πρόγραμμα, μάλιστα σαν μάθημα ή σαν προγραμματισμένη ενασχόληση των παιδιών; Mήπως τέτοιες σκέψεις είναι υπερβολικές, ή άσκοπη πολυτέλεια στην εποχή που ζούμε;

Θ. Αγγελόπουλος: Αντίθετα, το θεωρώ στοιχείο απαραίτητο. Αρχίζοντας με ταινίες που ανάλογες με την ηλικία των παιδιών.  Μακάρι να υπήρχε μια τέτοιου είδους αντιμετώπιση από πλευράς του κράτους. Μακάρι να αποκτούσε λειτουργική σχέση η παιδεία και με τον κινηματογράφο. Στην Γαλλία στα λύκεια προβάλλονται συστηματικά ταινίες και στη συνέχεια συζητιούνται.

Παιδεύω: Τι μήνυμα θα θέλατε να στείλετε στα σημερινά παιδιά, και τους δασκάλους τους;

Θ. Αγγελόπουλος: Είχα πάρει ένα γράμμα από παιδιά ενός δημοτικού σχολείου της περιφέρειας της Αθήνας, όπου μου λέγανε ότι ο δάσκαλος τους έδειχνε ταινίες μου στον υπολογιστή. Μου έγραψαν πως είχαν αγαπήσει τις ταινίες αυτές και πως θα θέλανε να πάω στο σχολείο τους για να συζητήσουμε. Δυστυχώς, δεν τα έχω καταφέρει μέχρι σήμερα να πάω και το αισθάνομαι λίγο σαν βάρος. Θα πρέπει κάποια στιγμή να το πραγματοποιήσω, ανεξάρτητα από το εάν έχει περάσει κάποιος καιρός. Έχω την εντύπωση ότι ο ρόλος του δασκάλου σε αυτές τις περιπτώσεις είναι πολύ σημαντικός και θα πρέπει ένας δάσκαλος που αγαπάει το σινεμά και μάλιστα το καλό σινεμά, μπορεί να οδηγήσει τα παιδιά ώστε να διερευνήσουν μια περιοχή που πιθανόν να μην ήξεραν και να μην την γνωρίζανε ούτε στο σπίτι τους, ανοίγοντάς τους νέους δρόμους.

Ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα τον Απρίλη του 1935. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το Παρίσι, παρακολούθησε μαθήματα κινηματογράφου (Σορβόνη και IDHEC). Από το 1964 εώς το 1967 εργάσθηκε ως κριτικός κινηματογράφου.

Με την επάνοδό του στην Ελλάδα, το 1964, εργάζεται ως κριτικός κινηματογράφου στην εφημερίδα “Δημοκρατική Αλλαγή”, στο πλευρό της Τώνιας Μαρκετάκη και του Βασίλη Ραφαηλίδη.

Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος υπήρξε συνιδρυτής μαζί με τον Βασίλη Ραφαηλίδη, του ιστορικού περιοδικού “Σύγχρονος Κινηματογράφος”, ενός εντύπου που σημάδεψε την εγχώρια εκδοτική δραστηριότητα για τον κινηματογράφο. Η αναγνώριση του Έλληνα σκηνοθέτη στο εξωτερικό υπήρξε χαρακτηριστική της διεθνούς επιρροής του στην έβδομη τέχνη. Ανακηρύχθηκε Officier dans l’orde des Arts et des Letrres της Γαλλικής Δημοκρατίας, του απονεμήθη το παράσημο του Officier de la Legion d’ Honneure, καθώς και ο τίτλος του Grande Ufficiale της Ιταλικής Δημοκρατίας. Έχει ακόμη αναγορευτεί Επίτιμος Διδάκτορ των Πανεπιστημίων Βρυξελλών, Παρισιού, Grenoble και Essex. Είναι, τέλος, μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου.

Οι ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου έχουν προβληθεί σε πολλά διεθνή φεστιβάλ και έχουν αποσπάσει πολλά βραβεία και διακρίσεις, ενώ ο ίδιος και το έργο του κατέχουν σημαντική θέση στη διεθνή βιβλιογραφία.

ΒΡΑΒΕΥΜΕΝΗ ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ

Η ΕΚΠΟΜΠΗ (1968)
1968. Βραβείο Κριτικών στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης

ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ (1970)
1970. Βραβείο Καλύτερης Ταινίας , Σκηνοθεσίας , Φωτογραφίας, Α’ Γυναικείου ρόλου (Τούλα Σταθοπούλου)
Βραβείο Κριτικών στο Φεστιβάλ Θεσαλονίκης
1971. Βραβείο Georges Sadoul ( καλύτερη ταινία της χρονιάς στη Γαλλία).
Βραβείο καλύτερης ξένης ταινίας στο Φεστιβάλ της Ιέρ «Ειδική μνεία» της διεθνούς ένωσης Κριτικών Κιν/φου (Fipresci) στο φόρουμ του Βερολίνου.

ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ’36 (1972)
1972. Βραβείο σκηνοθεσίας και φωτογραφίας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Βραβείο Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (Fipresci) στο Φόρουμ του Βερολίνου.

Ο ΘΙΑΣΟΣ (1974-’75)
1975. Βραβείο Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (Fipresci) στο Φεστιβάλ των Καννών. Βραβείο καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, σεναρίου, Α’ ανδρικού ρόλου (Βαγγέλης Καζάν), Α’ γυναικείου ρόλου (Εύα Κοταμανίδου), Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (ΠΕΚΚ) στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. «Ειδικό βραβείο» στο Φεστιβάλ της Ταορμίνα. Βραβείο Interfilm στο Φόρουμ του Βερολίνου. Βραβείο Age d’Or (καλύτερη ταινία της χρονιάς), Βρυξέλλες.
1976. Βραβείο Figueira das Foss, Πορτογαλία.
1979. Βραβείο B.F.I. καλύτερης ταινίας της χρονιάς, Λονδίνο. Μέγα Βραβείο των Τεχνών, Ιαπωνία.
«Καλύτερη ταινία της δεκαετίας 1971-1980», από την Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου της Ιταλίας.
«44η καλύτερη ταινία στην Ιστορία του Παγκόσμιου Κινηματογράφου», από τη Διεθνή Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου.

ΟΙ ΚΥΝΗΓΟΙ (1977)
1977. Golden Hugo (βραβείο καλύτερης ταινίας) στο Φεστιβάλ του Σικάγου. Βραβείο της Ένωσης Τουρκικών Κριτικών Κινηματογράφου.
Επίσημη συμμετοχή στο φεστιβάλ Καννών 1977.

O ΜΕΓΑΛΕΞΑΝTΡΟΣ (1980)
1980. Xρύσο Λιοντάρι στο Φεστιβάλ Βενετίας Βραβείο της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (Fipresci)¨Βραβείο Cinema Nuovo Φεστιβάλ Βενετίας¨Βραβείο της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (ΠΕΚΚ) στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 1980.

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΑ ΚΥΘΗΡΑ (1984)
1984. Βραβείο σεναρίου και Βραβείο Fipresci στο Φεστιβάλ Καννών. Κρατικό βραβείο καλύτερης ταινίας, σεναρίου, Α’ ανδρικού ρόλου (Μάνος Κατράκης), Α’ γυναικείου ρόλου (Ντόρα Βολανάκη), σκηνογραφίας. Βραβείο Κριτικών στο Φεστιβάλ Ρίο ντε Τζανέιρο.

ΤΟΠΙΟ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ (1988)
1998. Αργυρό Λιοντάρι στο Φεστιβάλ Βενετίας.
1989. Ευρωπαϊκό Βραβείο Felix.

ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ (1995)
1995. Μεγάλο βραβείο της Επιτροπής (Grand Prix du Jury) του Φεστιβάλ Καννών. Felix των κριτικών (ταινία της χρονιάς).

ΜΙΑ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ (1998)
1998. Χρυσός Φοίνικας του Φεστιβάλ Καννών. Οικουμενικό Βραβείο της Καθολικής Εκκλησίας.

Share
Posted in ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ | Comments Off on Θόδωρος Αγγελόπουλος: «Η παιδεία έχει ανάγκη τον καλό κινηματογράφο»

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΑΝΟΠΟΥΛΟΣ: Η γνώση είναι η μεγαλύτερη δύναμη

Ένας Έλληνας  που ξεκίνησε από τις γειτονιές της Αθήνας και βρέθηκε να σπουδάζει και να δημιουργεί στα σπουδαιότερα Ερευνητικά Κέντρα Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών, μόνιμος διεκδικητής ενός βραβείου Νόμπελ Φυσικής, ο Καθηγητής και Ακαδημαϊκός Δημήτρης Νανόπουλος, εξακολουθεί να συγκεντρώνει εδώ και αρκετά χρόνια τα φώτα της δημοσιότητας στο πρόσωπό του αλλά κυρίως στο παγκόσμια αναγνωρισμένο έργο του. Σε συνέντευξη που παραχώρησε στο «Παιδεύω» απευθύνεται προς τα παιδιά και τα παρακινεί: «Παιδιά, να ονειρεύεστε ακόμα κι όταν σας το απαγορεύουν»

Παιδεύω: Κύριε καθηγητά, περιγράψτε μας σας παρακαλώ, πώς προέκυψε το ραντεβού σας με τις κοσμογονικές ανακαλύψεις στο χώρο της Φυσικής; Ήταν τυχαία συνάντηση ή από μικρό παιδί η περιέργεια και οι αναζητήσεις σας απλώνονταν στο Σύμπαν;

Δημήτρης Νανόπουλος: Νομίζω ότι είναι και τα δύο μαζί, κατά κάποιο τρόπο. Δηλαδή πάντοτε είχα μια πολύ – πολύ μικρός να καταλάβω το τι γίνεται γύρω μου, ήλιος, σελήνη, αυτά που βλέπαμε με τα δικά μας τα μάτια που μπορούσαμε να έχουμε τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις, κι όλο ρώταγα, θυμάμαι, τον πατέρα μου, γιατί δεν βλέπουμε το βράδυ τον ήλιο, τέτοιου είδους ερωτήσεις, οι οποίες ήταν οι πρώτες κατά κάποιον τρόπο, συμβατικές ερωτήσεις. Από την άλλη μεριά, εγώ διάλεξα τον δρόμο της θεωρητικής φυσικής και των στοιχειωδών σωματιδίων ή υψηλών ενεργειών, η οποία έχει να κάνει με τον μικρόκοσμο πολύ περισσότερο. Κοιτάξτε όμως σύμπτωση, ότι μέσα από αυτή την προσπάθεια, γιατί ήμουνα πραγματικά συνεπαρμένος να καταλάβω τους βασικούς νόμους της φύσης, μέσα από εκεί ξεπετάχτηκε η κοσμολογία, με έναν πολύ απλό τρόπο: Ο απλός τρόπος είναι ότι, επειδή ζούμε σε ένα σύμπαν που είναι διαστελλόμενο, τώρα είναι πολύ μεγάλο, αλλά σε κάποια στιγμή στην αρχή ήταν πάρα πολύ μικρό, που σημαίνει ότι ήταν μικρότερο από ένα πρωτόνιο και από ένα ηλεκτρόνιο,  που σημαίνει ότι οι βασικοί νόμοι του μικρόκοσμου εφαρμόζονται στους βασικούς νόμους – που είναι οι ίδιοι προφανώς και δεν είναι διαφορετικοί – στην εμφάνιση του Σύμπαντος. Κι έτσι γίνεται αυτή η μεγάλη σύνδεση κι έτσι γίνεται αυτό το μεγάλο ταίριασμα της Φυσικής έτσι όπως την ξέρουμε και της κοσμολογίας, η οποία Κοσμολογία έχει μέσα της και φιλοσοφικές  αναζητήσεις και άλλων ειδών αναζητήσεις, αλλά εμένα αυτό που με ενδιαφέρει είναι να καταλάβω τον κόσμο, όπως λέω συνέχεια μέσα από επιστημονικά τεκμήρια και νομίζω ότι μπορούμε να καταλάβουμε τον κόσμο με το δικό μας το μυαλό, στηριγμένοι σε πειραματικά δεδομένα. Πως εμφανίστηκε και πως εξελίχτηκε.

Παιδεύω: Προέρχεστε από οικογένεια επιστημόνων, που πιθανόν  επηρέασαν το δικό σας ενδιαφέρον για την επιστημονική έρευνα; Περιγράψτε μας, παρακαλώ την οικογενειακή σας προέλευση.

Δημήτρης Νανόπουλος: Δεν προέρχομαι από οικογένεια επιστημόνων. Τουναντίον οι γονείς μου ήταν από τη μικροαστική τάξη και δεν το λέω υποτιμητικά, ήταν η τάξη της εποχής της δικιάς μας, όπως ο περισσότερος κόσμος. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι ο πατέρας μου είχε μια τρομακτική έφεση για μάθηση και για βιβλία και έτσι, πραγματικά μπορώ να πω ότι παρόλο που ήτανε ένας απλός άνθρωπος και δεν είχε σπουδάσει σε πανεπιστήμιο, είχε μια απίστευτη έφεση για μάθηση. Θυμάμαι μου είχε πάρει το λεξικό του «Ηλίου» τότε από 7-8 χρονών και παίρναμε συνέχεια εκείνα τα τεύχη και τα δέναμε σε τόμους. Παρ’ ότι δεν επρόκειτο για μια οικογένεια επιστημόνων, υπήρχε στο σπίτι μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα για βιβλίο και το μεράκι τους μεταλαμπαδεύτηκε σε εμένα μετά.

Παιδεύω: Τι σημαίνει, αλήθεια, η εκτίμησή σας, που φαίνεται να επιβεβαιώνεται, πως το φως ταξιδεύει στα μάτια μας όχι μόνο από εκεί που το βλέπουμε ή από εκεί που μπορούμε να υπολογίσουμε με τον τρόπο που μας είχε περιγράψει με τη θεωρία της Σχετικότητας ο Αϊνστάιν, αλλά ίσως και από άλλες διαδρομές που μέχρι σήμερα θεωρούσαμε ότι ήταν άδειες, κενές; Πως καταλήξατε στο συμπέρασμα για την ύπαρξη της σκοτεινής ενέργειας;

Δημήτρης Νανόπουλος: Αυτό είναι πραγματικά μια πάρα πολύ μεγάλη και ενδιαφέρουσα ιστορία. Και εάν πραγματικά είναι αλήθεια αυτό το οποίο λέμε εμείς, ότι το φως, η τελική κατακλείδα αυτού που συζητάμε είναι ότι δεν υπάρχει κενό με την έννοια του πλατωνικού κενού έτσι όπως το έχουμε στο μυαλό μας, δηλαδή του ανύπαρκτου, του κενού με όλη τη σημασία της λέξης. Υπάρχει πάντοτε ένα είδος, αυτό που λέμε οροχρονικού αφρού και έτσι όταν λοιπόν τα φωτόνια διαδίδονται μέσα από αυτό το οροχρονικό αφρό, τότε συμβαίνει το εξής πράγμα: υφίσταται διάθλαση, όπως συμβαίνει όταν το φως περνάει από κάθε υλικό και έχουμε το φαινόμενο της διάθλασης, που σημαίνει ότι εάν υφίσταται διάθλαση ότι η ταχύτητά του εξαρτάται από την συχνότητά του. Εάν πραγματικά  – το ΕΑΝ το υπογραμμίζω με κεφαλαία γράμματα – συμβαίνει κάτι τέτοιο, τότε πραγματικά πρόκειται για ένα πολύ μεγάλο βήμα σε σχέση με τα οποία είμαστε, γιατί εμάς μας ενδιαφέρει περισσότερο – αλλάζει και η Θεωρία της Σχετικότητας και ο Ηλεκτρομαγνητισμός που γνωρίζουμε εδώ και διακόσια χρόνια τώρα – δεν είναι μόνο αυτό. Είναι ότι για μας περισσότερο ενδιαφέρον είναι αφενός να δούμε πως δουλεύει η φύση και να μάθουμε την αλήθεια, αλλά θα είναι ίσως η πρώτη φορά, εάν όλα αυτά αποδειχθούνε που θα έχουμε κάποιο πολύ συγκεκριμένο στοιχείο υπέρ της θεωρίας των υπερχορδών. Για μας από καθαρά εσωτερικής επιστημονικής άποψης αυτό είναι που μας αρέσει πάρα πολύ.

Παιδεύω: Ποια είναι η κεντρική ιδέα, η κόκκινη κλωστή που διαπερνά την «θεωρία των πάντων» που υποστηρίζετε;

Δημήτρης Νανόπουλος: Έχει σχέση με αυτό που λέγαμε με την θεωρία των υπερχορδών. Αυτό δηλαδή που θέλουμε να κάνουμε είναι να φτιάξουμε, να έχουμε ένα πρότυπο το οποίο να μπορούμε να εξηγήσουμε, όταν λέμε θεωρία των πάντων εννοούμε ότι μπορούμε να εξηγήσουμε όλες τις βασικές δυνάμεις στη φύση και όλα τα σωμάτια τα οποία υπάρχουν στη φύση. Αυτό που είναι πολύ ενδιαφέρον από την θεωρία των υπερχορδών, που δεν νομίζω ότι μπορεί να γίνει άλλη αναγωγή, η θεωρία των υπερχορδών βασικά μας λέει ότι δεν υπάρχουν σημειακά σωμάτια, αλλά έχουν όλα μια μονοδιάστατη έκταση, κι αυτό το πράγμα είναι βασικά σαν χορδή. Όλα τα σωματίδια και όλες αυτές οι αλληλεπιδράσεις δεν είναι τίποτε άλλο, παρά βγαίνουνε από διαφορετικές ταλαντώσεις μιας και μόνης χορδής. Δεν νομίζω ότι μπορούμε να κάνουμε πιο μεγάλη αναγωγή πλέον αυτού του πράγματος. Δηλαδή όλο αυτό που βλέπουμε είναι τίποτε άλλο παρά σαν να έχεις μια κιθάρα και να παίζεις διάφορους τόνους για διάφορα τραγούδια που προέρχονται από τους διαφορετικούς τρόπους ταλάντωσης μιας χορδής που αντί για τόνους σχηματίζεται το ηλεκτρόνιο, το quark, το πρωτόνιο που έχει σχέση με την αλληλεπίδραση του  κλπ. Φτάνουμε σε ένα σημείο, μολονότι η επιστήμη είναι αναγωγική κι εγώ είμαι υπέρ της αναγωγής, ωστόσο φτάνουμε σε ένα σημείο που δεν πάει άλλο η αναγωγή πια.

Παιδεύω: Πιστεύετε ότι με τα νέα δεδομένα που προσθέτει η επιστημονική σας έρευνα, καθώς και των συνεργατών σας, θα καταφέρουμε άραγε να προσεγγίσουμε με πιο αξιόπιστο τρόπο τη στιγμή μηδέν που δημιουργήθηκε το Σύμπαν και κατά συνέπεια και η ανθρώπινη ύπαρξη στον πλανήτη μας – πιθανόν και αλλού;

Δημήτρης Νανόπουλος: Βέβαια, το όνειρό μας είναι αυτό. Δηλαδή κι εκεί που πραγματικά τώρα δουλεύουν οι περισσότεροι επιστήμονες στην θεωρία των υπερχορδών, είναι βασικά το μεγάλο μας θέμα είναι κοντά στην χρονική περιοχή του μηδενός. Για να δούμε δηλαδή πως εμφανίστηκε αυτό το πράγμα. Το «γιατί;» δεν μας αφορά, άλλωστε δεν είναι επιστημονικό, αλλά το πώς εμφανίστηκε το Σύμπαν, το ίδιο το γεγονός, αλλά και πάλι στηριγμένοι σε επιστημονικά δεδομένα. Θέλω να το τονίσω αυτό. Διότι σήμερα έχουμε στα χέρια μας «φωτογραφίες» του σύμπαντος όπως ήτανε 380.000 χρόνια από την εμφάνισή του. Προσέξτε: Το Σύμπαν έχει απ’ όσο ξέρουμε μέχρι τώρα μια περίοδο ζωής 13,7 δισεκατομμύρια χρόνια και τον αριθμό αυτό τον γνωρίζουμε τα τελευταία 5-6 χρόνια με πιθανότητα σφάλματος 1%. Αφαιρέστε, λοιπόν, από το νούμερο αυτό τα 380.000 χρόνια για να δείτε πόσο πίσω έχουμε φωτογραφίες του σύμπαντος δηλαδή, το πώς ήτανε τότε. Έχουμε επιστημονικά κριτήρια. Γιατί επιστήμη σημαίνει ότι κάνω μια πρόταση, γίνεται το πείραμα και εάν η πρότασή μου είναι σωστή μπορούμε να προχωρήσουμε παρακάτω, εάν είναι η πρόταση λάθος σταματάμε και ξεκινάμε από την αρχή. Αυτό σημαίνει επιστήμη. Η επιστήμη είναι διαλεκτική, δεν είναι δόγμα. Τα δόγματα είναι αλλού. Η επιστήμη είναι αεικίνητη και πρέπει να αλλάζει. Αυτή είναι η φύση της επιστήμης. Όποιος επιστήμονας λέει ή αφήνει να εννοηθεί ότι τα ξέρει όλα δεν είναι επιστήμονας. Αυτό πρέπει να καταλάβουν τα παιδιά. Η επιστήμη είναι από την φύση της διαλεκτική.

Παιδεύω: Αλήθεια, τι είναι το πείραμα που διεξάγεται στο μεγαλύτερο ευρωπαϊκό κέντρο ερευνών – CERN και πόσο κρίσιμα μπορούν να είναι τα αποτελέσματά του;

Δημήτρης Νανόπουλος: Μιλάμε για τον LAG που λέμε, τον μεγάλο αγρονικό επιταχυντή προσκρούστη με τον οποίο φτάνουμε για πρώτη φορά στην ανθρωπότητα σε ενέργειες, έχουμε δέσμες πρωτονίων που συγκρούονται μετωπιαία μεταξύ τους, με τρομακτικές συγκρούσεις που θα φτάσουν την τάξη των 14 TED, 14.000 φορές μεγαλύτερες από τη μάζα τους, και περιμένουμε από αυτό να βγούνε πάρα πολλά καινούργια πράγματα, όπως η ανακάλυψη καινούργιων σωματιδίων, αυτά που λέγονται υπερσυμμετρικά σωματίδια τα οποία συνδέονται με τις υπερχορδές, αλλά το πιο σημαντικό είναι αυτό που λέμε σωματίδιο του HIGS. Και άρα λοιπόν περιμένουμε, η δική μου γενιά ήμασταν νέοι και γεράσαμε, βγάλαμε άσπρα μαλλιά, και ακόμα περιμένουμε να δούμε εάν οι προβλέψεις που έχουμε κάνει είναι σωστές ή όχι. Είναι τριάντα χρόνια τώρα αυτή η δουλειά. Όλα αυτά που συζητούσαμε  προηγουμένως, τόσο η θεωρία των υπερχορδών όσο και η κοσμολογία, συνδέονται μεταξύ τους και ο μεγάλος αγρονικός επιταχυντής, ο προκρούστης έχει πολύ μεγάλο συνδετικό κρίκο με όλα αυτά τα πράγματα, γιατί αυτά που συζητάμε και στην κοσμολογία και στις υπερχορδές έχουν μερικές πειραματικές προβλέψεις, οι οποίες μερικές απ’ αυτές θα πρέπει να τις δούμε στον επιταχυντή. Δηλαδή αν δούμε το σωματίδιο του HIGS τότε έχουμε πάρα πολύ μεγάλο πρόβλημα. Όλες οι θεωρίες που βρίσκονται αυτή τη στιγμή πάνω στο τραπέζι θα έχουν πάρα πολύ μεγάλο πρόβλημα. Πρέπει να λέμε τα πράγματα όπως είναι. Να μην λέμε μόνο τα θετικά, άλλα και τα αρνητικά.

Παιδεύω: Σε πόσο χρόνο υπολογίζεται ότι θα έχει ολοκληρωθεί το πείραμα και θα είναι στη διάθεση της παγκόσμιας επιστημονικής κοινότητας οι μετρήσεις;

Δημήτρης Νανόπουλος: Επειδή είμαι στο συμβούλιο του CERN υποτίθεται ότι, η τελευταία ενημέρωση που έχουμε τον Ιούνιο είναι ότι αυτό θα αρχίσει τέλη Οκτωβρίου με αρχές Νοεμβρίου, οπότε θα αρχίσει να δουλεύει συνέχεια. Μην περιμένετε ότι θα πατήσουν ένα κουμπί και θα βγαίνουν τα σωμάτια. Εγώ πιστεύω ότι στον πρώτο χρόνο της λειτουργίας του – μπορεί να είναι και νωρίτερα, αλλά καλύτερα να λέμε τα πράγματα – θα υπάρχουν στοιχεία. Δηλαδή, ενώ θα δουλέψει 15-20 χρόνια, το πρώτο 1-2 χρόνια θα μας δώσει την αφρόκρεμα. Νομίζω και ο τρόπος που έχουν κάνει τα προγράμματα που θα τρέξουν και οι υπολογιστές υπάρχουν προτεραιότητες, άρα θα το δούμε αυτό το πράγμα. Θα ακούσουμε, φαντάζομαι, όχι πολύ αργά από τότε που θα δουλεύει το πείραμα για τις «μεγάλες ανακαλύψεις». Μετά, βέβαια, θα φανούν περισσότερος χρόνος για τις λεπτομέρειες.

Παιδεύω: Πως μπορεί μια πιθανή επιβεβαίωση της θεωρητικής σας έρευνας  να βοηθήσει την ανθρωπότητα να καταλάβει το πώς εξελίσσεται, προς τα πού πηγαίνει το Σύμπαν και να κινητοποιήσει τους ιθύνοντες να πάρουν εκείνα τα μέτρα που θα προστατεύσουν τον πλανήτη μας από καταστροφές;

Δημήτρης Νανόπουλος: Η δουλειά των επιστημών του δικού μου χώρου κάνει υπερβασική έρευνα. Πολλοί λένε: Τι σχέση έχουν όλ’ αυτά, η έρευνα κλπ. Εγώ πιστεύω ότι η έρευνα βοηθάει τον άνθρωπο να καταλάβει με απτά στοιχεία τι είναι αυτό που υπάρχει δίπλα του και έτσι θα έχει μια πραγματική συνείδηση κόσμου. Κουβαλάμε δοξασίες χιλιάδων χρόνων, ούτε ξέρω τι είναι αυτά που κουβαλάμε, και δεν ξέρω γιατί τα κουβαλάμε, έτσι σε κάποια στιγμή η επιστήμη στηριγμένη σε πειραματικά δεδομένα θα πει στον κόσμο, λέει στον κόσμο ήδη, ορίστε αυτός είναι ο κόσμος. Είμαστε αυτό, είμαστε εκείνο, έχουμε την εξέλιξη στη θεωρία και την ιδεολογία. Είμαστε αυτό το πράγμα. Δεν υπάρχει κάτι πιο σημαντικό. Δεν υπάρχει ανθρώπινο είδος από τη στιγμή που κατέβηκε από τα δέντρα που να μην έχει σκεφθεί τι είναι αυτό το πράγμα (το Σύμπαν). Άρα είναι πολύ σημαντικό. Και από’ κει και πέρα δεν θα πω σε κανένα τι θέλεις να πιστεύεις, ή δεν πιστεύεις κλπ, Αλλά εγώ πληρώνομαι για να πω τα πράγματα όπως είναι. Εμείς πρέπει να τα πούμε. Όπως ο γιατρός. Πάμε και κάνουμε μια ανάλυση. Ο γιατρός όταν κάνουμε την ανάλυση και μου λέει εμένα φερειπείν κύριε Νανόπουλε έχετε ζάχαρο 120 προσέξτε! Ο γιατρός δεν θα μου πει εμένα αυτά που περιμένω να ακούσω. Θα μου πει τι βλέπει. Από κει και πέρα εγώ εάν είμαι τρελός και πάω και πλακώνω τα γαλακτομπούρεκα, αυτό είναι δικό μου θέμα.

Παιδεύω: Μπορείτε να προβλέψετε ή να εκτιμήσετε ποιες θα είναι οι συγκλονιστικότερες ειδήσεις στον αιώνα που μόλις πριν λίγα χρόνια ανέτειλε για την ανθρωπότητα;

Δημήτρης Νανόπουλος: Νομίζω ότι αυτή θα έλθει από την Κοσμολογία, από την Κοσμολογία ξεκάθαρα θα δούμε πράγματα που ούτε καν τα φανταζόμασταν, ούτε μπορούμε να τα φανταστούμε αυτή τη στιγμή και επίσης από την Νευροεπιστήμη. Δηλαδή να καταλάβουμε το πώς καταλαβαίνουμε. Ξέρουμε σήμερα ότι αυτό το 1,3 που έχουμε, δηλαδή το μυαλό, δεν υπάρχει τίποτε άλλο. Από κει και πέρα βγαίνουν όλα ιεραρχικά και η σκέψη κλπ έτσι όπως λένε είναι η μηχανή του νου. Θα είναι μια άλλη μεγάλη απάντηση σε ένα άλλο μεγάλο ερώτημα, τεράστιο ερώτημα και νομίζω ότι θα δοθούν απαντήσεις για τον ανθρώπινο εγκέφαλο οι οποίες θα είναι δραματικές στην κατανόηση του εγκεφάλου και από τη άλλη μεριά επειδή η ιατρική αλλά και η βιολογία είναι εφαρμοσμένες έρευνες θα έχουμε νομίζω και διορθώσεις και στις εφαρμογές για Αλτσχάιμερ, Πάρκινσον κλπ.

Παιδεύω: Έχετε υποστηρίξει ότι, εάν επιβεβαιωθούν απόλυτα τα αποτελέσματα των μέχρι τώρα ερευνών σας και οι επιστημονικές σας εκτιμήσεις, θα πρέπει το μάθημα της Φυσικής να γραφτεί εντελώς από την αρχή. Πόσο απρόβλεπτη είναι κατά την άποψή σας η φυσική επιστήμη;

Δημήτρης Νανόπουλος: Αυτό που λέω είναι ότι εάν αυτά τα πράγματα είναι σωστά τότε είναι προφανές ότι θα πρέπει να γίνουν μεγάλες αλλαγές. Από την άλλη μεριά και πάλι επιμένω ότι είναι από τη φύση της η φυσική να είναι έτσι, και οι ανατροπές που γίνονται δεν σημαίνει ότι καταρρίπτουμε το παρελθόν, αλλά επεκτείνουμε το παρελθόν. Μπαίνουμε σε περιοχές που αυτό δεν εφαρμοζόταν. Τώρα εφαρμόζεται και άρα θα κάνουμε επέκταση. Η θεωρία του Νεύτωνα εκεί που την είχε πει ο Νεύτωνας είναι η σωστή θεωρία. Απλά, προχωρήσαμε σε ταχύτητες παραπάνω και είδαμε ότι πρέπει να γίνουν διορθώσεις. Αυτό σημαίνει επιστήμη. Γιατί αυτό θέλω να το τονίσω λαμβάνεται από μερικούς με δόλιο τρόπο και λένε «Έλα μωρέ δεν αξίζει τον κόπο. Δεν αλλάζουμε τίποτε!». Η επιστήμη εξελίσσεται. Η απάντηση για να κλείσουμε και τα στόματά τους είναι ότι φτάνουμε τώρα σε κάποια στιγμή όταν σας λέω τώρα ότι έχουμε φωτογραφίες του Σύμπαντος 380.000 χρόνια μετά την εμφάνισή του και είμαστε 13,7 δισεκατομμύρια χρόνια φτάνουμε στο μηδέν, ε δεν πάει άλλο. Άρα φαίνεται ότι αυτή είναι η «γνώση» η υπεύθυνη γνώση. Και μπορούμε να την αλλάζουμε, να την κάνουμε καλύτερη, να τη μορφοποιούμε, κλπ αλλά αυτή θα είναι η βάση.

Παιδεύω: Τα παιδιά σας φαντάζονται, εσάς τους επιστήμονες, νυχθημερόν κλεισμένους σε απομονωμένα εργαστήρια να περνάτε τη ζωή σας μελετώντας και μέσα σε ατέλειωτες αριθμητικές πράξεις. Πόσο ανθρώπινη είναι η φυσική επιστήμη; Σαν μαθητής, εκτός από το πολύ διάβασμα, είχατε χρόνο για παιχνίδι και ξεκούραση;

Δημήτρης Νανόπουλος: Αυτή η εικόνα που την έχουμε όλοι του «τρελού επιστήμονα» δεν ξέρω από πού έχει βγει. Όλοι εμείς οι επιστήμονες γελάμε μεταξύ μας και δεν ξέρουμε πως έχει βγει αυτή η αντίληψη. Εγώ όσους είχα για μέντορες – τον Φάιλ:, τον Γκλάσοβ: – βραβείο Νόμπελ, ήταν απλοί άνθρωποι με τα κρασιά τους και τις διασκεδάσεις τους. Πάντως γενικά ότι χρειάζεται μια αφοσίωση στην επιστήμη. Η επιστήμη και η βασική έρευνα ειδικότερα χρειάζεται τρέλα. Τρέλα και μεράκι. Εάν δεν έχεις τρέλα και μεράκι καλύτερα να μην πας. Δεν είναι μόνο βιοποριστικό επάγγελμα. Το να γίνεις ένας καλός γιατρός ή ένας καλός οικονομολόγος, ή ένας καλός μηχανικός γίνεσαι και δεν χρειάζεται να είσαι ο πρώτος και περνάς καλά. Στην βασική έρευνα, όπου για να ξεκαθαρίσω δεν παίρνεις πολλά λεφτά, αλλά είναι το μεράκι και η τρέλα που σε γεμίζει. Και αυτό το πράγμα το έχει η φυλή μας και γι’ αυτό πρέπει να το καλλιεργήσουμε. Δεν είναι τυχαίο ότι αναπτύχθηκε σε αυτόν τον τόπο ο Θαλής, το 600 προ Χριστού. Για φανταστείτε! 2.600 χρόνια πριν μίλησε για το «ήλεκτρον» το κεχριμπάρι και είδε το μαγνητισμό ενός στρατιώτη που χτύπαγε το ξίφος του που είχε πάει κάπου στη Μαγνησία εκεί κοντά στα παράλια και παρατήρησε τις κινήσεις του. Η λέξη «Ηλεκτρομαγνητισμός» είναι λέξεις που τις έφτιαξε ο Θαλής 600 χρόνια προ Χριστού. Εγώ δεν έχω καμία εθνικιστική τάση, αλλά πρέπει να λέμε τα πράγματα όπως είναι. Άρα, κάτι έχουμε μέσα στο DNA μας και πρέπει να το καλλιεργήσουμε στους νέους ανθρώπους.

Παιδεύω: Πόσο, κατά την εκτίμησή σας, έχει μπολιαστεί το εκπαιδευτικό μας σύστημα, το καθημερινό μάθημα στο σχολείο, με την αναζήτηση αλλά και την επιστημονική ενημέρωση γύρω από όλα τα θέματα που αφορούν το χθες, το σήμερα και το αύριο του κόσμου μας;

Δημήτρης Νανόπουλος: Εγώ νομίζω ότι χρειαζόμαστε δουλειά εδώ πέρα, γιατί θα έλεγα είναι και χρέος των επιστημόνων να μπορούμε να περάσουμε την γνώση στον κόσμο. Και ένας τρόπος που είναι πολύ πρόσφορος είναι το πώς θα περάσει αυτό το πράγμα στο Δημοτικό και το Γυμνάσιο. Και βεβαίως είμαι υπέρ της κλασσικής παιδείας, της γλώσσας – δεν το συζητάω – αλλά από την άλλη μεριά μην τυχόν αυτό και «καπελώσει» την εποχή μας που είναι η εποχή της επιστήμης και της τεχνολογίας, χωρίς επαναλαμβάνω να κάνω συγκρίσεις. Σίγουρα χρειαζόμαστε την κουλτούρα μας, σίγουρα χρειαζόμαστε την γλώσσα μας, σίγουρα χρειαζόμαστε την ιστορία μας. Αυτό δεν το συζητάω. Επειδή δεν έκανα αναφορά στο περιβάλλον το οποίο συζητάγαμε, χαίρομαι πολύ, χαίρομαι πάρα πολύ που βλέπω στους νέους ανθρώπους ένα  – πραγματικά σχεδόν στο DNA τους είναι γραμμένο τώρα σε σύγκριση με την δική μου την γενιά που δεν ήμασταν πολύ περιβαλλοντολόγοι, τους βλέπω τώρα και είναι συνειδητοποιημένοι με το περιβάλλον. Και πραγματικά μου προκαλεί συγκίνηση αυτό το πράγμα. Δεν πρόκειται απαραίτητα για επιστήμονες. Βλέπω παιδιά παρακολουθώ τις δραστηριότητές τους, και μου κάνει πάρα πολύ καλή εντύπωση. Αυτό σημαίνει ότι η προσπάθεια αυτή της κοινωνίας μας σε αυτό τον χώρο του περιβάλλοντος έχει κάτι κάνει. Θα ήταν λοιπόν καλό μια τέτοιου είδους «μίμηση» να γίνει και για την επιστήμη γενικότερα. Δεν χρειάζεται ο κόσμος να είναι επιστήμων, αλλά χρειάζεται να έχει αυτή την γνώση και να μην παρασύρεται από ανοησίες και από «εμπορικούρες».

Παιδεύω: Τι μήνυμα θα θέλατε να στείλετε στα παιδιά, μαθητές και μαθήτριες δημοτικού σχολείου, αλλά και τα μικρότερα του νηπιαγωγείου, που ξανάκουσαν το πρώτο κουδούνισμα της νέας σχολικής χρονιάς;

Δημήτρης Νανόπουλος: Η γνώση είναι δύναμη. Να αγαπήσουνε την γνώση. Και αυτό θα προσφέρει πάρα πολλά στη ζωή τους και από την άποψη της κοινωνικής καταξίωσης, αλλά και από την άποψη της εσωτερικής ικανοποίησης. Γιατί δεν είναι μόνο η κοινωνική καταξίωση. Εγώ μπορεί να είμαι για παράδειγμα κοινωνικά καταξιωμένος, αλλά να είμαι ταυτόχρονα και ένας δυστυχισμένος άνθρωπος. Πρέπει να αναζητούν την ισορροπία που πρέπει να υπάρχει μεταξύ του εξωτερικού και του εσωτερικού τους κόσμου. Γιατί εγώ μπορεί να έχω εκατομμύρια και ταυτόχρονα να είμαι ένας δυστυχισμένος άνθρωπος που να σκέφτεται τι θα αφήσει πίσω του. Κι από την άλλη μεριά ένας άλλος με ένα τριμμένο παντελόνι που έχει γράψει τρία μυθιστορήματα και ξέρει ότι έχει ενταχθεί στην αιωνιότητα. Λοιπόν πώς να συγκρίνουμε αυτά τα δύο πράγματα. Άρα, η γνώση είναι η δύναμη. Επίσης θα τους συμβούλευα να ονειρεύονται. Γιατί έχουμε ξεχάσει το όνειρο. Μας έχουν απαγορεύσει ή δεν θέλουν να ονειρευόμαστε. Εμείς σαν μια πολύ βασική αντίδραση είναι να ονειρευόμαστε.

Παιδεύω: Τι μήνυμα θέλετε να στείλετε στους γονείς και τους δασκάλους τους;

Δημήτρης Νανόπουλος: Να προσπαθούν να καλλιεργήσουν την έφεση για μάθηση και επίσης να αφήνουν τα παιδιά να ονειρεύονται και να μην κατευθύνουν το μέλλον τους μόνο με στυγνά επαγγελματικά κριτήρια. Δηλαδή ότι όλο το κάνουμε για να βρούμε μια θεσούλα να πάρουμε την αμοιβή και να ζούμε συνέχεια έτσι. Όπως έλεγε ο Καστοριάδης όλοι μας πρέπει να έχουμε ατομική συνεισφορά στην κοινωνία, όλοι μας πρέπει να γίνουμε δημιουργοί. Όχι μόνο απλά να ζούμε για να περνάει ο καιρός μας. Και εμείς οι Έλληνες έχουμε αυτό τον ενθουσιασμό και την όρεξη την έχουμε. Είναι κάτι έμφυτο που δε μπορούν να μας το πάρουνε και πρέπει να το καλλιεργούμε για να γινόμαστε καλύτεροι.

Share
Posted in ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ | Comments Off on ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΑΝΟΠΟΥΛΟΣ: Η γνώση είναι η μεγαλύτερη δύναμη

Γιάννης Ρίτσος – 100 χρόνια

Χρονολόγιο:

1909. Γέννηση στη Μονεμβασιά της Λακωνίας.

1913. Εγγράφεται στο μονοτάξιο Δημοτικό Σχολείο. Αδιάφορος για τον τρόπο της – τότε – διδασκαλίας, το ενδιαφέρον του εκδηλώνεται περισσότερο στα σχολικά του τετράδια με ζωγραφιές κ.λπ., που επισύρουν τιμωρίες και απομόνωση.

1927. Καθώς έχει προσβληθεί από φυματίωση, εισάγεται στο σανατόριο «Σωτηρία». Εκεί γνωρίζει την ποιήτρια Μ. Πολυδούρη.

1933. Βιοποριστικοί λόγοι τον οδηγούν στο εμπορικό θέατρο, όπου εμφανίζεται ως ηθοποιός και χορευτής. Τα επόμενα χρόνια θα συμμετάσχει σε διάφορες παραστάσεις.

1934. Γίνεται μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας.

1937. Γίνεται μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, με πρόταση που υπογράφουν οι: Έλλη Αλεξίου, Γαλάτεια Καζαντζάκη και Σοφία Μαυροειδή –Παπαδάκη.

1942. Προσχωρεί στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο. Εξαντλημένος όμως από την ασθένεια, κινδυνεύει θανάσιμα.

1948. Συλλαμβάνεται στην Αθήνα και εκτοπίζεται στη Λήμνο. Θα μεταφερθεί στη Μακρόνησο, όπου συνεξόριστοί του είναι οι: Μ. Κατράκης, Τ. Λειβαδίτης, Κ. Δεσποτόπουλος κ. ά. Αργότερα θα μεταφερθεί στον Αη Στράτη.

1952. Μετά από παγκόσμια κατακραυγή και διαμαρτυρίες σημαντικών ανθρώπων της διανόησης, όπως οι: Λ. Αραγκόν, Π. Νερούδα και Π. Πικάσο, απολύεται από τον Αη στράτη τον Αύγουστο.

1956. Του απονέμεται το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή «Η σονάτα του σεληνόφωτος».

1957. Πρώτη παρουσίαση του έργου του στη Γαλλία από τον Λ. Αραγκόν.

1962. Μεγάλο ταξίδι σε Ρουμανία (όπου γνωρίζει τον Ν. Χικμέτ),  Τσεχοσλοβακία, Ουγγαρία και Ανατολική Γερμανία. Υποτροπή της αρρώστιας του.

1966. Ταξιδεύει στην Κούβα και γνωρίζεται με τον Νίκολας Γκιλλιέν.

1967. Συλλαμβάνεται μετά το πραξικόπημα των συνταγματαρχών και εκτοπίζεται. Λόγω της κατάστασης της υγείας του κατά τη διάρκεια της δικτατορίας θα κάνει 2 εγχειρίσεις.

1973. Στην Αθήνα, στα γεγονότα του Πολυτεχνείου, συμμετέχει στη διαδήλωση της πρώτης μέρας.

1977. Του αποδίδεται  το βραβείο «Λένιν». Ταξιδεύει μαζί με τον Αραγκόν στη Μόσχα για την απονομή του βραβείου.

1986. Του απονέμεται το βραβείο «Ποιητή Διεθνούς Ειρήνης» του Ο.Η.Ε.

1990. Το Παγκόσμιο Συμβούλιο Ειρήνης του απονέμει την ανώτατη διάκριση με το μετάλλιο «Ζολιό – Κιουρί». Τον ίδιο χρόνο τον βρίσκει ο θάνατος στην Αθήνα.

***

Σπίτι γέννησης

Σ’ αυτό εδώ το σπίτι γεννήθηκα, το λέγανε «τα κελιά». Έχει μια μεγάλη ιστορία που δεν είναι της στιγμής να την πω. Από κάτω έμεναν οι καντηλανάφτες της εκκλησιάς εδώ, της Χρυσαφίτισσας. Έμεναν οι κηροπλάστες οι οποίοι με τις μεγάλες κουτάλες τους ανακάτευαν μέσα σε καζάνια το κερί κι ύστερα το έριχναν σε σπάγκους, έτσι. Ήταν κρεμασμένοι σε κλαδιά κι έριχναν, έριχναν και κάποτε κεντούσαν ή τα στόλιζαν. Μοσκοβολούσε όλη η περιοχή αλμύρα, ξερό χόρτο και μελισσοκέρι. Και τώρα που βρίσκομαι εδώ πέρα, έχω την αίσθηση ότι αυτή η μυρωδιά του κεριού υπάρχει ακόμα στα ρουθούνια μου. Δεν έζησα πολλά χρόνια εδώ πέρα, ίσως ενός δύο ετών, μεταφερθήκαμε στο άλλο σπίτι, αλλά – κι όμως αδιόρατα – μένει μια ανάμνηση από το θόρυβο της θάλασσας.

Ερχόταν το κύμα χτυπούσε, ύστερα έφευγε το κύμα το ένα κι αντιχτυπούσε με το άλλο, το επερχόμενο. Κι ήταν μια τέτοια διασταύρωση, το λέγαμε αντιμάμαλο το δεύτερο κύμα. Ερχόταν το ένα, χτυπούσε στα βράχια, απομακρυνόταν κι ερχόταν πια – μετά το χτύπημα πάνω στα βράχια – και συναντούσε το άλλο που ερχόταν. Ήτανε ένα φουγκάτο. Ύστερα από πολλά χρόνια, όταν γνώρισα τη μουσική του Μπαχ, κατάλαβα τι θα πει φούγκα. Ναι, πραγματικά, μέσα από εκείνη την εποχή λίγο λίγο διαμορφωνόταν η πλατύτερη και βαθύτερη αίσθηση της μουσικής ώσπου έφτασα να λατρέψω τον Μπαχ.

(Από την «Αυτοβιογραφία του Γιάννη Ρίτσου» του Γιώργου και της Ηρώς Σγουράκη – εκδόσεις «Αρχείο Κρήτης» 2008)
***

Άγιος Νικόλαος

Παιδικά χρόνια – Σχολείο

Να, αυτό είναι εδώ η εκκλησιά του Αγίου Νικολάου, που τώρα έχει αναπαλαιωθεί. Άλλοτε ήταν μισοερειπωμένη. Εδώ ήταν το δημοτικό μας σχολείο. Εδώ φοίτησα από τεσσάρων χρονών. Με ‘φερνε η παραμάνα μου γιατί αποκοιμιόμουνα στο μάθημα και με παίρνανε αγκαλιά και με φέρνανε, με γύριζαν στο σπίτι. Κι αυτό επειδή η αδερφή μου ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερη κι η μητέρα μου επειδή ήμουνα το στερνογέννητο, πως το λέμε, στρερνοβύζι, ε; Έτσι ήθελε σώνει και καλά να πάω μαζί με την αδερφή μου τη Λούλα.

Η Λούλα ήταν άριστη μαθήτρια, εγώ δεν τα πήγαινα πολύ καλά με τα γράμματα. Προτιμούσα να παίζω με τους χαρταετούς, με τους βόλους, πετροπόλεμο και προτιμούσα να ζωγραφίζω. Όλα μου τα τετράδια τα μαθητικά αντί για μαθηματικές πράξεις της πρακτικής αριθμητικής ήταν γεμάτα ζωγραφιές. Είχα ιδιαίτερη μανία στα λουλούδια, στα πουλιά, στις κότες, στους ήλιου, στα σπιτάκια. Έφτιαχνα λοιπόν παπαρούνες, μαργαρίτες, σβήνοντας τους αριθμούς. Σαν να είχα μια μανία. Εδώ λοιπόν, σε τούτο εδώ το σχολειό, που κάποτε με ‘βαζαν και τιμωρία, έτσι ορθοστασία στη γωνία και η αδελφή μου η Λούλα έκλαιγε κι επειδή ήταν πολύ καλή μαθήτρια την αγαπούσαν, κι έλεγε: «αφήστε τον αδελφούλη μου» και κατά κάποιον τρόπο τα κατάφερνε να μ’ αφήσουν.

Εμένα μ’ άρεσε. Σαν να μ’ άρεσε να είμαι τιμωρημένος. Δεν ξέρω, ήταν κάτι ξεχωριστό αυτό κι ούτε αγαπούσα τους ανθρώπους που αρίστευαν στα πάντα. Ένας άνθρωπος που αριστεύει στα πάντα θα πει ότι δεν έχει καμιά ιδιαίτερη κλίση, δεν έχει μια προτίμηση, δεν έχει κάνει μιαν επιλογή. Κι έτσι εγώ από τη μια μεριά ψευτομουρμούριζα κανένα τραγουδάκι που μ’ άρεσε, από την άλλη μεριά ζωγράφιζα και κάποτε τραβούσα και την εφημερίδα του δασκάλου μου  και δεν τον άφηνα να διαβάσει. Βέβαια, τα πλήρωνα όλα αυτά τα πράγματα, αλλά τα πάντα πληρώνει κανένας στη ζωή και πληρώνοντας με κάποιες τιμωρίες κερδίζει πάρα πολλά πράγματα. Νομίζω, ένας άνθρωπος που δεν τιμωρήθηκε ποτέ στη ζωή του δεν ξέρει τι θα πει παραβίαση μιας απαγόρευσης. Κι επειδή η ζωή είναι γεμάτη απαγορεύσεις έμαθα να δουλεύω την τέχνη, την ποίηση, ξεπερνώντας όλες αυτές τις απαγορεύσεις. Γι’ αυτό και η τέχνη μου, όπως πολλοί ομολόγησαν, δεν άκουσε ποτέ κανένα «μη». Μάλιστα, ένας Γάλλος κριτικός είπε ότι η γαλλική ποίηση στηρίζεται και δημιουργείται απάνω στα διάφορα «μη». Να μην είστε συναισθηματικοί, να μην είστε ρομαντικοί, να μην είστε πολυλογάδες, να μην είστε σιωπηλοί. Όλα δηλαδή τα «μη». Δηλαδή, όλες αυτές τις απαγορεύσεις τις ξεπερνάει ενδόξως η ποίηση του Ρίτσου.

Έτσι λοιπόν, από μικρό παιδί έμαθα να χαίρομαι και τις τιμωρίες μου. Έμαθα ακόμα να χαίρομαι ότι κάποτε με ‘βαζαν στη γωνιά. Για να ‘μια λοιπόν στη γωνιά θα πει ότι κάτι ιδιαίτερο συνέβαινε με μένανε. Κι έτσι, κάπως μνησικακώντας στην αρχή, έβαλα όλους εκείνους που με τιμωρούσαν κι εγώ με τη σειρά μου στη γωνιά. Με τιμώρησαν κι άλλοι πολλοί ύστερα, πολύ μεγάλοι και δικτατορίες και συνταγματαρχαίοι κλπ, αλλά εγώ με την πίστη μου τους έβαλα πάλι στη γωνία. Κι απ’ όλα αυτά τα πράγματα, από τη μια τιμωρία και από την άλλη, κέρδισα αυτή τη χαρά να τις ξεπερνάω και μάλιστα απ’ αυτές να δω, να αντλώ δυνάμεις αντίστασης προς κάθε άδικη απαγόρευση κι επομένως προς κάθε αδικία. Εδώ λοιπόν, μαθήτευσα όχι μονάχα στο αλφάβητο, όχι μονάχα στην ζωγραφική και στη μουσική και στην ποίηση, αλλά πήρα τα πρώτα ουσιαστικά μαθήματα για το πώς θα έπρεπε κανένας να αντιμετωπίζει τη ζωή. Τώρα, τι κατάφερα, ο χρόνος θα τα πει.

(Από την «Αυτοβιογραφία του Γιάννη Ρίτσου» του Γιώργου και της Ηρώς Σγουράκη – εκδόσεις «Αρχείο Κρήτης» 2008)
***
***

Καπνισμένο τσουκάλι (απόσπασμα)

Και να αδελφέ μου που μάθαμε να κουβεντιάζουμε ήσυχα κι απλά.
Καταλαβαινόμαστε τώρα, δεν χρειάζονται περισσότερα.
Κι αύριο λέω θα γίνουμε ακόμα πιο απλοί.
Θα βρούμε αυτά τα λόγια που παίρνουνε το ίδιο βάρος
σ’ όλες τις καρδιές, σ’ όλα τα χείλη.
‘Ετσι να λέμε πια τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη.
Κι έτσι που να χαμογελάνε οι άλλοι και να λένε,
“Τέτοια ποιήματα, σου φτιάχνουμε εκατό την ώρα.”
Αυτό θέλουμε κι εμείς.
Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε αδελφέ μου απ’ τον κόσμο.
Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο.

…έχεις ακόμη να κλάψεις πολύ
ώσπου να μάθεις τον κόσμο να γελάει.

Χρήστος Λεοντής: Ο Ρίτσος βοήθησε τους ανθρώπους να σταθούν όρθιοι

Φέτος γιορτάζουμε τα 100 χρόνια από τη γέννηση ενός παγκόσμιου ποιητή, του Γιάννη Ρίτσου. Εκείνο που πρώτ’ απ’ όλα χαρακτηρίζει τον Ρίτσο, είναι η βοήθεια μέσα από το έργο του αλλά και μέσα από τη στάση ζωής του προς τους ανθρώπους. Τους βοηθάει να σταθούν όρθιοι,  να αγωνιστούν για τη ζωή. Η παραίτηση για τον Ρίτσο είναι κάτι το άγνωστο. Αντίθετα, ο αγώνας είναι αυτό που τον χαρακτηρίζει. Τονίζω αυτό το στοιχείο γιατί ποιητές μπορεί να υπάρχουν, αλλά ποιητές αγωνιστές-στοχαστές είναι ένα είδος σπάνιο. Τιμάμε λοιπόν τον Ρίτσο για όλη του τη στάση ζωής και για όλη του την πολύπλευρη καλλιτεχνική φύση. Γιατί δεν ήταν μόνο ένας σπουδαίος και παγκόσμιος ποιητής, αλλά ήταν μουσικός, ήταν ζωγράφος, ήταν χορευτής. Ιδιαίτερα σήμερα, είναι ανάγκη να ανατρέξει κανείς και στο έργο του και στη στάση του γιατί παίρνει κουράγιο για το αύριο. Είναι από τους λίγους ποιητές που σου δίνουν μια τέτοια δύναμη.

***


Ρωμιοσύνη (απόσπασμα)

Αὐτὰ τὰ δέντρα δὲ βολεύονται μὲ λιγότερο οὐρανό,
αὐτὲς οἱ πέτρες δὲ βολεύονται κάτου ἀπ᾿ τὰ ξένα βήματα,
αὐτὰ τὰ πρόσωπα δὲ βολεύονται παρὰ μόνο στὸν ἥλιο,
αὐτὲς οἱ καρδιὲς δὲ βολεύονται παρὰ μόνο στὸ δίκιο.

Ἐτοῦτο τὸ τοπίο εἶναι σκληρὸ σὰν τὴ σιωπή,
σφίγγει στὸν κόρφο του τὰ πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στὸ φῶς τὶς ὀρφανὲς ἐλιές του καὶ τ᾿ ἀμπέλια του,
σφίγγει τὰ δόντια. Δὲν ὑπάρχει νερό. Μονάχα φῶς.
Ὁ δρόμος χάνεται στὸ φῶς κι ὁ ἴσκιος τῆς μάντρας εἶναι σίδερο.
Μαρμάρωσαν τὰ δέντρα, τὰ ποτάμια κ᾿ οἱ φωνὲς μὲς στὸν ἀσβέστη τοῦ ἥλιου.
Ἡ ρίζα σκοντάφτει στὸ μάρμαρο. Τὰ σκονισμένα σκοίνα.
Τὸ μουλάρι κι ὁ βράχος. Λαχανιάζουν. Δὲν ὑπάρχει νερό.
Ὅλοι διψᾶνε. Χρόνια τώρα. Ὅλοι μασᾶνε μία μπουκιὰ οὐρανὸ πάνου ἀπ᾿ τὴν πίκρα τους.
Τὰ μάτια τους εἶναι κόκκινα ἀπ᾿ τὴν ἀγρύπνια,
μία βαθειὰ χαρακιὰ σφηνωμένη ἀνάμεσα στὰ φρύδια τους
σὰν ἕνα κυπαρίσσι ἀνάμεσα σὲ δυὸ βουνὰ τὸ λιόγερμα.

Τὸ χέρι τους εἶναι κολλημένο στὸ ντουφέκι
τὸ ντουφέκι εἶναι συνέχεια τοῦ χεριοῦ τους
τὸ χέρι τους εἶναι συνέχεια τῆς ψυχῆς τους –
ἔχουν στὰ χείλια τους ἀπάνου τὸ θυμὸ
κ᾿ ἔχουνε τὸν καημὸ βαθιὰ-βαθιὰ στὰ μάτια τους
σὰν ἕνα ἀστέρι σὲ μία γοῦβα ἁλάτι.

Ὅταν σφίγγουν τὸ χέρι, ὁ ἥλιος εἶναι βέβαιος γιὰ τὸν κόσμο
ὅταν χαμογελᾶνε, ἕνα μικρὸ χελιδόνι φεύγει μὲς ἀπ᾿ τ᾿ ἄγρια γένειά τους
ὅταν κοιμοῦνται, δώδεκα ἄστρα πέφτουν ἀπ᾿ τὶς ἄδειες τσέπες τους
ὅταν σκοτώνονται, ἡ ζωὴ τραβάει τὴν ἀνηφόρα μὲ σημαῖες καὶ μὲ ταμποῦρλα.

Ο Μίκης Θεοδωράκης μιλάει για τον Γιάννη Ρίτσο

Οι δικτάτορες προσπάθησαν να βάλουν ανάμεσά τους τα τανκς τους, αλλά τίποτα δεν κατάφεραν. Μεσούσης της χούντας, τα «Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας» του Γιάννη Ρίτσου έφτασαν στον Μίκη Θεοδωράκη, μελοποιήθηκαν και έγιναν τραγούδια αντίστασης. Δεν ήταν άλλωστε η πρώτη φορά που συναντήθηκαν κάτω από δύσκολες συνθήκες η τέχνη του ποιητή και του συνθέτη. Η φιλία τους, μια από τις δυνατότερες σχέσεις ζωής και για τους δυο τους, δενόταν ακόμα πιο σφικτά κάθε φορά που η πατρίδα περνούσε δοκιμασίες.

Πού στηρίζεται μια τέτοια αμοιβαία αγάπη; Σε πολλά, οπωσδήποτε, και βεβαίως και στην ιδεολογική ταυτότητα. Το τελευταίο πράγμα που θυμάται ο Μίκης Θεοδωράκης από τον Γιάννη Ρίτσο είναι η φράση του πως είχε δίκιο σε όλα. Ήταν υπουργός όταν τον επισκέφθηκε στο σπίτι του, λίγο πριν ο ποιητής μάς αποχαιρετήσει για πάντα. «Μίλησαν» κατά βάση με τα μάτια, όπως μου είχαν πει παρόντες στη συνάντηση. Δεν είχαν ανάγκη άλλης συνεννόησης. Ήταν και οι καιροί πικροί, ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» διαλυόταν. «Για ανθρώπους σαν κι εμάς ήταν πραγματικά μια μεγάλη δοκιμασία. Η κατάρρευση ενός κόσμου ολόκληρου», θυμάται σήμερα ο Μίκης Θεοδωράκης.

Η γνωριμία τους… δεν ήταν γνωριμία. Πρώτος ο Μίκης, έφηβος στην Τρίπολη, ανακάλυψε την ποίηση του Ρίτσου. Στην Κατοχή, μια παρέα μαθητών και σπουδαστών συνομιλούσε με τον Ευάγγελο Παπανούτσο, δεχόταν τις διδαχές του, τις συμβουλές του. «Ήταν μια σχολή σαν την Ακαδημία Πλάτωνος». Ταυτοχρόνως τα νεαρά παιδιά έψαχναν τα καινούργια ρεύματα, τις νέες δημιουργίες.

«Οπότε λοιπόν ένα μεσημέρι του 1942 με παίρνει ένας από αυτούς τους φίλους και μου λέει ότι ανακάλυψα έναν ποιητή, τον Γιάννη Ρίτσο. Είναι καταπληκτικός. Λέω διάβασε να ακούσω. Και μου διαβάζει απνευστί όλη την “Εαρινή Συμφωνία” από το τηλέφωνο. Του λέω έλα εδώ. Το λέμε και στην άλλη παρέα, πέντε- έξι ήμαστε, έρχονται σπίτι μου και ξανά ανάγνωση. Το μάθαμε απέξω και ψάχναμε και για άλλα του Ρίτσου. Βρήκαμε “Το Τραγούδι της αδερφής μου”, για το οποίο ο Παλαμάς είχε πει να παραμερίσουμε για να περάσεις και τρελαθήκαμε. Μετά, το “Εμβατήριο του Ωκεανού”.

-Τι ήταν για τον Μίκη Θεοδωράκη ο Γιάννης Ρίτσος;

«Ήταν μεγάλος ποιητής, ήταν αγνός άνθρωπος, ήταν ειλικρινής αγωνιστής. Ο “Επιτάφιος”, η “Ρωμιοσύνη”, oι “Γειτονιές του κόσμου”, η “Έβδομη συμφωνία” (εαρινή), είναι ακριβώς οι πυλώνες στη γέφυρα της δημιουργίας μου. Είναι μεγάλη υπόθεση να έχεις να κάνεις με ένα μεγάλο ποιητή. Ο οποίος να είναι και ομοϊδεάτης 100%. Που θαυμάζεις από κάθε άποψη. Και την ανθρώπινη, και την κομματική και την ιδεολογική»

(Αναδημοσίευση αποσπασμάτων από συνέντευξη του μουσικοσυνθέτη στο «Έθνος της Κυριακής»)
***

Γ. Ρίτσος – για την κόρη του…

Κοριτσάκι μου,
μες στο βουβό πηγάδι του φεγγαριού
σου ‘πεσε απόψε το πρώτο δαχτυλίδι σου.
Δεν πειράζει.
Αργότερα θα φτιάξεις άλλο
να παντρευτείς τον κόσμο μες στον  ήλιο.
Γιατί δεν είναι κοριτσάκι
να μάθεις μόνο εκείνο που είσαι,
εκείνο που έχεις γίνει,
είναι να γίνεις
ό,τι ζητάει
η ευτυχία του κόσμου.
Άλλη χαρά
δεν είναι πιο μεγάλη
απ’ τη χαρά που δίνεις
Να το θυμάσαι κοριτσάκι.

Κοριτσάκι μου,
θέλω να σου φέρω τα φαναράκια των κρίνων
να σου φέγγουν τον ύπνο σου.

Θέλω να σου φέρω ένα περιβολάκι
ζωγραφισμένο με λουλουδόσκονη
πάνω στο φτερό μιας πεταλούδας
να σεργιανάει το γαλανό όνειρό σου.

Θέλω να σου φέρω
ένα σταυρουλάκι αυγινό φως
δυο αχτίνες σταυρωτές από τους στίχους μου
να σου ξορκίζουν το κακό
να σου φωτάνε μη σκοντάψεις

Ακάματος εργάτης του λόγου

Η κόρη του Γιάννη Ρίτσου, Έρη μιλάει για τον πατέρα της

Ο Γιάννης Ρίτσος υπήρξε ένας εξαιρετικά καλός άνθρωπος, πράγμα που ίσως αντικατοπτρίζεται στο έργο του, την ιδεολογική του τοποθέτηση, την κοινωνική του δράση και τους αγώνες του. Είναι «φυσιολογικό» για έναν καλό άνθρωπο να νοιάζεται για το καλό των συνανθρώπων του και άρα να ασπάζεται μια ιδεολογία βαθιά ανθρωπιστική, που θέλει όλους τους ανθρώπους να είναι ίσοι και να απολαμβάνουν ισότιμα τα αγαθά που η φύση και η εργασία τους προσφέρουν. Η σχέση μου με τον Ρίτσο σαν πατέρα είναι αυτή που ένα παιδί έχει με το γονιό του. Σχέση αγάπης, τρυφερότητας, σεβασμού και φυσικά …«αντεγκλήσεων».

Όπως και άλλοι αναγνώστες της γενιάς μου, έτσι κι εγώ μέσα από την ποίηση του Ρίτσου συνάντησα τους αγώνες του λαού μας, τα υπαρξιακά προβλήματα της εφηβείας μου, την αρχαία ελληνική μυθολογία σε μια σύγχρονή της και επίκαιρη εκδοχή  και, ακόμα, το λυρισμό της ερωτικής ποίησης και τα φιλοσοφικά ερωτήματα που άλλα έργα του θέτουν.

Η οικογένειά μου έζησε με τον ίδιο τρόπο, όπως χιλιάδες οικογένειες αριστερών που είδαν πατεράδες, παππούδες, αδέρφια και παιδιά να περνούν ένα μεγάλο μέρος της ζωής τους μακριά απ’ τους αγαπημένους τους και μέσα σε συνθήκες πολλές φορές απάνθρωπες, με ξύλο, βασανιστήρια, στερήσεις, κακουχίες. Ο Ρίτσος δεν διαφοροποίησε την οπτική του σε ό, τι αφορούσε τη ζωή και τους συνανθρώπους του εξαιτίας αυτών των διώξεων, σίγουρα όμως έγραψε έργα που δεν θα τα είχε γράψει αν δεν βίωνε όλη αυτή την «περιπέτεια».

Ο Ρίτσος ήταν ένας ακάματος εργάτης του λόγου και όχι μόνο.  Χρησιμοποιούσε το χρόνο του πάντα για να κάνει κάτι και ποτέ δεν τον είχα δει άεργο.  Η ζωγραφική ήταν μια μεγάλη του αγάπη. Άλλωστε, και η ποίησή του έχει έναν έντονα εικαστικό χαρακτήρα, με εικόνες γεμάτες λεπτομέρειες, με εστίαση πάνω σε μικρά πράγματα και με πολλά  χρώματα.  Ζωγράφιζε ακουαρέλες, έκανε σκίτσα, ζωγράφιζε πάνω σε ρίζες καλαμιών. Εκμεταλλευόταν επίσης τις γλυπτικές επιφάνειες που πρόσφεραν οι πέτρες και τις αναδείκνυε, ζωγραφίζοντας πάνω τους πρόσωπα και ανθρώπινα σώματα.

Ως άνθρωπος που λάτρευε τη ζωή, δεν ήθελε καν να σκέφτεται το θάνατο.  Όταν πλησίασε η ώρα το αντιμετώπισε με καρτερία ως κάτι το αναπόφευκτο.

***

Ἐπιλογικό

Νὰ μὲ θυμόσαστε – εἶπε. Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα
χωρὶς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σὲ πέτρες κι ἀγκάθια,
γιὰ νὰ σᾶς φέρω ψωμὶ καὶ νερὸ καὶ τριαντάφυλλα.

Τὴν ὀμορφιὰ
Ποτές μου δὲν τὴν πρόδωσα. Ὅλο τὸ βιός μου τὸ μοίρασα δίκαια.
Μερτικὸ ἐγὼ δὲν κράτησα. Πάμπτωχος. Μ᾿ ἕνα κρινάκι τοῦ ἀγροῦ
τὶς πιὸ ἄγριες νύχτες μας φώτισα. Νὰ μὲ θυμᾶστε.

Καὶ συγχωρᾶτε μου αὐτὴ τὴν τελευταῖα μου θλίψη:

Θἄθελα
ἀκόμη μιὰ φορὰ μὲ τὸ λεπτὸ δρεπανάκι τοῦ φεγγαριοῦ νὰ θερίσω
ἕνα ὥριμο στάχυ. Νὰ σταθῶ στὸ κατώφλι, νὰ κοιτάω,
καὶ νὰ μασῶ σπυρὶ σπυρὶ τὸ στάρι μὲ τὰ μπροστινά μου δόντια
θαυμάζοντας κι εὐλογώντας τοῦτον τὸν κόσμο ποὺ ἀφήνω,
θαυμάζοντας κι Ἐκεῖνον ποὺ ἀνεβαίνει τὸ λόφο στὸ πάγχρυσο λιόγερμα. Δέστε:
Στὸ ἀριστερὸ μανίκι του ἔχει ἕνα πορφυρὸ τετράγωνο μπάλωμα. Αὐτὸ
δὲν διακρίνεται πολὺ καθαρά. Κι ἤθελα αὐτὸ προπάντων νὰ σᾶς δείξω.

Κι ἴσως γι᾿ αὐτὸ προπάντων θ᾿ ἄξιζε νὰ μὲ θυμᾶστε.

***

Share
Posted in ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ | Comments Off on Γιάννης Ρίτσος – 100 χρόνια