Γιάννης Τσαρούχης: Έλληνας ζωγράφος ερευνητής με μεγάλη περιέργεια

“Ήμουν και έμεινα ένας ερευνητής και ένας μαθητής όχι πάντα πολύ επιμελής”

Η ζωγραφική είναι τέχνη ευρηματική που σε κάνει να ταξιδεύεις, να οραματίζεσαι, να δημιουργείς, να αναπολείς, να συνθέτεις κόσμους και αξίες, να παίζεις με τα χρώματα και σχήματα, διαμορφώνοντας κόσμους της φαντασίας, φυσικούς ή υπερβατικούς. Που σε κάνει πιο ευαίσθητο, πιο παρατηρητικό, πιο εκλεκτικό.

Ένας από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες του 20ού αιώνα, πληθωρικός και ευρηματικός, πολυδιάστατος αλλά και αφοπλιστικά απλός, ο Γιάννης Τσαρούχης, είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό του και εκατό χρόνια από τη γέννησή του ξαναζωντανεύει μέσα από μια μεγάλη αναδρομική έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη.

«Για να καταλάβει κανείς τη δουλειά μου, πρέπει να καταλάβει πρώτα απ’ όλα ότι είμαι ερευνητής με μεγάλη περιέργεια που ενθουσιάζεται κάθε τόσο απ’ τις ανακαλύψεις του για μια στιγμή και ύστερα απογοητευμένος ψάχνει αλλού. Θα ρωτήσει κανείς τι ψάχνω. Από μικρό παιδί ήθελα να μάθω τι είναι η ζωγραφική που τόσο με τραβούσε. Πώς γίνεται και πώς τη μαθαίνει κανείς. Για να μάθω τα μυστικά της έχασα την πρωταρχική έλξη που ασκούσε επάνω μου, για να δημιουργήσω αρχίζοντας από το μηδέν μια νέα έλξη γι’ αυτή. Ήμουν και έμεινα ένας ερευνητής και ένας μαθητής όχι πάντα πολύ επιμελής»

(Γιάννης Τσαρούχης στο βιβλίο του «Αγαθόν το εξομολογείσθαι» των εκδόσεων Καστανιώτη)
Η αντιγραφή του Τισιάνου – 1971.Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη, αρ. ευρ. 25

Τα παιδικά σκιρτήματα ψυχής ενός μεγάλου ζωγράφου

«Γεννήθηκα στο τελευταίο πάτωμα ενός σπιτιού τρίπατου, στην οδό Λουκά Ράλλη και Βασιλέως Γεωργίου, στον Πειραιά. Όπως τα περισσότερα νέα σπίτια τότε στον Πειραιά, ήταν νεοκλασικό…Το να βγεις περίπατο στον Πειραιά εκείνη την εποχή ήταν σαν να σεργιανίζεις σε μια γιγάντια σκηνογραφία με βράχια και ωραία σπίτια με αγάλματα και αετώματα. Όταν κάποτε είδα σ’ ένα βιβλίο γαλλικό την εικόνα ενός τοπίου του Κλωντ Λοραίν, ρώτησα αν ήταν ο Πειραιάς την παλιά εποχή. Από τότε, μικρό παιδί, ρέμβαζα αυτά τα τέλεια κύματα, κορινθιακά ή ιωνικά, καμωμένα από τραβηχτό σοβά. Όλα αυτά τα πράγματα με γέμιζαν θαυμασμό και, συγχρόνως, πλήξη.

Από τα πρώτα έργα του Γιάννη Τσαρούχη σε ηλικία μόλις 7 ετών

Η πρώτη εντύπωση που έχω από ζωγραφική παρατήρηση είναι η εξής: μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση η ομοιότης των σχημάτων. Το ότι μία τοιχογραφία στην εκκλησία, που παρίστανε τον Άγιο Παντελεήμονα μπούστο, ήταν ίδια με το εικονισματάκι που κρεμόταν στα σίδερα του κρεβατιού μου. Αυτή η διαπίστωσις μου έφερε χαρά και ταραχή. Μια άλλη «ανακάλυψη» ήταν το ότι στην τύχη έμαθα πως το γαλάζιο και το κίτρινο δίνουν πράσινο. Εκείνη την εποχή, σε ηλικία επτά οκτώ ετών, μου άρεσε να ζωγραφίζω σε μεγάλες κόλες χαρτί, συχνά 70Χ100, πάντα με παστέλ. Πολλές φορές συνήθιζα να σχεδιάζω πάνω σ’ ένα μαυροπίνακα με την κιμωλία. Εχώριζα στα δύο τον πίνακα με μια γραμμή κατακόρυφο και δεξιά σχεδίαζα εγώ και αριστερά ένα άλλο παιδί, συνήθως η εξαδέρφη μου.

Όταν τελειώναμε, ο πίνακας πήγαινε σηκωτός από τους δυό μας στην κουζίνα, για να ερωτηθούν οι «δούλες» ποιο ήταν το καλύτερο απ’ τα δύο. Κατά κανόνα, άρεσε του αλλουνού και όχι το δικό μου. Για να μη στενοχωριέμαι, η μαγείρισσα έβρισκε πάντα τρόπο να μάθει ποιό είχα κάνει εγώ και έλεγε πως το προτιμούσε, για να μ’ ευχαριστήσει.

Τα πρώτα «έργα» μου παρίσταναν αγίους με πρόσωπα κατάμαυρα, σαν τις παλιές ασημωμένες εικόνες. Αυτό συνέβαινε για δύο σοβαρούς λόγους: πρώτο γιατί δεν ήξερα, δεν μπορούσα να ζωγραφίσω ένα τέλειο πρόσωπο, όπως επιθυμούσα, και δεύτερο γιατί, κατά σύσταση μιας ευλαβικής «δούλας», ήταν καλύτερο να μην παριστάνω πρόσωπα, γιατί αυτά τα χαρτιά πετιόνταν καταγής, και στο τέλος κατέληγαν στα σκουπίδια κι ήταν μεγάλη αμαρτία. Μην παριστάνοντας πρόσωπα, ήταν μικρότερη η «αμαρτία»…

Στο νέο σπίτι που πήγαμε, το 1917, αν θυμάμαι καλά, πάλι στην οδό Λουκά Ράλλη, όλα τα ταβάνια ήταν ζωγραφισμένα από έναν Ιταλό ζωγράφο. το δωμάτιο που έπαιζα ήταν η καθημερινή τραπεζαρία. Το ταβάνι του είχε ένα κεντρικό σχήμα ωοειδές, μέσα στο οποίο ήταν ζωγραφισμένος ο Αδάμ και ο Θεός του Μιχαήλ Άγγελου. Στο δωμάτιο της μητέρας μου υπήρχε η αλληγορία της Ανοίξεως σ’ ένα μεγάλο στρογγυλό εγκόλπιο. Στην καλή τραπεζαρία, μέσα σ’ ένα κύκλο πάλι, το άρμα του Ηλίου προοπτικώς ιδωμένο κατά πρόσωπο. Όλα αυτά ήταν περιστοιχισμένα από ανάγλυφα που μου προξενούσαν σεβασμό και κατάπληξη αλλά και πλήξη. Πολύ αργότερα, όταν εγνώρισα τη γενεαλογία αυτών των διακοσμήσεων στην Ιταλία και στα ναπολεόντεια ταβάνια, άρχισα να τα καταλαβαίνω και να τα συμπαθώ».

Ποδηλάτης μεταμφιεσμένος σε τσολιά
μ’ ένα ναό δεξιά κάτω – 1936
Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη, αρ. ευρ. 499

«Ανεβαίνοντας στην Αθήνα με τη μητέρα μου, εντύπωση μου έκαναν στο σταθμό του Μοναστηρακίου κάτι μεγάλες διαφημίσεις ζωγραφισμένες στο χέρι, καμωμένες απ’ την εταιρεία GEO. Πολύ αργότερα έμαθα πως οι ωραίες αυτές διαφημίσεις ήταν αντίγραφα ή διασκευές από ξένα περιοδικά, αντιγραμμένα από δύο εξαιρετικούς νέους ζωγράφους που λέγονταν ο ένας Κόντογλου και ο άλλος Παπαλουκάς».

«Στο σπίτι της θείας μου φιλοξενήθηκα από το 1920 ως το 1925, επειδή έλειπαν στο εξωτερικό οι γονείς μου. Ήταν η εποχή που άρχισα να ζωγραφίζω με κάποιες αξιώσεις. Εγκατέλειψα το παστέλ που χρησιμοποιούσα ως τότε και άρχισα να ζωγραφίζω με ακουαρέλα. Από τότε, θυμάμαι, δεν ζωγράφισα ποτέ μου με ευκολία, και με αγωνία έπιανα τα πινέλα. Επήρα και μερικά μαθήματα σχεδίου από ένα Γάλλο ζωγράφο που λεγότανε Πικ, που ήταν ειδικευμένος για παιδιά. Νομίζω πως του’ δωσα την εντύπωση πως ήμουν ανεπίδεκτος μαθήσεως και κάποτε σταμάτησα τα μαθήματα. Άρχισα να ζωγραφίζω, πάντα με ακουαρέλα, πιο εντατικά και πιο σοβαρά από το 1926 που είχαν επιστρέψει οι γονείς μου και εγκατασταθήκαμε στην Αθήνα, στην οδό Ερμού, κοντά στο Μοναστηράκι. Εζωγράφιζα, πάντα απ’ το φυσικό, νεκρές φύσεις ή τοπία, κατά προτίμηση με κτίρια, αλλά και προσωπογραφίες».

Ποδηλάτης με κόκκινο γιλέκο – 1936
Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη, αρ. ευρ. 559

«Κοιτούσα πάρα πολύ τον ουρανό, όταν ήμουν μικρό παιδί στον Πειραιά. Αυτόν τον ουρανό δεν τον ξαναείδα σε κανένα άλλο μέρος της γης. Έχω αρκετή ευαισθησία για να βλέπω τις διαφορές. Οι πρώτες μου εντυπώσεις από τον ουρανό υπήρξαν το θεμέλιο της αισθητικής μου και των κριτηρίων μου».

(Γιάννης Τσαρούχης – «Ζωγραφική» – Έκδοση Ιδρύματος Γιάννη Τσαρούχη)

«Τα παιδιά είναι παιδιά, αλλιώς θα τα λέγαμε ανθρωπάκια. Αυτό το έλεγε ένας ψαριανός καπετάνιος. Έχουν μια δική τους αντίληψη για τα πράγματα και το σεβασμό που τους δείχνουν οι μεγάλοι τον έχουν σαν ιερό νόμο και ανακαλούν στη θέση του όποιον τον παραβαίνει. Η αδυναμία του παιδιού μετατρέπεται σε δικαιώματα, που αλίμονο σ’ όποιον τα παραβεί. Είναι μια αδυναμία που γίνεται δύναμη».

(Γιάννης Τσαρούχης – «Ως στρουθίον μονάζον επί δώματος» – Εκδόσεις Καστανιώτη)

Οι τέσσερις εποχές – 1969, Ιδιωτική συλογή

Όσα δεν λέγονται με τα έργα

«…Υπήρχε η Δύση και η Ανατολή… Ένα μεγάλο μέρος της δραστηριότητός μου το κατανάλωσα για να γνωρίσω αυτούς τους δύο κόσμους, για να μην αδικήσω κανέναν και για να; μην κάνω ανεπανόρθωτα λάθη. Το παιδικό μου όνειρο να γίνω ένας καλός ζωγράφος αναγκαστικά μετετράπη σ’ ένα ιδανικό διαφορετικό, που συνίστατο στο να μάθω που βρίσκομαι και που πατώ… Ήθελα όσο το δυνατόν να προετοιμάσω ένα έδαφος κάπως γερό, όπου οι ενθουσιασμοί μου να μην μαραίνονται πριν βλαστήσουν. Κατ’ αυτό τον τρόπο δεν «έκανα έργο», όπως άλλοι. Δοκιμές και πειράματα μόνο».

(Γιάννης Τσαρούχης – «Αγαθόν το εξομολογείσθαι» – Εκδόσεις Καστανιώτη)

Αυτοπροσωπογραφία – 1926
Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη, αρ. ευρ. 641

Αγάπη για το θέατρο

«Η αγάπη μου για το θέατρο κι ο πόθος μου να δουλέψω σ’ αυτό σαν σκηνογράφος ξεκινά απ’ την παιδική μου ηλικία, από μια παράσταση θεατρική που είχα δει όταν ήμουν έξι περίπου ετών. Σ’ αυτή την παράσταση, μιας επιθεωρήσεως με τίτλο «Ξιφίρ – Φαλέρ», μου είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση τα σκηνικά του Αραβαντινού…

Θυμάμαι, ήμουν καθισμένος στα πόδια της μητέρας μου και τα μάτια μου δεν χόρταιναν να βλέπουν»

«Το θέατρο με βοήθησε να μην φορτώνω την ζωγραφική με δραματικά στοιχεία, που ούτε η εποχή μας ούτε η ίδια η ζωγραφική σηκώνουν».

Ο Οδυσσέας Ελύτης για τον Γιάννη Τσαρούχη

Ένας επαναστάτης δεν γίνεται νάναι συνάμα και κλασσικός. Αλλά με τον Τσαρούχη γίνεται. Την ημέρα που ο ζωγράφος αυτός τόλμησε να αναζητήσει τον Ερμή όχι στο όρος Όλυμπος αλλά στο «καφενείον ο Όλυμπος», ένας μύθος κατέβηκε από τα βιβλία στη ζωή, ενώ το μάτι του καλλιτέχνη υποχρεώθηκε να ατενίσει αλλιώς τον κόσμο. Με άλλα λόγια, η νεοελληνική πραγματικότητα, παραμορφωμένη ως τότε από μια ψεύτικη φιλολογία, ερχόταν να πάρει τη φυσική της θέση μέσα στα πλαστικά ενδιαφέροντα του καιρού μας. Και ο ζωγράφος, εντοπισμένος μέσα στο χώρο που του όριζε αυτή, επωμιζόταν τις ευθύνες να βρει τη μοναδική έκφραση που άρμοζε στην ιδιοτυπία της.

Στο μέτρο που ο Τσαρούχης φάνηκε άξιος να καθαρίσει το εικόνισμα του Ελληνισμού από τα περίσσια μαλάματα, είναι ένας επαναστάτης που δεν πήγε να καταλύσει αλλά να ανακαλύψει μια παράδοση. Στο μέτρο όμως που πέτυχε να αξιοποιήσει τα κρυφά της διδάγματα είναι ένας κλασικός.

Οδυσσέας Ελύτης

Ο Γιάννης Τσαρούχης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1910. Ο πατέρας του, Αθανάσιος, ήταν έμπορος με καταγωγή από την Αρκαδία και η μητέρα του Μαρία, το γένος Μοναρχίδη, καταγόταν από τα Ψαρά. Το τοπίο του Πειραιά, τα νεοκλασικά σπίτια, οι θεατρικές παραστάσεις στις οποίες πήγαινε με τους γονείς του, αλλά και η επαφή του με το έργο και τις ρεκλάμες του Σωτήρη Σπαθάρη και του Δεδούσαρου υπήρξαν έμπνευση για τη ζωγραφική του και επηρέασαν την αισθητική του.
Από το 1928 έως το 1933 σπούδασε στη Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών. Παράλληλα ήταν μαθητής και βοηθός του Φώτη Κόντογλου που του δίδαξε τη βυζαντινή αγιογραφία.
Σε ηλικία μόλις δεκαοχτώ ετών πραγματοποίησε την πρώτη επαγγελματική σκηνογραφία του με την Πριγκίπισσα Μαλέν του Μέτερλινγκ, σε σκηνοθεσία Φώτου Πολίτη.
Το 1935 επισκέπτεται το Παρίσι για να δει από κοντά τη μοντέρνα ζωγραφική. Το 1938 κάνει την πρώτη του ατομική έκθεση με έργα από το 1929 ως το 1937 στην οδό Νίκης στην Αθήνα. Στα έργα της περιόδου αυτής με επιρροές από τον Ματίς αλλά και από τις τεχνικές του καραγκιοζοπαίχτη Σωτήρη Σπαθάρη  το βάρος δίνεται στο χρώμα, αποδεσμευμένο από συμβάσεις και ο ίδιος ονομάζει αυτόν τον τρόπο ζωγραφικής «ανατολίτικο εξπρεσιονισμό » .
Το 1939 μετά από μια αντιγραφή του ψηφιδωτού της Μέδουσας  από το Αρχαιολογικό Μουσείο ζωγραφίζει εκ του φυσικού τον Νέο με επίδεσμο στο χέρι επιχειρώντας μια στροφή προς το νατουραλισμό. Η ζωγραφική του από εδώ και πέρα θα ισορροπήσει ανάμεσα στους δύο αυτούς τρόπους, τον ανατολίτικο και το δυτικό και θα ενώσει την πραγματικότητα που από παιδί υποψιαζόταν και παρατηρούσε γύρω του, τη συνύπαρξη δηλαδή στην Ελλάδα του εξευρωπαϊσμένου και του λαϊκού που επηρέαζαν όχι μόνο τη ζωγραφική αλλά και το τραγούδι, τη μόδα, το χορό, τον ελληνικό κόσμο γενικότερα.
Από το 1940 ως το 1944 πολέμησε στο Αλβανικό Μέτωπο. Κατά την περίοδο αυτή, για βιοποριστικούς κυρίως λόγους ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά με το Θέατρο.
Το 1950-51, επιστρέφει  στο Παρίσι όπου πραγματοποιεί ατομική έκθεση στη «Galerie d’ Art du Faubourg St. Honoré» και επίσης, στο Λονδίνο, στη γκαλερί «Redfern» όπου θα δεχθεί καλές  κριτικές  και αξιοσημείωτη προβολή. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα πραγματοποιεί την πρώτη του αναδρομική στο Βρετανικό Συμβούλιο με έργα από το 1932 ως το 1952.
Το 1953 υπογράφει συμβόλαιο με τη γκαλερί  Ιόλας της Νέας Υόρκης. Η συνεργασία αυτή , που διήρκησε ως το 1957, παρέχοντάς του συστηματικό εισόδημα του επιτρέπει να δημιουργήσει πολύ σημαντικά έργα (Καφενεία Νέον,  Ξεχασμένη φρουρά, κα) . Ένα χρόνο αργότερα εκθέτει στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης του Παρισιού.
Στην Αμερική φιλοτεχνεί το σκηνικά και τα κοστούμια για την όπερα Μήδεια του Κερουμπίνι, με τη Μαρία Κάλλας, σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή καθώς επίσης και τη Θαίδα σε σκηνοθεσία Τζεφιρέλι.
Με το θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν ανεβάζουν, το 1959 τις Όρνιθες του Αριστοφάνη.
Την περίοδο 60- 64  μετέχει σε πολλές εκθέσεις . Αναφέρουμε ενδεικτικά την ατομική έκθεση στη γκαλερί Αργώ, αναδρομική στη γκαλερί ‘Astor’ με έργα της περιόδου 1918-1940 και την ομαδική στη  γκαλερί Claude Bernard του Παρισιού όπου συμμετέχει μαζί με σημαντικούς καλλιτέχνες (Bacon, Braque, Chagall, Giacometti, Modigliani, Picasso).
Εγκαθίσταται στο Παρίσι από το 1967 ως το 1980. Ιδρύει εκεί μια Ακαδημία Σχεδίου μαζί με την Ιταλίδα ζωγράφο Lila de Nobili όπου Γάλλοι και Έλληνες μαθητές παρακολουθούν μαθήματα ζωγραφικής δωρεάν. Την περίοδο αυτή δημιουργεί μεγάλα έργα όπως ο Άγιος Σεβαστιανός, οι Τέσσερις εποχές κτλ.
Με δική του μετάφραση, σκηνοθεσία, σκηνικά, κοστούμια ανεβάζει το 1977 σε υπαίθριο πάρκινγκ στην οδό Καπλανών τις Τρωάδες του Ευριπίδη. Με κοστούμια σύγχρονα, ηθοποιούς του λαϊκού θεάτρου και με μια μετάφραση προσιτή στο λαό δημιουργεί μια πρωτοποριακή παράσταση που επηρέασε βαθειά την ελληνική θεατρική πραγματικότητα.
Το 1980 συμμετέχει με τη γκαλερί Il Cabbiano, στη FIAC του Παρισιού.
Ένα χρόνο αργότερα, ιδρύει το Ίδρυμα Τσαρούχη, στην οδό Πλουτάρχου 28, στο Μαρούσι στο οποίο δωρίζει το σπίτι του κι ένα μεγάλο μέρος των έργων του . Στα εννιά χρόνια που έζησε στο σπίτι αυτό , κάθε χρόνο για ένα μήνα άνοιγε τις πόρτες του Μουσείου στο κοινό παρουσιάζοντας άλλοτε χρονολογικές και άλλοτε θεματικές εκθέσεις.  Εδώ θα μείνει ως το τέλος της ζωής του , το 1989 .
Το Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη διοικείται από πενταμελές Διοικητικό Συμβούλιο που όρισε ο ζωγράφος. Σκοπός του Ιδρύματος είναι η συγκέντρωση μιας όσο το δυνατόν πληρέστερης συλλογής έργων του Ιδρυτή, καθώς και η λεπτομερής καταγραφή, η διαφύλαξη και συντήρησή τους, σύμφωνα με τις διεθνείς μουσειολογικές  προδιαγραφές. Σημαντικό μέλημα του Ιδρύματος είναι επίσης η διάδοση του έργου του Τσαρούχη με τη διοργάνωση εκθέσεων με έργα του ζωγράφου στο Μουσείο ή σε άλλους χώρους, με τη συμμετοχή του Ιδρύματος σε διοργανώσεις άλλων φορέων, με δανεισμό έργων από τη συλλογή του Ιδρύματος, με την έκδοση βιβλίων του ζωγραφικού αλλά και του συγγραφικού, μεταφραστικού και σκηνογραφικού έργου του Γιάννη Τσαρούχη.  Το Ίδρυμα είναι κάτοχος των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στο σύνολο του έργου του Γιάννη Τσαρούχη.

ωράριο λειτουργίας : Τετάρτη –  Κυριακή  9: 00 – 14: 00

ΙΔΡΥΜΑ ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΑΡΟΥΧΗ ,
Πλουτάρχου 28 , Μαρούσι (δίπλα στο σταθμό του ΚΑΤ)
τηλ. 210 8062636-7          www.tsarouchis.gr

(Τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας των κειμένων και των έργων του Γιάννη Τσαρούχη ανήκουν στο Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη)

Share
This entry was posted in ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ. Bookmark the permalink.

Warning: count(): Parameter must be an array or an object that implements Countable in /var/www/vhosts/paidevo.gr/httpdocs/wp-includes/class-wp-comment-query.php on line 399