Μάνος Λοϊζος – ο μελωδός

 Το γελαστό παιδί από την Αλεξάνδρεια που διατήρησε στο πέρασμά του τον παιδικό του ενθουσιασμό. Ένα παιδί που έγραψε «ελευθερία»  στον τοίχο με μπογιά και που δεν θα σβηστεί ποτέ.

Ένας χαρισματικός πολυτάλαντος πνευματικός άνθρωπος συνθέτης,  στιχουργός, ερμηνευτής, που στη σκέψη όλων των προοδευτικών ανθρώπων μετατράπηκε σε ένα σύμβολο αγώνα. Αγώνα για την ελευθερία και την κοινωνική δικαιοσύνη. Ο έντονος προβληματισμός και οι ανησυχίες του γύρω από τα προβλήματα που ταλανίζουν την κοινωνία ήταν ήδη πρόδηλα από τα νεανικά του χρόνια.

Απλός, προσιτός, ευγενής, γοητευτικός, σοφός, σιωπηλός και ντροπαλός. Έκανε παρέα με λαϊκούς και ταπεινούς ανθρώπους, με την ίδια άνεση που συναναστρεφόταν με έναν διανοούμενο.

Ήταν παιδί της γενιάς του Χατζιδάκι και του Θεοδωράκη. Άξιος συνεχιστής των μεγάλων, αλλά την ίδια στιγμή και η πυξίδα για τους επόμενους. Ο Μίκης Θεοδωράκης έχει δηλώσει για τον Μάνο Λοϊζο:

«Ο Μάνος ήταν μια πλαγιά πολύχρωμα λουλούδια που
έλαμπαν καθώς τα χτυπούσε ο ήλιος. Και θα λάμπουν
για πάντα και πιο πολύ όσο θα  υπάρχει και θα λάμπει
στον κόσμο αυτός ο μοναδικός ήλιος:  Η καρδιά του ανθρώπου».

«Τίποτα δεν πάει χαμένο
στη χαμένη σου ζωή,
τ’ όνειρό σου ανασταίνω
και το κάθε σου “γιατί”…»

Τα τραγούδια του αγαπήθηκαν πολύ, τραγουδήθηκαν πολύ και θα τραγουδιούνται πάντα, ιδιαίτερα από τους νέους ανθρώπους,  εκφράζοντας ό,τι πιο αγνό και ωραίο χαρακτηρίζει τους αγώνες του λαού μας.

«Σ ‘ακολουθώ, στην τσέπη σου γλιστράω

σα διφραγκάκι τόσο δα μικρό…».

Ακολουθήστε τον!

Xρονολόγιο

1937, 22 Οκτωβρίου: Γεννιέται στην Αλεξάνδρεια. Είναι το μοναδικό παιδί του Ανδρέα Λοΐζου, παντοπώλη που έχει φτάσει εκεί το 1924 από ένα χωριό της Λάρνακας της Κύπρου, τους Αγίους Βαβατσινιάς και της Δέσποινας Μανάκη, κόρης γεωπόνου από τη Ρόδο.
1951-’52: Όντας μαθητής του Αβερώφειου Γυμνασίου της Αλεξάνδρειας, έρχεται για πρώτη φορά σ’ επαφή με τη μουσική. Εγγράφεται σε τοπικό Ωδείο, αρχίζει να μαθαίνει βιολί αλλά καταλήγει στην κιθάρα.
1954: Με συνομήλικους φίλους φτιάχνουν μια μικρή κομπανία που παίζει σε φιλικές και οικογενειακές εκδηλώσεις. Ο πατέρας του τού αγοράζει το πρώτο του πιάνο.
1955: Παίρνοντας το απολυτήριο του Αβερώφειου Γυμνασίου, έρχεται για ανώτερες σπουδές στην Αθήνα. Με τέσσερις φίλους απ’ την Αλεξάνδρεια συγκατοικούν σ’ ένα σπίτι στο Κολωνάκι. Εγγράφεται στη Φαρμακευτική Σχολή.
1956: Εγκαταλείπει την Φαρμακευτική και μπαίνει στην Ανωτάτη Εμπορική.
1957: Οι ιδιόμορφες συνθήκες που διαμορφώνονται στην Αίγυπτο με την κατάληψη της εξουσίας από τον Νάσερ επιβάλλουν τη μόνιμη πια εγκατάστασή του στην Αθήνα. Αρχικά μένει στην Κυψέλη.
1958: Συντροφιά με το φίλο του, επίσης φοιτητή τότε, Φώτη Κωνσταντινίδη μετακομίζει στη Νέα Σμύρνη κι εκεί, αρχίζει να ανακαλύπτει τόσο την Μαρξιστική ιδεολογία, όσο και το νέο μουσικό κίνημα που έχει αρχίζει να διαμορφώνεται με τις πρώτες «παρεμβάσεις» του Μάνου Χατζιδάκι και την ευρύτερη αναγνώριση του ρεμπέτικου.
1960-’61: Παίρνει την απόφαση να εγκαταλείψει την Ανωτάτη Εμπορική. Για να επιβιώσει κάνει διάφορες δουλειές, από γκαρσόνι σε ταβέρνα της Κω μέχρι γραφίστας σε διαφημιστικό γραφείο της πλατείας Κάνιγγος ή διακοσμητής. Φοιτά για λίγο στη Σχολή Βακαλό, αρχίζει να συνθέτει πιο εντατικά και βρίσκεται σε στενή επαφή με τους φοιτητικούς -πολιτιστικούς- μουσικούς κύκλους της Αριστεράς της εποχής. Στις 30 Δεκεμβρίου 1961 μια ομάδα 83 νέων Φίλων της μουσικής του Μίκη Θεοδωράκη θα στείλουν στον Τύπο επιστολή διαμαρτυρίας δια την άδικον και αντιπνευματικήν στάσιν των Ραδιοφωνικών μας Σταθμών, έναντι των τραγουδιών του, δια του αποκλεισμού από τας εκπομπάς των. Το όνομα Μανώλης Λοΐζου είναι το δεύτερο στη σειρά…
1962: Μέσω μιας κοινής φίλης, έρχεται σε επαφή με τον Μίμη Πλέσσα κι εκείνος μεσολαβεί στην εταιρία Philips, έτσι ώστε να ηχογραφήσει το πρώτο του τραγούδι. Είναι το Τραγούδι του δρόμου, ελληνική απόδοση του Νίκου Γκάτσου από ένα ποίημα του Lorca. Τους στίχους έχει «ανακαλύψει» δημοσιευμένους στο περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης. Τραγουδά ο Γιώργος Μούτσιος. Γίνεται ιδρυτικό μέλος και αντιπρόεδρος στο Σύλλογο Φίλων Ελληνικής Μουσικής (Σ.Φ.Ε.Μ.) που δημιουργείται τον Απρίλιο με στόχο τη στήριξη του έργου του Μίκη Θεοδωράκη αλλά και την προβολή νέων δημιουργών. Στις τάξεις του συλλόγου θα βρεθούν πολύ γρήγορα ο Χρήστος Λεοντής, ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Διονύσης Σαββόπουλος, η Μαρία Φαραντούρη, ο Νότης Μαυρουδής, ο Φώντας Λάδης, ο Μάνος Ελευθερίου και πολλοί άλλοι. Αναλαμβάνει τη διεύθυνση της χορωδίας του Σ.Φ.Ε.Μ. και μ’ αυτή συμμετέχει το καλοκαίρι στις παραστάσεις της μουσικής επιθεώρησης του Μίκη Θεοδωράκη Όμορφη Πόλη που ανεβαίνει με μεγάλη επιτυχία στο θέατρο Παρκ.
1965: Το Μάρτιο παντρεύεται τη Μάρω Λήμνου. Η Μάρω Λήμνου είναι η μετέπειτα συγγραφέας παιδικών βιβλίων γνωστή ως Μάρω Λοΐζου. Με τη Μάρω έχουν γνωριστεί τρία χρόνια πριν στα παρασκήνια της Όμορφης Πόλης, συνυπάρχουν στο Σ.Φ.Ε.Μ. και έχουν ήδη γράψει μαζί και κάποια τραγούδια.

1967: Το τραγούδι Η δουλειά κάνει τους άντρες με στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου, ακούγεται από την Ελένη Ροδά στην ταινία του Γρηγόρη Γρηγορίου ΤΡΟΥΜΠΑ ’67. Το πραξικόπημα ματαιώνει κάποιες συναυλίες που διοργανώνονται από την Πανσπουδαστική για την παρουσίαση των ΝΕΓΡΙΚΩΝ. Προκειμένου ν’ αποφύγει τη σύλληψη, το Σεπτέμβριο εγκαταλείπει την Ελλάδα και εγκαθίσταται για ένα εξάμηνο στο Λονδίνο. Εκεί για να ζήσει με την οικογένειά του -που φτάνει λίγο αργότερα- παίζει μπουζούκι σε κυπριακές ταβέρνες.
1968:Επιστρέφοντας στην Αθήνα, ετοιμάζει, μαζί με το Λευτέρη Παπαδόπουλο, τον πρώτο του μεγάλο δίσκο. Είναι Ο ΣΤΑΘΜΟΣ που κυκλοφορεί στο τέλος της χρονιάς, εγκαινιάζοντας την ετικέτα Μinοs για λογαριασμό της δισκογραφικής εταιρίας στην οποία και θα παραμείνει έκτοτε. Παράλληλα, γράφει μουσική και τραγούδια για τις ταινίες του Ντίνου Δημόπουλου ΤΟ ΛΕΒΕΝΤΟΠΑΙΔΟ και Η ΝΕΡΑΪΔΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΛΙΚΑΡΙ.
1973: Η συνεργασία του με τον ποιητή Δημήτρη Χριστοδούλου ξεκινάει μ’ ένα τραγούδι που ακούγεται στους τίτλους της ταινίας των Θανάση Ρεντζή και Νίκου Ζερβού ΜΑΥΡΟ-ΑΣΠΡΟ. Βγήκαμε κάποτε στο δρόμο κι ήμασταν δυο, τραγουδά η Χάρις Αλεξίου, πάνω στη μελωδία που λίγο αργότερα θα γίνει πασίγνωστη με στίχους του ίδιου και με τίτλο Καλημέρα ήλιε. Στα πλαίσια των αναζητήσεων του έξω από τις φόρμες του λαϊκού τραγουδιού, αρχίζει τη μελοποίηση ποιημάτων του Ναζίμ Χικμέτ, με ελληνική απόδοση του Γιάννη Ρίτσου… Το βράδυ της 17ης Νοεμβρίου θα συλληφθεί στο σπίτι του στο Χολαργό και θα κρατηθεί για 10 μέρες.
1974: Τον Απρίλιο κυκλοφορεί ο δίσκος ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΗΛΙΕ με στίχους του Δημήτρη Χριστοδούλου. Μέσα στο ξέφρενο κλίμα της μεταπολίτευσης συμμετέχει σε μεγάλες λαϊκές συναυλίες της εποχής (με αποκορύφωμα τη συναυλία στο Γήπεδο του Παναθηναϊκού που θα καταγράψει ο Νίκος Κούνδουρος στην ταινία του Τα τραγούδια της φωτιάς) και, στο τέλος του χρόνου, κυκλοφορεί στο δίσκο ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ, όλα εκείνα τα τραγούδια του που, είτε είχαν απαγορευτεί τα προηγούμενα χρόνια, είτε δεν είχε επιτραπεί καν η ηχογράφησή τους από τη λογοκρισία της επταετίας.
1975: Στο τέλος της χρονιάς, εννιά χρόνια μετά την πρώτη τους παρουσίαση σε συναυλίες, κυκλοφορούν για πρώτη φορά στη δισκογραφία ΤΑ ΝΕΓΡΙΚΑ με στίχους του Γιάννη Νεγρεπόντη.
1976: Τον Οκτώβριο κυκλοφορούν ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΜΑΣ, ένας κύκλος λαϊκών τραγουδιών με στίχους του Φώντα Λάδη που καταγράφουν με άμεσο λόγο το πολιτικό κλίμα της μεταπολίτευσης και, ως εκ τούτου, βρίσκουν θέση σε κάθε κοινωνικοπολιτική διεκδίκηση της εποχής αλλά, την ίδια στιγμή, γνωρίζουν και αρκετούς αποκλεισμούς και απαγορεύσεις από το επίσημο κράτος.
1978: Αναλαμβάνει την προεδρία της ΕΜΣΕ και πρωτοστατεί στη δημιουργία απ’ αυτήν, φορέα είσπραξης πνευματικών δικαιωμάτων. Παντρεύεται την ηθοποιό Δώρα Σιτζάνη.
1981: Τον Μάιο πραγματοποιεί σειρά συναυλιών στο εξωτερικό (Καναδάς, Η.Π.Α., Αγγλία, Σουηδία). Τον Ιούνιο, μαζί με τον Χρήστο Λεοντή και τον Θάνο Μικρούτσικο, ξεκινούν σειρά κοινών συναυλιών ανά την Ελλάδα. Τον Οκτώβριο θα μπει στο Γενικό Κρατικό με περικαρδίτιδα και νεφρική ανεπάρκεια και, στο τέλος του χρόνου, θα ταξιδέψει στη Μόσχα για ιατρικές εξετάσεις.
1982: Στις 8 Ιουνίου θα χτυπηθεί από εγκεφαλικό επεισόδιο. Θα μείνει ένα μήνα στο νοσοκομείο και στις 16 Αυγούστου θα ταξιδέψει εκ νέου, για να συνεχίσει τη νοσηλεία του, στη Μόσχα. Στις 7 Σεπτεμβρίου θα υποστεί και δεύτερο εγκεφαλικό, το οποίο θα αποβεί και μοιραίο. Δέκα μέρες αργότερα (17 Σεπτεμβρίου) θα φύγει για πάντα…

(πηγή:περιοδικό Ως3)
 
 

Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος θυμάται

«…Πώς του άρεσε, του Μάνου, τ’ απομεσήμερα, όταν γύριζε στο σπίτι, απ’ το σχολείο, να περνάει μέσα απ’ το παζάρι, να στέκεται, για λίγο, στο μπακάλικο του πατέρα του κι ύστερα, ν’ ακολουθεί το δρόμο των καφενέδων, με τους αναμμένους αργιλέδες των θεριακλήδων και τα ατέλειωτα τραγούδια των φωνογράφων…

Σ’ έναν τέτοιο καφενέ έβλεπε το σπίτι του, στην οδό Ατταρίν. Πελώριο καφενέ, γεμάτον καθρέφτες και κάδρα με λαϊκές λιθογραφίες. Εκεί σύχναζαν οι μικροπωλητές του παζαριού. Κι εκεί άραζε, για να φουμάρει τον αργιλέ του και να πουλήσει τα βιολιά του, ο γεράκος με την κελεμπία.

Κάπνιζε με μισόκλειστα μάτια, έχοντας αραδιασμένα μπρος στα ξύλινα πόδια του, τα βιολιά του. Δεκαπέντε-είκοσι βιολάκια, που τα’ χε φτιάξει μόνος του, με περίσσια μαστοριά και τα χαϊδολόγαγε και τα ‘παιζε, τόνα μετά το άλλο, για να μη μένει κανένα παραπονεμένο.

«Θα μου πάρεις ένα τέτοιο βιολί;» παρακάλεσε ένα βράδυ, ο Μάνος τον πατέρα του. «Θες να γίνεις βιολάρης, μωρέ Μανώλη;» του ‘πε, πειραχτικά εκείνος. Μα την άλλη μέρα πετιόταν, όλος λαχτάρα, από το μπακάλικο στον καφενέ, για να κάνει το χατήρι του μοναχογιού του».

«…Ο Μάνος, αφού τελείωσε το Δημοτικό, μπήκε στο «Αβερώφειο» Γυμνάσιο. Ιδιαίτερα καλός μαθητής, δεν ήταν. Διάβαζε, όμως, πολύ. Κυρίως λογοτεχνία. Κι έβλεπε γύρω του. Και καταλάβαινε. Και συναισθανόταν. Και σκεφτόταν. Σε τέτοιο βαθμό, ώστε η γυναίκα ενός καθηγητή του, η Διδώ Πετροπούλου, να θυμάται, σήμερα, πως ο «Μάνος του 1951, ο δεκατετράχρονος Μάνος, ήταν ένα πολύ σοβαρό και μετρημένο παιδί, πάρα πολύ προβληματισμένο πάνω στα κοινωνικά ζητήματα. Όταν κουβέντιαζα μαζί του, νόμιζα πως είχα να κάνω μ’ έναν ώριμο άνθρωπο κι όχι μ’ ένα μαθητή, των πρώτων τάξεων του Γυμνασίου…»

Αυτό το ώριμο παιδί, όμως, στο σχολείο, ήταν από τους πρώτους στην καζούρα και στη σκανταλιά. Ήδη, από το Δημοτικό όπου καθόταν καβάλα στο θρανίο, γιατί έτσι του άρεσε -στη δασκάλα, έλεγε, πως πονάει η μέση του, όταν κάθεται κανονικά!- είχε δώσει κάποια δείγματα αυτού του ταλέντου του.

Το κακό παράγινε στο Γυμνάσιο. Γι΄αυτό, ο καθηγητής της Φυσικής, αναγκάσθηκε να τον βάλει να κάτσει στο ίδιο θρανίο, μ’ έναν καλό και φρόνιμο μαθητή, τον Φώτη Κωνσταντινίδη, μπας και κολλήσει απ’ αυτόν λίγη φρονιμάδα.

Ο Κωνσταντινίδης, όμως, ο «φρόνιμος» άλλο δεν έκανε σ’ όλη τη διάρκεια του μαθήματος από το να μιμείται, με εξαιρετική επιτυχία, τη φωνή τις γκριμάτσες και τις χειρονομίες των καθηγητών του. Έτσι από την πρώτη ώρα, που ο Μάνος βρέθηκε δίπλα του, δε σταμάτησε να χαχανίζει. Με αποτέλεσμα, να τις φάει την ίδια μέρα της «μετακόμισης» και να κινδυνέψει να αποβληθεί.

Ήταν τότε, δεκατριών χρόνων, κι είχε κι όλας αποκτήσει φήμη. Τη φήμη του «καζουροποιού». Γι’ αυτό, άλλωστε, έκανε παρέα μόνο με τους συμμαθητές του που ενδιαφέρονταν περισσότερο για την πλάκα, παρά για τα μαθήματα. Ή, καθόλου για τα μαθήματα και μόνο για την πλάκα.

Στα μαθητικά πάρτυ, ωστόσο, ήταν διαφορετικός. Δε χόρευε, δεν έκανε αστεία, δεν προσπαθούσε να συγκεντρώσει πάνω του τη γενική προσοχή. Έπιανε μια γωνιά και παρατηρούσε βυθισμένος στις σκέψεις του, τα ζευγάρια που χόρευαν ή συζητούσαν ώρα πολλή, για διάφορα θέματα, μ’ αυτόν που, στην τύχη, καθόταν δίπλα του.

Στα γήπεδα και τα γυμναστήρια δε σύχναζε. Απόφευγε, όπως ο διάολος το λιβάνι, τη σωματική άσκηση. Και με τα κορίτσια, ήταν συνεσταλμένος, σχεδόν δειλός. Όσο για μέσα στο σπίτι, ήταν ένα καλόβολο, πρόθυμο στοχαστικό παιδί, που σπάνια έδινε αφορμές για γκρίνια και καυγάδες.

Η θεία του η Κωνσταντίτσα, είχε να το κάνει: «Ο Μανώλης μας, είναι ένα μάλαμα!» Και δόστου παιχνίδια και φυσαρμόνικες και φλάουτα και δόστου φράγκα -τέσσερις ασημένιες δραχμές το ένα- στον κουμπαρά του παιδιού, για να ‘χει και ν’ αγοράζει…

Κι ο Μάνος, είχε κι αγόραζε. Τα πάντα. Κυρίως όμως, μολύβια και νερομπογιές και σινική μελάνη για να ζωγραφίζει. Τις περισσότερες φορές, κάποιες γουστόζικες φιγούρες τροβαδούρων, που απ’ τη μέση και κάτω ήταν κοκόρια ή πάπιες. Αλλά και τοπία και λουλούδια και μπαλκόνια που τα ‘χε δει στα κάδρα των οδοντογιατρών της οδού Φαουάτ.

Με τη μουσική, άρχισε να πιάνει κάποιες μικρές φιλίες, στα 14015 του χρόνια, όταν ο πατέρας του, του αγόρασε ένα πραγματικό βιολί και τον έγραψε, για να κάνει μαθήματα, στο «Ωδείον του κ. Ιωαννίδη». Ο Ιωαννίδης, όμως, που ήταν και δάσκαλος του Φώτη Κωνσταντινίδη στο πιάνο, σχολαστικός, γκρινιάρης και τυραννικός με τα παιδιά, αντί να τα σπρώχνει στη μουσική τα ‘διωχνε. Έτσι, ο Μάνος, παράτησε γρήγορα το βιολί και βάλθηκε να μαθαίνει κιθάρα. Για ν’ απομακρυνθεί από τις «μεθόδους» του δασκάλου του. Και, το κυριότερο, για ν’ αυτοσχεδιάζει με μεγαλύτερη ευκολία…».

(Αποσπάσματα από το βιβλίο «ΜΑΝΟΣ ΛΟΪΖΟΣ» του Λευτέρη Παπαδόπουλου, εκδόσεις «Κάκτος») 

 

Ο παιδικός φίλος του Μάνου Λοϊζου σκηνοθέτης και σεναριογράφος Φώτης Κωνσταντινίδης εκμυστηρεύεται στο «Παιδεύω»:

«Συχνά σκέπτομαι τον φίλο μου.

Είναι πράγματι, μια ξεχωριστή περίπτωση ο Μάνος Λοϊζος. Δεν ξέρω  σε ποιο βαθμό έχει αξιολογηθεί η προσφορά του και η πνευματική του αξία. Ο χρόνος και η ιστορία πάντοτε κρίνουν και δικαιώνουν.

Ο Μάνος ήταν μια καθαρή, μια αυθόρμητη πηγή μουσικής. Ένας μουσικός αυτοδίδακτος, ένας μουσικοσυνθέτης ο οποίος είχε πάντοτε ένα παράπονο στη ζωή του: ότι δεν έμαθε μουσική σε βάθος. Ότι δεν σπούδασε μουσική. Βέβαια, δεν το χρειαζότανε.  Όλες οι μελωδίες που έγραψε βγήκανε από μέσα του με ένα πολύ αυθόρμητο τρόπο.

Να σκεφτείτε ότι στην Αλεξάνδρεια που μεγαλώσαμε, δεν είχαμε ακούσει κλασική μουσική. Στο Αβερώφειο Γυμνάσιο που ήταν μια καταξιωμένη σχολή μέσης εκπαίδευσης, θα έλεγα πανεπιστημιακού επιπέδου, μόνο εκεί είχαμε ένα μεγάλο πλούτο διδασκαλίας, ανάμεσα στα άλλα και μουσική και ζωγραφική. Ο Μάνος έδειξε μεγάλο ταλέντο και στη ζωγραφική. Δεν θα έλεγα ότι ήτανε ένας καλός μαθητής, διότι δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Περισσότερο ήτανε ένας ονειροπόλος, ένας καλλιτέχνης.

Αυτό που θέλω να υπογραμμίσω είναι το ταλέντο του. Παρόλο που δεν είχε ακούσματα όπως είχαν άλλοι μουσικοσυνθέτες στον ελλαδικό χώρο, αυτή η μουσική έβγαινε αυθόρμητα από μέσα του. Μπορούσε να διατηρεί ένα αξιοθαύμαστο μουσικό ειρμό. Να συνθέτει τραγούδια χωρίς να έχει επηρεαστεί άμεσα από τους μεγάλους συνθέτες της εποχής. Γι’ αυτό κι ο Θεοδωράκης τον βοήθησε, γι’ αυτό και στράφηκε στην έντεχνη μουσική. Μας άφησε δείγματα μεγάλης μουσικής δημιουργίας.

Για τα παιδικά μας χρόνια μπορώ επίσης να σας πω ότι ήτανε ένας πολύ ζεστός άνθρωπος. Ένας πολύ καλός φίλος. Συγκατοικήσαμε μαζί σαν φοιτητές. Ο Μάνος είχε μπει στην Ανωτάτη Οικονομική Σχολή, ενώ εγώ φοίτησα στην Φιλοσοφική Σχολή. Συγκατοικήσαμε και παλέψαμε κι οι δυό μαζί όλα εκείνα τα χρόνια, με τις οικονομικές δυσκολίες και με τα όνειρά μας.

Εγώ διάβαζα άπληστα πολλά βιβλία φιλοσοφίας και οικονομίας, την φιλοσοφία του Μαρξισμού κλπ. Στις συζητήσεις που είχαμε, ο Μάνος κατά κάποιο τρόπο μυήθηκε σ’ αυτές τις ιδεολογίες ακόμα από τα φοιτητικά μας χρόνια. Παρόλο που εγώ μετά πήγα για μετεκπαίδευση στην Αγγλία και άφησα πίσω μου όλες αυτές τις θεωρίες, δηλαδή δεν εντάχθηκα ποτέ σε καμιά συγκεκριμένη ιδεολογία, ο Μάνος εντάχθηκε μέσα και εισχώρησε σε ολόκληρο τον κοινωνικό ιστό της εποχής. Η δεκαετία του 60 όπως είναι γνωστό, ήτανε μια πολύ δοκιμασμένη δεκαετία της αναζήτησης, του προβληματισμού και ο Μάνος όλα αυτά τα βίωσε. Η συμμετοχή του στους αγώνες, η κοινωνική συνείδηση που απόκτησε μέσα εδώ στην Ελλάδα, όλη αυτή η αγωνιστικότητα, όλο αυτός ο οραματισμός για μια καλύτερη κοινωνία, όλα αυτά έθρεψαν το μουσικό του ένστικτο. Και έτσι βγήκαν αυτά τα τραγούδια κι αυτές οι μελωδίες που παραμένουν ζωντανά και έχουν προσλάβει διαχρονική αξία. Αυτό θέλω να το υπογραμμίσω γιατί το θεωρώ πολύ σημαντικό. Είναι κάτι που ίσως λείπει σήμερα. Σήμερα τα τραγούδια δεν βγαίνουνε από τον ανθρώπινο πόνο και από την αναζήτηση. Τότε υπήρχε ένα όραμα, υπήρχε ένας στόχος. Υπήρχε πάνω απ’ όλα μια ελπίδα. Σήμερα αυτά τα πράγματα ίσως έχουν χαθεί.

Θυμάμαι πως ήμουνα μαζί του μέχρι την τελευταία μέρα πριν να πάει στη Ρωσία και μιλούσαμε για το έργο του. Εκείνος δεν θεωρούσε ότι είχε καταθέσει μεγάλο έργο ακόμα. Γιατί όπως σας εξήγησα είχε την ιδέα, την αίσθηση ότι δεν ήταν ένας καλλιεργημένος μουσικοσυνθέτης και δεν είχε την μουσική παιδεία πχ ενός Θεοδωράκη.

Ο Μάνος ήθελε επίσης να γίνει και σκηνοθέτης. Δηλαδή ήτανε ένα παιδί σε διαρκή αναζήτηση. Μια πηγή μελωδιών. Για εκείνον ήτανε πολύ εύκολο να κάθεται και να συνθέτει.

Θυμάμαι πως ερχόμουνα κάθε δύο χρόνια περίπου από την Αγγλία, τον έβλεπα, και ήτανε πάντοτε σε φάση σύνθεσης ενός τραγουδιού. Έπαιζε στην κιθάρα του και όπως καθόμασταν σιγά-σιγά αυτό το τραγούδι έβγαινε. Αυτή είναι η ουσία των πραγμάτων. Δηλαδή, όπως λέμε,  κάποιος ή το έχει ή δεν το έχει. Και ο Μάνος το είχε.

Δεν γνωρίζω τι θα έκανε εάν ζούσε,  εάν θα συνέθετε ακόμα μερικά τραγούδια. Εγώ τον ενεθάρρυνα να μπει βαθύτερα, δηλαδή να γράψει πιο σοβαρή κλασική μουσική. Όχι να γίνει ένας Γιάννης Χρήστου, ένας Ξενάκης, που δεν θα τον ενδιέφερε, αλλά να γράψει ένα συμφωνικό έργο, κάτι το οποίο έκανε για παράδειγμα ο Θεοδωράκης. Κι ο Μάνος ήθελε να προχωρήσει σ’ αυτό το βήμα  αλλά δυστυχώς δεν πρόλαβε».

 (Οι φωτογραφίες προέρχονται από το αρχείο της Μυρσίνης Λοϊζου)

 

 

Share
Κατηγορίες: ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.