Η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής με ή χωρίς Υπερκινητικότητα

Το παιδί μου έχει μαθησιακές δυσκολίες


Της Σίλειας Δημουλή – ψυχολόγου

Η ελλειμματική προσοχή είναι μια διαταραχή που επηρεάζει την ικανότητα ενός ατόμου να έχει ανάλογη με την ηλικία του συμπεριφορά στον τρόπο που κινείται (υπερκινητικότητα), που συμπεριφέρεται (παρορμητικότητα) και που συγκεντρώνεται όταν μελετάει (διάσπαση προσοχής).

Πώς εντοπίζεται;

Το παιδί με τη δυσκολία αυτή παρουσιάζει εύκολη και συχνή διάσπαση προσοχής. Συνεχώς κοιτάζει γύρω του, το κεφάλι περιστρέφεται διαρκώς και παρακολουθεί τι κάνουν οι άλλοι. αποσπάται από την εργασία του εξαιτίας θορύβων μέσα στην τάξη ή έξω από αυτή, στο διάδρομο ή στο προαύλιο.

επίσης, δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί σε μια συγκεκριμένη εργασία για αρκετό χρονικό διάστημα, όπως είναι ένα εικοσάλεπτο. Πολλές φορές, όταν ξεκινά μια εργασία, χάνει τη συγκέντρωσή του και στην πορεία αλλάζει δραστηριότητα. Οι λεπτομέρειες δεν είναι κάτι που θα το απασχολήσουν, καθώς δυσκολεύεται και δεν θυμάται εύκολα ημερομηνίες και ονόματα. Δεν του είναι εύκολο να παρακολουθήσει οδηγίες και πρέπει κάποιος να είναι κοντά του ως «επιτηρητής» προκειμένου να τελειώσει μια δουλειά. Έχει αρκετή ακαταστασία στα πράγματά του και για αυτό θα το δούμε να ψάχνει πολύ συχνά τη γόμα, το μολύβι ή ακόμα και το βιβλίο του την τελευταία στιγμή. Δεν θυμάται καθημερινές δραστηριότητες και σχολικές υποχρεώσεις και δεν σημειώνει τις εργασίες του. Όταν έχει μια δύσκολη εργασία δεν την ξεκινάει, αλλά προσπαθεί να την αποφύγει. Πολλές φορές δείχνει να μην ακούει όταν κάποιος του απευθύνει το λόγο και ζητά να του επαναλάβουν ό,τι έχει μόλις ειπωθεί.

άλλες φορές κινεί νευρικά τα χέρια ή τα πόδια ή στριφογυρίζει στη θέση του. χτυπάει ρυθμικά τα δάχτυλά του ή ένα στυλό στο θρανίο, αλλάζει θέσεις και λικνίζεται πάνω στην καρέκλα του. Γυρίζει πίσω συνεχώς, ενώ κάνει αρκετό θόρυβο σε διάφορες στιγμές που θα έπρεπε να είναι ήσυχο. Δεν μπορεί να ρυθμίσει την ένταση της φωνής του ενώ πολλές φορές διακόπτει κάποιον που μιλάει.

Πώς αντιμετωπίζεται;

Για το παιδί με Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής με Υπερκινητικότητα είναι αναγκαίες οι συχνές επαναλήψεις, ακόμα και ανά 2 σειρές. Και αυτό με πολλή υπομονή και κατανόηση. Τα γλωσσικά μαθήματα και αυτά που θέλουν αποστήθιση είναι καλό να διαβάζονται με κάποιον ενήλικα. Όσες φορές και αν θέλει το παιδί να του επαναλάβουμε κάτι, οφείλουμε να το σεβαστούμε.

το να κάτσει στην καρέκλα του είναι δύσκολο, οπότε ας το αφήσουμε αν τριγυρνάει εδώ και εκεί. Ακόμα και όταν δεν μας κοιτάζει, εκείνο ακούει και του είναι πιο εύκολο να το επαναλάβει. Πολλές φορές χρειάζονται κάποιου είδους φάρμακα που απαλύνουν την ένταση του παιδιού, όταν εκείνο δεν παύει να είναι σε υπερδιέγερση ακόμα και στον ύπνο του.

Πού θα απευθυνθούμε;

Στα Κέντρα διάγνωσης και Αξιολόγησης (ΚΔΑΥ) και στα Ιατροπαιδαγωγικά Ινστιτούτα, στα οποία μπορεί να υπάρξει σαφής διάγνωση για τη δυσκολία του παιδιού.

σε ιδιώτες ψυχολόγους και ειδικούς παιδαγωγούς οι οποίοι θα βοηθήσουν τόσο το μαθησιακό κομμάτι όσο και την ενίσχυση της προσωπικότητάς του.

Αν θέλετε να δείτε ένα παιδί με υπερκινητικότητα, μπείτε στο www.youtube.com πατώντας το ADHD. Θα εμφανιστούν διάφορα περιστατικά που μπορούν να σας βοηθήσουν να εντοπίσετε αν το παιδί σας έχει υπερκινητικότητα.

Share
Κατηγορίες: ΨΥΧΟΛΟΓΗΜΑΤΑ | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής με ή χωρίς Υπερκινητικότητα

Η οργάνωση του χώρου και του χρόνου κατά τη μελέτη του παιδιού

Γράφει ο Δάσκαλος Κώστας Κολιός

Ένα ζήτημα που απασχολεί πολύ συχνά τους γονείς είναι η αδυναμία του μαθητή να οργανώσει το χρόνο μελέτης του και να τον αξιοποιήσει στο έπακρο.

Έχω την αίσθηση, όταν ακούω τους γονείς να παραπονιούνται για αδυναμίες των παιδιών τους, ότι στην ουσία προσπαθούν να απενοχοποιήσουν τους εαυτούς τους για τυχόν παραλείψεις ή εσφαλμένες ενέργειές τους. Απαιτούμε το παιδί να οργανώσει το χρόνο του.

Ωραία! Αυτό, όμως, δεν είναι μια αυτόματη διαδικασία που εκτελείται χωρίς προηγούμενη εμπειρία. Tο γραφείο του παιδιού έχει οργανωθεί με τη δική μας παρουσία και συμμετοχή ή η παρουσία μας συνίσταται μόνο στην τακτοποίηση και στο καθάρισμα του χώρου;

Είναι απαραίτητο ο γονέας που διαθέτει οργανωτική λογική, πρώτα-πρώτα να κατευθύνει την συμπεριφορά του παιδιού και να το οδηγήσει στην ταξινόμηση – ταξιθέτηση των σχολικών του αντικειμένων. Στη συνέχεια, σε ένα λειτουργικά οργανωμένο γραφείο – βιβλιοθήκη θα μάθει το παιδί πώς να εργάζεται. Για παράδειγμα το παιδί που δεν ξέρει πώς ν’ αρχίσει την εργασία του και διασπά την προσοχή του σε άσχετα – ανούσια πράγματα χάνοντας πολύτιμο χρόνο, είναι απαραίτητο να του μάθουμε έναν εύκολο τρόπο εργασίας. Παίρνουμε στα χέρια μας το ημερήσιο σχολικό πρόγραμμα και καλούμε το παιδί να ξεκινήσει την εργασία του πρώτου μαθήματος, σύμφωνα με την σειρά του προγράμματος. Θα πρέπει αφού τελειώνουμε το κάθε μάθημα να αφήνουμε ένα πεντάλεπτο ή δεκάλεπτο διάλειμμα, για να χαλαρώσει το παιδί και να μπορέσει να αφομοιώσει την ύλη του μαθήματος που ακολουθεί.

Αν παρά τον προγραμματισμό του γονέα, και τη διακριτική και ενεργή παρουσία του, το παιδί αφαιρείται, τι πρέπει να κάνει; Η συγκέντρωση του παιδιού εξαρτάται από διάφορες παραμέτρους εξωγενείς αλλά και εσωγενείς. Βασική εξωγενής παράμετρος είναι τα αντικείμενα του χώρου. Αν στο χώρο μελέτης υπάρχουν παιχνίδια που συναρπάζουν το παιδί, φυσικό είναι να «χάνεται» βλέποντάς τα και αναπολώντας ευτυχισμένες στιγμές μαζί τους. Επίσης οι φωτογραφίες και οι αφίσες των ινδαλμάτων του αποσπούν την προσοχή και το απομακρύνουν από το αντικείμενο της μάθησης. Επομένως, ο χώρος μελέτης πρέπει να είναι λιτά διακοσμημένος με καλή χρωματική αρμονία στους τοίχους και στα έπιπλα. Τα χρώματα του χώρου πρέπει να ξεκουράζουν το μάτι του παιδιού κι όχι να του προκαλούν οπτικούς ιριδισμούς.

Σημαντική επίσης εξωγενής παράμετρος είναι ο φωτισμός του γραφείου. Αρκετοί γονείς συχνά τοποθετούν ένα ωραίο λαμπατέρ που το αγόρασαν ακριβά, πιστεύοντας ότι έβαλαν το καταλληλότερο φωτιστικό στο χώρο του παιδιού τους. Άλλοι πάλι αγοράζουν ωραίους πολυελαίους οροφής ή εντυπωσιακά φωτιστικά σποτ και βαυκαλίζονται ότι έχουν τον πιο ενδεδειγμένο φωτισμό. Όμως, ο φωτισμός στο χώρο μελέτης δεν σχετίζεται με αντικείμενα επίδειξης και προβολής. Θα πρέπει να είναιαπλός και λειτουργικός. Είναι απαραίτητο ένα φωτιστικό μελέτης με λάμπα ηλίου, που θα πέφτει πάνω στο βιβλίο, ή μια λάμπα φθορίου τοποθετημένη κάτω από το χαμηλότερο ράφι της βιβλιοθήκης – γραφείου και πάντοτε πιο χαμηλά από το ύψος των ματιών του παιδιού, για να μην το τυφλώνει η ισχυρή ακτινοβολία. Τέλος η καρέκλα του μαθητή θα πρέπει να επιλέγεται με προσοχή. Αν δεν ελεγχθεί η ποιότητά της, η ανατομική της κατασκευή, οι δυνατότητες ρύθμισης του ύψους και στήριξης της μέσης, δε θα πρέπει να θεωρείται κατάλληλη για μελέτη. Η καρέκλα επιβάλλεται να ξεκουράζει, να αναπαύει τα μέλη του σώματος κι όχι να είναι αλγογενής. Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε και την απαραίτητη αγορά ενός υποποδίου. το παιδί – πελαργός που ακουμπά στο πάτωμα με το ένα πόδι ή έχει τα πόδια του στον αέρα και τα κουνά δεξιά κι αριστερά είναι ό,τι το χειρότερο για τη σωστή κυκλοφορία των κάτω άκρων. Η υπεραιμία στα κάτω άκρα δημιουργεί πρήξιμο των ποδιών και πόνο. Το παιδί που πονά δεν μπορεί να μελετήσει και να έχει επικεντρωμένη την προσοχή του στο βιβλίο. Εμείς οι μεγάλοι εκλαμβάνουμε τέτοιου είδους διαμαρτυρίες των παιδιών ως προφάσεις διακοπής της μελέτης λόγω οκνηρίας του παιδιού και το επιπλήττουμε αντί να εξετάσουμε με προσοχή τα παράπονά του. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι ο χώρος μελέτης πρέπει να αερίζεται επαρκώς. Απαγορεύεται ο γονέας να καπνίζει την ώρα που βοηθά το παιδί στις εργασίες του. Τετράδια που μυρίζουν «τσιγαρίλα» αποδεικνύουν ανεύθυνο γονέα.

Υπάρχουν όμως και εσωγενείς παράμετροι, όπως η ανωριμότητα του παιδιού και η αυξημένη κινητικότητα. Εδώ θα πρέπει να ανατρέξουμε στο γονιδιακό υλικό και στις κληρονομημένες ιδιότητες κι όχι να αποδώσουμε την ανωριμότητα σε παθογενή αίτια. Βέβαια σε περιπτώσεις υπερκινητικότητας και αδυναμίας επικέντρωσης της προσοχής, θα πρέπει να απευθυνθούμε στον αρμόδιο επιστήμονα σχολικό – ψυχολόγο. Σχετικά με την χαμηλή αυτοπεποίθηση και το σύνδρομο αποτυχίας, όταν παρατηρούμε ότι το παιδί δεν έχει εμπιστοσύνη στον εαυτό του και πιστεύει ότι θα αποτύχει, επιβάλλεται να ενισχύουμε την αυτοπεποίθησή του σε αγαστή συνεργασία με τον δάσκαλο της τάξης. Να του αναθέτουμε εργασίες που επιβάλλουν αυτενέργεια και να επικροτούμε κάθε προσπάθειά του. Η συνεχής υποστήριξη και η ενισχυτική μας συμπεριφορά θα του αυξήσουν την αυτοεκτίμηση και θα απεγκλωβίσουν τη φαντασία του.

Τέλος υπάρχει το άγχος που οφείλεται σε οικογενειακές ή σχολικές αιτίες. Για παράδειγμα, αν το παιδί βιώνει τις συγκρούσεις των γονιών του και ζει μέσα σε κλίμα έντονων και βίαιων αντιπαραθέσεων, αδυνατεί να αφομοιώσει και να παρακολουθήσει τα στάδια της μαθησιακής διαδικασίας. είναι συναισθηματικά φορτισμένο και λογικά ευνουχισμένο. το ίδιο μπορεί να συμβεί, αν βρίσκεται σε μια τάξη συνεχών αντεγκλήσεων και προσβολών, αν βιώνει την απόρριψη των συμμαθητών ή των δασκάλων του, αν δεν εργάζεται με μεθοδικότητα λόγω απειρίας ή αδιαφορίας του εκπαιδευτικού, αν δεν αισθάνεται ελεύθερο να εκφραστεί και να δημιουργήσει, αν δεν ελέγχεται επισταμένως η εργασία του κι αν η αξιολόγηση δεν είναι αντικειμενική και αμερόληπτη.

Να θυμάστε ότι:

Share
Κατηγορίες: ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η οργάνωση του χώρου και του χρόνου κατά τη μελέτη του παιδιού

ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΟΥΓΑΝΕΛΗΣ: Ακούστε τα παιδιά, για να μάθουν να ακούνε

«Πρέπει τα παιδιά να γίνουν οι άνθρωποι που ανακαλύπτουν πράγματα». Είναι μια από τις «συμβουλές» που θα ήθελε να δώσει σε όσους διαβάσουν τη συνέντευξη ένας άνθρωπος που έχει και παιδαγωγική μόρφωση και παιδαγωγική εμπειρία, αλλά και μεγάλο επικοινωνιακό χάρισμα.

Ο Γιάννης Ζουγανέλης είναι γνωστός για την καλλιτεχνική του δραστηριότητα. Έχει όμως ασχοληθεί αρκετά και με τα παιδιά και μάλιστα με τα παιδά με αναπηρίες. Τα όσα ξέρει να μεταφέρει με το δικό του ξεχωριστό τρόπο στους αναγνώστες του «Παιδεύω», έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον τόσο για τα παιδιά όσο κυρίως για τους γονείς.


Παιδεύω: Κύριε Ζουγανέλη, η εποχή μας χαρακτηρίζεται από απερίγραπτη ταχύτητα γεγονότων και εικόνων. Θυμόμαστε αυτό που βλέπουμε αυτή την στιγμή ξεχνώντας ότι είδαμε πριν λίγη ώρα. Πως θα χαρακτηρίζατε την εποχή μας;

Γιάννης Ζουγανέλης: Πρώτ’ απ’ όλα σας συγχαίρω που ασχολείστε με τα παιδιά. Φροντίστε τα, αγαπήστε τα, δείξτε τους στοργή. Η εποχή μας δεν χαρακτηρίζεται, αλλά είναι απερίγραπτη. Είναι απερίγραπτη γιατί πρώτ’ απ’ όλα, γιατί ναι μεν έχει ταχύτητα και τρέχει, αλλά τρέχει στο πουθενά. Είναι απερίγραπτη γιατί ισορροπούμε όχι με τις αξίες αλλά με την απαξία. Αν λάβουμε υπ’ όψη μας τα θέματα με τα οποία ασχολούνται η τηλεόραση, τα ραδιόφωνα, οι εφημερίδες, με εξαιρέσεις, (χωρίς να θέλω να χαϊδέψω όλους αυτούς, για να αισθανθούν ότι είναι όλοι στις εξαιρέσεις), το μέτρο τους είναι η απαξία και όχι η αξία. Και τρέχουμε πραγματικά, χωρίς να ξέρουμε που θα φτάσουμε. Βάζω και τον εαυτό μου μέσα γιατί νομίζω ότι όλοι έχουμε ευθύνη γι’ αυτό που συμβαίνει, όλοι μας μηδενός εξαιρουμένου και θα πρέπει να λάβουμε τα μέτρα μας, για να προσδιοριστεί επιτέλους με την αξία το μέλλον μας και το μέλλον μας είναι τα παιδιά.

Παιδεύω: Για τον Γιάννη Ζουγανέλη ξέρουμε ότι είναι ένας άνθρωπος του θεάτρου, της τηλεόρασης και της μουσικής, δεν ξέρω όμως πόσοι θυμούνται ότι έχει ξοδέψει πάρα πολλά χρόνια δουλειάς και σημαντικής πολιτιστικής προσφοράς στα παιδιά. Κύριε Ζουγανέλη, ποιά ήταν η αφορμή για να δουλέψετε τόσο πολύ με τα παιδιά;

Γιάννης Ζουγανέλης: Εγώ έχω ασχοληθεί πράγματι πολύ με τα παιδιά. Σπούδασα και έγινα εκπαιδευτικός. Ασχολήθηκα και με τα αρτιμελή και νοήμονα παιδιά, αλλά και με τα παιδιά που υπολείπονται. Γιατί στην Ελλάδα, που αν και ισχυριζόμαστε τελικά υστερούμε σε πολιτισμό, κρίνουμε τα πράγματα από την επιφάνεια. Από το τι έχει και πως είναι ο άλλος. Μπορεί κάποιος να είναι στιγματισμένος ακόμα και αν από ατύχημα έχει κουτσαθεί. Τον λέμε «ο κουτσός»! Το ίδιο ισχύει για τα παιδιά που γεννήθηκαν με κάποια αναπηρία, που είναι κι αυτά Θεού δώρα, του σύμπαντος δώρα. Ασχολήθηκα με αυτά κάνοντας μαθήματα μουσικής, αλλά και απελευθέρωσης των εκφραστικών μέσων. Γιατί η απελευθέρωση των εκφραστικών μέσων είναι δημιουργική συνιστώσα. Δηλαδή όσο πιο ελεύθερα είναι τα μέσα σου που τα εκφράζεις, τόσο ελευθερώνεται το μυαλό σου και μπορείς να αποκτήσεις γνώση. Το ένα προκαλεί το άλλο, όπως όταν διαβάζεις ένα βιβλίο που σε παραπέμπει σε άλλα βιβλία. Έχω ασχοληθεί και με την μέση εκπαίδευση, αλλά και με την προσχολική ηλικία, οργανώνοντας μάλιστα παραστάσεις στο τέλος της χρονιάς με τα παιδιά του νηπιαγωγείου, όπου δεν θα ξεχάσω ποτέ τον μεγάλο μας ποιητή τον Νικηφόρο Βρεττάκο (δεν ζει πια) που ερχότανε σε κάποιες από αυτές τις παραστάσεις γιατί αγαπούσε κι αυτός τα παιδιά. Έχω γράψει και τραγούδια πάνω σε ποιήματα του Νικηφόρου Βρεττάκου που έχει γράψει και για παιδιά. Ασχολούμαι με τα παιδιά γιατί το νιώθω σαν υποχρέωση. Για να παραδώσουμε κάτι. Και τις γνώσεις που οι δάσκαλοί μας ενέδωσαν αλλά και τις δικές μας τις εμπνεύσεις, γιατί έχουμε υποχρέωση για το μέλλον. Πρέπει να παραδώσουμε κι εμείς, όπως μας παρέδωσαν κι εμάς η προηγούμενες γενιές. Πάντα με την έννοια της αξίας και της ελληνικής παιδείας. Κυριαρχούμαι από τον τρόπο που σκεφτόντουσαν οι αρχαίοι όσον αφορά τον άνθρωπο, τη συμβίωση, τη συνύπαρξη, τη δημοκρατία, τη φιλοσοφία. Συνιστώ στα παιδιά να διαβάσουν τον Αριστοτέλη, ο οποίος είναι πάρα πολύ απλός και κατανοητός άμα τον μεταφράσει κανείς σωστά, αλλά και οι διανοούμενοι θα πρέπει να κάνουν κάτι για τον Αριστοτέλη για να τον καταλάβουν τα παιδιά. Ο Αριστοτέλης απαντάει σε απλές έννοιες όπως τι είναι άνθρωπος, τι είναι φιλία, τι είναι γυναίκα, τι είναι άνδρας, τι είναι η σχέση των ανθρώπων, τι είναι καθημερινότητα, τι είναι δημοκρατία κλπ. Θέλω μέσα από την τέχνη που υπηρετώ την υποκριτική, αλλά κυρίως τη μουσική να συνδυάσω αυτά τα πράγματα. Έχω γράψει πολλή μουσική και τραγούδια για παιδιά, ξεκινώντας από τον αείμνηστο Δημήτρη Ποταμίτη στο Θέατρο Έρευνας τις «Ιστορίες του παππού Αριστοφάνη», τις πέντε κωμωδίες του Αριστοφάνη. Δούλεψα σε νηπιαγωγεία του Παναγιωτόπουλου, του Γιαλουράκη, στη Μέση Εκπαίδευση, μέχρι και στο Πανεπιστήμιο. Η έννοια του «Παιδεύω» που λέτε στον τίτλο σας, ακόμα και του «εκπαιδεύω» είναι κάτι που θα πρέπει να το έχουμε εμείς οι μεγαλύτεροι. Όσο μπαίνουμε στη διαδικασία της παιδικότητάς μας και όχι του παλιμπαιδισμού  πιστεύω ότι αυτό θα μας καθοδηγεί και θα μας βοηθάει.

Παιδεύω: Πως θα μπορούσατε να περιγράψετε τα σημερινά παιδιά;

Γιάννης Ζουγανέλης: Τα σημερινά παιδιά είναι δυστυχώς τα παιδιά των κομπιούτερς, για όνομα του Θεού δεν τα απαξιώνω, είναι τα παιδιά της πλήρους αποδοχής του ό,τι σερβίρεται – ραδιόφωνο, τηλεόραση, μέσα, σχολείο, κλπ – τα παιδιά που η κριτική που κάνουν σε όποιους και ό,τι τα εξουσιάζουν (συμπεριλαμβανομένης και της πολιτικής) είναι πάρα πολύ χαμηλού επιπέδου, και είναι λιγότερο πολίτες απ’ ότι θέλουμε. Απ’ την άλλη πλευρά έχω δει πολλά παιδιά που είναι εμπνευσμένα, μπαίνουν στη διαδικασία της αναζήτησης της ζωής, της καθημερινότητας, την αναζήτηση της σωματικής αγάπης που έχει τρομερό τίμημα κλπ. Έχω διαπιστώσει ότι τα παιδιά δεν θέλουν να πονάνε. Θέλουν να τα έχουν όλα. Επίσης δεν ψάχνουν. Υπάρχουν, βέβαια και πολλά καλά χαρίσματα. Αλλά ας πούμε πρώτα τα στραβά μπας και τα διορθώσουμε. Συνιστώ, λοιπόν, στα παιδιά που θα διαβάσουν αυτή τη συνέντευξη, να είναι οι άνθρωποι που θα ανακαλύπτουν πράγματα. Γιατί έτσι και ανακαλύψεις ένα ωραίο τραγούδι, ένα ωραίο παντελόνι, και όχι του συρμού (δηλ. ότι λέει η μόδα), ένα στυλ, ένα ωραίο άνθρωπο, έναν φιλόσοφο, ένα ωραίο βιβλίο και είναι δικιά σου ανακάλυψη και όχι αυτού του σέρβις, αυτόματα είναι και δικό σου δημιούργημα αυτό που έχει ανακαλυφθεί. Δεν υπάρχει ωραίο δένδρο αν δεν το δει κάποιος! Να μην λένε «καλό είναι αυτό, γιατί αυτό παίζει η τηλεόραση, αυτό λέει το ραδιόφωνο, αυτό λέει ο δάσκαλος»… Πιστεύω ότι ο δάσκαλος είναι μεγαλύτερης ευρύτητας άνθρωπος και ο ίδιος θα πρέπει να μπαίνει στη διαδικασία, να προκαλεί τα παιδιά να του κάνουν κριτική. Να συστήνουν στα παιδιά και πέρα από το οργανωμένο κράτος, υπουργείο παιδείας κλπ (το οποίο δεν νομίζω ότι μπαίνει στη διαδικασία της σωστής εκπαίδευσης, αλλά μόνο της εκπαίδευσης που έχει να κάνει με την μετέπειτα ειδίκευση. Αλλά και η ειδίκευση είναι τραγική γιατί υπάρχουν σήμερα γιατροί που είναι για παράδειγμα καρδιοχειρούργοι (έχω φίλο μου που τον εκτιμώ σαν άνθρωπο και χειρουργό) αλλά δεν ξέρουν τι τους γίνεται περί της αισθητικής, της αρχιτεκτονικής, του θεάτρου, ξέρουν μόνο το αντικείμενό τους, να χειρουργούν. Πιστεύω, ωστόσο, ότι θα έκαναν καλύτερες εγχειρήσεις εάν έμπαιναν στη διαδικασία της ευρύτητας. Τα παιδιά θα πρέπει τις ευκαιρίες που τους δίνονται να τις κρίνουν και να τις εκμεταλλευτούν.

Παιδεύω: Οι σύγχρονοι γονείς, φαίνεται να τα έχουν μερικές φορές χαμένα: Ή τραβάνε τα παιδιά ακόμα από μωρά από’ δω κι από’ κει. Πριν καλά – καλά γυρίσει σπίτι από το σχολείο, μαρς για το ωδείο, για το μπαλέτο, το γυμναστήριο, το φροντιστήριο. Πιστεύετε ότι μ’ αυτόν τον τρόπο μπορούν να καλλιεργηθούν οι ικανότητες του παιδιού, η έφεσή του στη μουσική, το θέατρο, τον χορό;

Γιάννης Ζουγανέλης: Σαφώς θα πρέπει τα παιδιά να μπουν στη διαδικασία της γνώσης, αλλά η γνώση έρχεται σιγά – σιγά, μεθοδευμένα και συγκροτημένα. Καλό είναι να ξέρουν τα παιδιά μια ξένη γλώσσα. Εγώ προσωπικά διαφωνώ να ξέρουν δύο και τρεις. Διαφωνώ με το ζόρι να μπει το παιδί στη διαδικασία να κάνει μουσική. Αν το παιδί θέλει, φυσικά να πάει να μάθει, γιατί θα πρόκειται για μια δική του θέληση και ίσως και ένα παιχνίδι του. Τα παιδιά που είναι συνυφασμένα με την έννοια «παίζω» και «εκπαιδεύω» πρέπει να παίζουν. Να παίζουν μεταξύ τους και να δημιουργούν σχέσεις. Και στο σχολείο και πέρα από το σχολείο. Και με τους συγγενείς και με τους φίλους. Και με τη γειτονιά κι ακόμα παραπέρα. Η μεθοδική γνώση είναι αυτή πουκρατάει την ψυχή και το πνεύμα των ανθρώπων και όλα τ’ άλλα έρχονται. Πολλά παιδιά σπουδάζουν πιάνο, απλώς για να πουν ότι έχουν σπουδάσει πιάνο. Βεβαίως, οι γονείς να δίνουν τις ευκαιρίες. Να βάζουν τα παιδιά στις ώρες ψυχαγωγίας τους ν’ ακούνε μουσική, να βλέπουν μια θεατρική παράσταση, να τα πηγαίνουν σε χώρους που υπάρχουν πράγματα αντίστοιχα με τις γνώσεις τους. Όχι ντε και καλά αυτό που δεν έκαναν οι γονείς και επειδή κάποιων τα οικονομικά ίσως είναι καλύτερα (αν και αμφιβάλλω και γι’ αυτό) να τα πιέζουν για να κάνουν πολλά πράγματα. Τα παιδιά πρέπει να έχουν χρόνο για να συνυπάρξουν με την καθημερινότητά τους.

Παιδεύω: Τι γνώμη έχετε για την καλλιέργεια των δεξιοτήτων του παιδιού στο σημερινό σχολείο;

Γιάννης Ζουγανέλλης: Δεν έχω καλή γνώμη. Κάποτε, στα δικά μου τα χρόνια (εγώ τώρα είμαι 50 χρονών) είχαμε σχολικό αθλητισμό, κάναμε με τα άλλα σχολεία, ας πούμε «πρωταθλητισμό», αν και δεν πιστεύω προσωπικά στον πρωταθλητισμό, χωρίς να τον απορρίπτω, ιδίως όταν πρόκειται για επιδόσεις χάριν των επιδόσεων. Λέμε καμιά φορά πως ο δρόμος προς την ευτυχία είναι το σημαντικό. Η ίδια η ευτυχία  δεν υπάρχει ποτέ. Στο σημερινό σχολείο δεν υπάρχει σχολικός αθλητισμός. Δεν υπάρχουν χώροι για να μπορεί το παιδί να κινηθεί με το σώμα του, για να δουλέψει επιτέλους το «νους υγιής εν σώματι υγιές». Ο νους είναι μέρος του σώματος και εξελίσσεταιανάλογα με το πώς εισπνέουμε οξυγόνο, από τους κτύπους της καρδιάς, από το φυσικό περιβάλλον. Έχει υποβαθμιστεί το μάθημα της γυμναστικής. Υπάρχουν βέβαια και ορισμένα ιδιωτικά σχολεία που έχουν κάποιες τέτοιες δυνατότητες, μια «πολυτέλεια» χώρων, αλλά δεν έχουν τη οικονομική δυνατότητα οι πολλοί άνθρωποι. Εδώ στην Ελλάδα, το αυτονόητο έχει γίνει δυσεύρετο. Το σχολείο πρέπει να είναι χώρος εκπαίδευσης, μάθησης, ψυχαγωγίας. Γι’ αυτό τα παιδιά πάνε πολλές φορές με βαριά καρδιά στο σχολείο. Δεν υπάρχουν χαμόγελα. Και δεν υπάρχουν χαμόγελα γιατί δεν δίνονται οι ευκαιρίες που πρέπει στα παιδιά. Τα παιδιά πρέπει να απαιτήσουν να τους δοθούν οι ευκαιρίες που δικαιούνται.

Παιδεύω: Πιστεύετε ότι σήμερα τα παιδιά πρέπει να ακούνε τους μεγάλους ή οι μεγάλοι τα παιδιά; Ή και τα δύο; Σε τι βαθμό υπάρχει σήμερα επικοινωνία ανάμεσα στα παιδιά και τους γονείς;

Γιάννης Ζουγανέλης: Εγώ πιστεύω πρώτ’ απ’ όλα σε αυτούς που ακούνε και μετά σ’ αυτούς που μιλάνε. Εμείς ωστόσο, δεν έχουμε μάθει να ακούμε. Και τα παιδιά δεν ακούνε. Κι οι μεγάλοι δεν ακούνε. Θα πρέπει αυτή η απόλυτα αρμονική σχέση να αρχίσει να λειτουργεί. Πρέπει να ακούνε πρώτα οι μεγάλοι, γιατί αυτοί έχουν κατανόηση, όπως και οι ενδιάμεσοι πρέπει να ακούνε τους γεροντότερους. Τα παιδιά για να ακούσουν πρέπει να πεισθούν. Οι μεγαλύτεροι πρέπει όχι μόνο να ακούν, αλλά να αφουγκράζονται τα παιδιά. Εφ’ όσον οι μεγάλοι έχουν πειστικό λόγο, τότε να είναι σίγουροι ότι τα παιδιά θα τους ακούσουν, με επιχειρήματα και όχι με τη βία και το ζόρι.

Παιδεύω: Στο Νοσοκομείο Παίδων έχουν αρχίσει να πυκνώνουν για θεραπεία τα φαινόμενα παιδιών που κάνουν κατάχρηση του διαδικτύου και των ηλεκτρονικών παιχνιδιών. Τι έχετε να παρατηρήσετε για την είσοδο της νέας ηλεκτρονικής εποχής στην ζωή των παιδιών;

Γιάννης Ζουγανέλης: Καταρχήν πιστεύω στο διαδίκτυο. Πιστεύω ότι τα παιδιά πρέπει να έχουν την δυνατότητα και την οικονομική ευχέρεια να μπορούν να μπαίνουν στο διαδίκτυο, να ενημερώνονται, να φορτώνουν εγκυκλοπαίδειες, παιχνίδια κλπ, ωστόσο πάνω από μία έως μιάμιση ώρα την ημέρα θεωρώ ότι είναι καταστροφικό. Δυστυχώς μπαίνουν τα παιδιά και κολλάνε. Ενώ το διαδίκτυο έχει πολύ ενδιαφέροντα πράγματα να δεις, για παράδειγμα να γνωρίσεις άλλες πόλεις μέσα από δορυφορικά προγράμματα, να γνωρίσουν ένα ποιητή και χίλια δυό άλλα χρήσιμα, να παίξεις κι ένα παιχνίδι (αν και εδώ κυοφορούνται και πολλοί κίνδυνοι), ωστόσο το οποιοδήποτε «κόλλημα» είναι το χειρότερο πράγμα. Ένα καλό φαγητό άμα κολλήσει δεν τρώγεται.

Παιδεύω: Σήμερα τα παιδιά στην χώρα μας είναι πολύχρωμα: Λευκά, μελαχρινά, κίτρινα. Ποια πιστεύετε ότι πρέπει να είναι η στάση του σχολείου, αλλά και των γονέων για να μη μεγαλώσουν τα παιδιά με ρατσιστικές αντιλήψεις και τραύματα;

Γιάννης Ζουγανέλλης: Πράγματι υπάρχει ένα πρόβλημα ισορροπίας με τις ξένες εθνότητες, θα πρόσθετα και τις ξένες φυλές. Η αλήθεια είναι ότι απότομα διογκώθηκε αυτό το φαινόμενο των μεταναστών στην Ελλάδα. Μερικές φορές ο ρατσισμός δημιουργείται όταν και οι άλλες εθνότητες έρχονται στην Ελλάδα με μια βία. Δεν πιστεύω καθόλου τον ρατσισμό. Θα πρέπει τα παιδιά, να δείχνουν κατανόηση, όχι μόνο να μην είναι ρατσιστές, αλλά να αποδέχονται τους αδύνατους ανθρώπους. Να θυμηθούν ότι κι εμείς σαν λαός ορθωθήκαμε πηγαίνοντας μετανάστες στην Αυστραλία, στην Γερμανία, στην Αμερική και σε πολλές ακόμα άλλες χώρες δουλεύοντας εργάτες. Οι Έλληνες έχουν μια άλλη ευγένεια στη φυσιογνωμία τους, σε σχέση με αρκετές εθνότητες που εγώ τουλάχιστον έχω συναντήσει και στην διαδικασία της εκπαίδευσης. Πρέπει να είναι πολύ σοφά τα παιδιά, να καθοδηγηθούν σωστά για να αντιμετωπίσουν με αγάπη ακόμα κι εκείνα τα παιδιά που πιθανόν δεν έχουν φτάσει στο επίπεδο να μπορούν να συμπεριφερθούν σωστά ως φιλοξενούμενοι. Η λέξη «φιλοξενία», που είναι μια ελληνική λέξη μαγική, που δεν υπάρχει στα αγγλικά, στα γαλλικά ή σε άλλη γλώσσα παρά σαν τροποποιημένη ελληνική λέξη. Πρέπει τα παιδιά να μην αντιδρούν αρνητικά ακόμη και σε μια λάθος συμπεριφορά των φιλοξενούμενων. Να είναι οικοδεσπότες. Αυτό σημαίνει ότι είμαστε ανώτεροι, όχι με την έννοια της φυλετικής διαφοράς ή της κοινωνικής, αλλά πνευματικά. Ο ανώτερος πνευματικά είναι ταπεινός άνθρωπος. Μ’ αυτή την έννοια πρέπει να ισορροπούν οι σχέσεις μας.

Παιδεύω: Κάποια προηγούμενα καλοκαίρια πολλές οικογένειες είδαν τη ζωή τους, το βιός τους να καταστρέφεται. Τα παιδιά βίωσαν κι αυτά την πύρινη κόλαση και τον κίνδυνο. Κάποια άλλα πίνουν εδώ και χρόνια μολυσμένο νερό στην Ελλάδα. Τι μήνυμα θέλετε να τους στείλετε;

Γιάννης Ζουγανέλης: Πιστεύω ότι με τις φωτιές το καλοκαίρι που έζωσαν όλη την Ελλάδα και άρπαξαν και τα όνειρά μας, άρπαξε φωτιά και το μέλλον μας τελείωσε η περίοδος της μεταπολίτευσης. Πρέπει να την διαδεχτεί μια άλλη περίοδος αναγέννησης αυτή την φορά. Και η αναγέννηση θα προέλθει και από τις πρωτοβουλίες που θα αναπτύξουμε για το περιβάλλον. Πρέπει να δούμε και τις ευθύνες των ανθρώπων, γιατί οι φωτιές δεν πήραν μόνο από τους κατευθυνόμενους εμπρηστές, πήρανε και από τη συνήθεια εμάς των ίδιων να πετάμε παντού τα πάντα, παντού μπάζα, παντού χωματερές. Είμαστε η χώρα με τις περισσότερες χωματερές. Η χώρα με τις στάνες από ελενίτ. Όταν ζει το ζώο πρέπει να το σεβόμαστε. Αντίθετα σε τέτοιες στάνες βράζει πριν «το βράσουμε» στην κατσαρόλα. Να πάρουμε λοιπόν πρωτοβουλίες να επαναφέρουμε το περιβάλλον, να ταρακουνήσουμε την εξουσία που κοιμάται όρθια. Έχουν τα σπίτια τους τα όμορφα με τα δέντρα και δεν σκέφτονται για τους ανθρώπους που ζουν μέσα σε ένα περιβάλλον που δεν είναι περιβάλλον. Πρωτοβουλίες, λοιπόν, για να επαναφέρουμε τα πράγματα, να μάθουμε τι συνέβαινε στο παρελθόν και θα σας πω και κάτι που κάποιος το χλεύασε: Τελικά δεν υπάρχει παρόν. Το παρελθόν είναι το παρόν στο μέλλον. Πρέπει να ενεργήσουμε άμεσα για να μπορούμε να απολαμβάνουμε αυτό που η φύση θέλει να μας προσφέρει, αυτό που η φύση θέλει να οργανώσει μέσα στην ψυχή μας.

Share
Κατηγορίες: ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΟΥΓΑΝΕΛΗΣ: Ακούστε τα παιδιά, για να μάθουν να ακούνε

Σπύρος Παπαδόπουλος: «Για μένα το σανίδι είναι το παν»

«Το θέατρο είναι ένα παιχνίδι με γνώση,

απαραίτητο για τα παιδιά»


Παιδεύω: Κύριε Παπαδόπουλε, όταν ήσασταν μαθητής στο δημοτικό σχολείο σας είχε περάσει ποτέ από το μυαλό η ιδέα ή η επιθυμία να γίνετε ηθοποιός; Ήταν παιδικό σας όνειρο ή συνέβη τυχαία;

Σπ. Παπαδόπουλος: Ποτέ! Ποτέ δεν μου είχε περάσει η ιδέα. Και μάλιστα δεν είχα πάρει μέρος σε καμία σχολική παράσταση, ούτε καν ποίημα είχα πει. Ντρεπόμουν πολύ, δεν μπορούσα. Όλα έγιναν τελείως τυχαία και αρκετά χρόνια μετά.

Παιδεύω: Άρα κάθε παιδί σήμερα που, όταν δεν ντρέπεται, υποκρίνεται μέσα στο δωμάτιο, μπροστά στα αδέλφια του ή τους κολλητούς του, ή – ακόμα πιο θαρρετά – πρωταγωνιστεί στη σχολική θεατρική παράσταση, δικαιούται να ονειρεύεται πως «που ξέρεις; Μπορεί να γίνω κι εγώ ηθοποιός!».

Σπ. Παπαδόπουλος: Βεβαίως το δικαιούται, όπως δικαιούται να ονειρεύεται ναγίνει και οτιδήποτε άλλο. Δεν μπορεί να αφαιρέσει κανείς αυτό το δικαίωμα από κανέναν, πολύ περισσότερο από ένα παιδί. Πρέπει, ωστόσο, να πω ότι ο ηθοποιός δεν είναι ένα επάγγελμα, όπως ίσως πολλοί θα έχουν στο μυαλό τους, εύκολο και ελκυστικό. Πρόκειται για μια πάρα πολύ σκληρή δουλειά, που θέλει πάρα πολύ μόχθο, κούραση, αρκετή πίκρα και συνοδεύεται, πολλές φορές, από ανέχεια και ανεργία. Όλα πρέπει να τα βλέπουμε.

Παιδεύω: Οι παλιότεροι θυμόμαστε τους δικούς μας γονείς πολλές φορές να λένε «Θεατρίνος» και να εννοούν όχι σοβαρός – πιθανόν και αστείος, όχι συνεπής αλλά υποκριτής. Να λένε «Θεατρίνα» και να εννοούν πολύ χειρότερα. Εσείς, από την τυχαία εκείνη στιγμή που βρεθήκατε στο θέατρο, τι απολογισμό κάνετε; Αισθάνεστε πλούσιος – εννοώντας ψυχικά – ή ταλαιπωρημένος;

Σπ. Παπαδόπουλος: Η αλήθεια είναι ότι παλιά είχαν αρνητικό αντίκτυπο και ο θεατρίνος και η θεατρίνα. Ήταν σχεδόν ταυτισμένη η υποκριτική με την υποκρισία – πράγμα που σήμερα συμβαίνει λιγότερο έως και καθόλου θα έλεγα. Η υποκρισία είναι ελάττωμα ενώ η υποκριτική είναι τέχνη. Όχι, εγώ αισθάνομαι πολύ πλούσιος, πάρα πολύ πλούσιος με ό, τι έχω ζήσει. Ακόμα και τώρα να σταματούσα, είμαι καλυμμένος για 5 ζωές. Αν ξαναξεκινούσα, πάλι το ίδιο θα έκανα.

Παιδεύω: Η καλλιτεχνική σας παρουσία πολύπλευρη. Θέατρο, τηλεοπτικά σήριαλ, τηλεπαιχνίδια, κινηματογράφος, η σαββατιάτικη συνάντηση «Στην υγειά μας» με παλιούς και νέους δημιουργούς του πολιτισμού μας. Ποιο είναι όμως εκείνο το κάτι παραπάνω που έχει «το σανίδι», το θέατρο, και  σας κάνει μαζί του να είστε πρωταρχικά δεμένος;

Σπ. Παπαδόπουλος: Δεν είναι απλά το κάτι παραπάνω. Για μένα «το σανίδι» είναι το παν. Όλα τα άλλα, ενώ τα κάνω με πολλή όρεξη και μεράκι, στο πίσω μέρος του μυαλού μου τα θεωρώ πάρεργα. Τον ηθοποιό τον ορίζει το θέατρο, δηλαδή το σανίδι. Εκεί δηλαδή όπου εκτίθεται, όπου τα πράγματα γίνονται σε ενεστώτα χρόνο. Όταν «μπροστά στον πελάτη κόβεται και ο κιμάς». Όταν δεν κρύβεσαι πίσω από μια κάμερα, προκειμένου να το κάνεις 10 φορές μέχρι να πετύχεις το καλό. Εκεί όπου εκτίθεσαι από πάνω μέχρι κάτω και, κυρίως, σε ενεστώτα χρόνο. Η ζωντανή σχέση με το κοινό. Αυτό το πράγμα, εγώ τουλάχιστον, δεν το αλλάζω.

Παιδεύω: Εμείς οι θεατές εισπράττουμε την εικόνα ενός Σπύρου που είναι ένας από εμάς. Σαν να γνωριζόμαστε χρόνια. Ο ηθοποιός στη σκηνή, ακόμα και ντυμένος μέσα στο ρόλο του, πρέπει τελικά να είναι ο εαυτός του;

Σπ. Παπαδόπουλος: Όχι, δεν πρέπει να είναι ο εαυτός του. Πολλές φορές για άλλο πράγμα μοχθεί ο ίδιος ο ηθοποιός και άλλο πράγμα θέλει να προσλάβει το κοινό.Όντως, το κοινό μπορεί να έρχεται να δει τον Σπύρο. Σου λέει «δεν με νοιάζει τώρα τι παίζει, εγώ τον Σπύρο θέλω να δω». Εγώ στην παράσταση που παίζω τώρα φιλοδοξώ – και χαίρομαι που το έχω καταφέρει – να λένε πως «είδα τον Νιόνιο και μου άρεσε – ο Νιόνιος». Το όνομα του ρόλου και όχι τον Σπύρο. Η σχέση  με κάποιους καλλιτέχνες που είναι ιδιαίτερα αγαπητοί στον κόσμο μπορεί να υπάρχει, αλλά δεν πρέπει να σε παρασύρει και να λες «αφού τον Σπύρο θέλεις, τον Σπύρο θα σου κάνω!». Εκείνη την ώρα της δράσης τον κάνεις να ξεχνάει τα γνώριμα χαρακτηριστικά του Σπύρου.

Παιδεύω: Υπάρχει αγωνία πριν από το χειροκρότημα του κοινού; Τι εισπράττετε από το χειροκρότημα των θεατών – ευγένεια, υποχρέωση, ανακούφιση, επιβεβαίωση, αναγνώριση, αγάπη, κουράγιο;

Σπ. Παπαδόπουλος: Εγώ προσωπικά λειτουργώ κάπως διαφορετικά. Πιστεύω ότι ο ηθοποιός δεν πρέπει να έχει καμία αγωνία για το χειροκρότημα. Εγώ πριν απ’ όλους πρέπει να ξέρω εάν είμαι καλός την ώρα που παίζω το ρόλο. Η μεγάλη μου, ας πούμε, απόλαυση είναι η ώρα που παίζω και η προσωπική μου αίσθηση για το εάν είμαι καλός. Εάν αυτό που αισθάνομαι κατεβαίνει κάτω στον κόσμο. Ειλικρινά το λέω, χωρίς να παρεξηγηθώ, δεν με ενδιαφέρει το χειροκρότημα. Δεν λέω πως μου είναι δυσάρεστο, για όνομα του Θεού, αλλά αυτό το υπογραμμίζω γιατί υπάρχουν συνάδελφοι που έχουν άγχος και λένε «Κάν’ το, κάν’ το κι αυτό κάν’ το και το άλλο, για να προκαλέσεις χειροκρότημα!». Αυτό είναι τρέλα. Εγώ έχω καταλάβει κατά τη διάρκεια της παράστασης εάν αυτοί οι άνθρωποι που με βλέπουν είναι έτοιμοι για ένα πολύ δυνατό χειροκρότημα. Αν πάλι κάτι δεν έχει πάει καλά, το ξέρω και δεν παρασύρομαι.

Παιδεύω: Πόσο νομίζετε ότι το θέατρο είναι συνυφασμένο με την παιδεία ενός λαού και, πρώτ’ απ’ όλα, των ίδιων των παιδιών; Άραγε το σημερινό σχολειό, ο εκπαιδευτικός μηχανισμός, είναι φτιαγμένος για να μπορεί να ανταποκρίνεται σ’ αυτό το ρόλο;

Σπ. Παπαδόπουλος: Αναμφίβολα είναι απαραίτητο το θέατρο για τα παιδιά και τον άνθρωπο, εννοώντας το να παίζουν τα παιδιά θέατρο και όχι μόνο να βλέπουν. Αυτό που πλέον όλοι έχουμε ανάγκη, είναι να ξεφύγει ο καθένας μας λίγο από τον εαυτότου. Στον άνθρωπο είναι έμφυτη αυτή η τάση. Κάτι δεν βολεύει τον καθένα στο σαρκίο του. Του αρέσει να μασκαρεύεται εύκολα. Μια μάσκα είναι από τα πιο αγαπημένα παιχνίδια. Ακόμα και αν υπάρχει και κάποιος κίνδυνος, να παρασυρθεί κανείς εύκολα και να πει «εγώ θέλω να γίνω ηθοποιός γιατί μου αρέσει». Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι στην εποχή μας μέσα από το θέατρο αντιμετωπίζονται πολλά σοβαρά προβλήματα υγείας και, ιδιαίτερα, ψυχικά νοσήματα. Το θέατρο έχει γίνει πολλές φορές η «κολυμπήθρα του Σιλωάμ» για πολλά πράγματα. Είναι απαραίτητο γιατί σε βοηθάει να ταξιδέψεις αλλού. Το θέατρο είναι ένα τέτοιο παιχνίδι. Ένα παιχνίδι, όμως, με γνώση, το οποίο νομίζω ότι είναι απαραίτητο για τα παιδιά γιατί ανοίγει πολλούς δρόμους στο μυαλουδάκι τους.

Share
Κατηγορίες: ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Σπύρος Παπαδόπουλος: «Για μένα το σανίδι είναι το παν»

Χρήστος Θηβαίος: Μεγάλωσα σαν παιδί του μπουλουκιού, παιδί περιοδεύοντος θιάσου

Ο γνωστός τραγουδιστής συνδιαλέγεται μέσα από το «Παιδεύω» σαν καλλιτέχνης, αλλά και σαν γονιός

Παιδεύω: Περιγράψτε μας μερικές από τις έντονες παιδικές σας αναμνήσεις. Ξέρουμε ότι πολλές φορές συνοδεύατε στις περιοδείες τους καλλιτέχνες γονείς σας. Άραγε, η ζωή ενός καλλιτέχνη βιωμένη από τα μάτια του δικού του παιδιού είναι μόνο λαμπερή, πνιγμένη στα χειροκροτήματα και τα «ζήτω», ή κρύβει και άλλα συναισθήματα;

Χρ. Θηβαίος: Είχα την τύχη να έχω γονείς, παππούδες και θείους μέλη ενός περιοδεύοντος θιάσου. Έτσι, μεγάλωσα, ας πούμε, σαν παιδί του μπουλουκιού, δηλαδή των περιοδειών. Παιδί ενός περιοδεύοντος θιάσου. Οι παιδικές αναμνήσεις μου ξεκινάνε από τη μυρωδιά των καλλυντικών που είχαν όλοι οι ηθοποιοί, όταν βαφόντουσαν πριν βγούνε στη σκηνή. Αυτή η μπερδεμένη μυρωδιά του ιδρώτα με το προσωπείο των καλλυντικών, ήταν για μένα η στολή του σώματος, του δέρματος, πριν βγούνε στη σκηνή. Αμέσως μετά αυτό το προσωπείο μεταφραζόταν σε κινησιακή συμπεριφορά, με την διαφορετική κίνηση που είχαν οι γονείς μου δηλ. η οικογένειά μου, οι συγγενείς και οι φίλοι των γονιών μου στην σκηνή. Εντελώς διαφορετική συμπεριφορά από το τραπέζι που τρώγαμε. Έτσι μπόρεσα να αρχίσω να διακρίνω που ξεκινάει και που τελειώνει η επαγγελματική δουλειά. Μιλάμε για το σκηνικό επάγγελμα, τη μυρωδιά του σανιδιού, τους ανθρώπους που κάνουν μια δουλειά. Όλο αυτό που ζούσα συντελούσε στο να έχω και εγώ μια κοινοβιακή συμπεριφορά. Γιατί στο τραπέζι που τρώγαμε, ήμασταν όλοι μαζί. Όλοι όσοι δουλεύανε, τρώγανε και μαζί. Και πάντοτε ο καθένας είχε μια συγκεκριμένη δουλειά να κάνει. Ήμασταν όλοι μέρη μιας κοινότητας, ενός κοινοβίου. Ο καθένας μας έπρεπε να συμπεριφέρεται μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο. Άλλος θα κοίταζε τα ηλεκτρικά, άλλος να στήσει τη σκηνή, άλλος να φροντίσει το μαγείρεμα. Σε αρκετά μικρή ηλικία, άρχισα να μαθαίνω τον σεβασμό απέναντι στη σεξουαλική διαφορά. Δεν διαχωρίζονταν αυτός που ήταν ομοφυλόφιλος από αυτόν που δεν ήταν. Για μένα ήταν κάτι πάρα πολύ φυσικό. Η κοινότητά μας δεν συμβιβαζόταν με κανενός είδους ρατσισμό – είτε αυτός ήτανε σεξουαλικός ρατσισμός – είτε σεξιστικός ρατσισμός – είτε αφορούσε σχέση παιδιού προς μεγάλους. Ζώντας τα παιδικά μου χρόνια μέσα σε μια τέτοια κοινωνία, ένιωσα τον ρατσισμό των άλλων απέναντί μου. Στο σχολείο από άλλα παιδιά αλλά και από γονείς. Ένιωσα το στίγμα, του ότι «αυτός είναι ηθοποιός». Ότι αυτός δεν είναι ο δικηγόρος, δεν είναι ο γιατρός, είναι ο άλλος. Πολλές φορές τα παιδιά συμπεριφέρονται βίαια μεταξύ τους. Τότε, όπως πολύ καλά ξέρετε,  κάλλιστα κάποιος θα μπορούσε να πει ότι τη μάννα μου ανήθικη, ή τον  πατέρα  μου. Αυτό συνέβαινε. Είχα ακούσει παρόμοιες κρίσεις. Προς θεού, όχι τόσο άσχημες, αλλά το στίγμα του διαφορετικού οπωσδήποτε υπήρχε. Όλα αυτά τα ζούσα μέσα από ένα κοινόβιο, νιώθοντας ταυτόχρονα αγάπη για τον κόσμο. Γιατί νιώθαμε πως επειδή αγαπάμε τον κόσμο, γι’ αυτό πρέπει και να τον ψυχαγωγήσουμε. Θυμάμαι τα πρώτα χρόνια της χούντας, όταν περπατώντας στην οδό Αχιλλέως, στο Μεταξουργείο, να περνάγανε τα τανκς και ο πατέρας μου έλεγε: «τώρα δεν καταλαβαίνεις τι συμβαίνει, αλλά να το θυμάσαι σε όλη σου τη ζωή πως είναι κακό όταν βλέπεις τανκς μέσα στην πόλη!». Γι’ αυτό, από τότε ακόμα και μέχρι σήμερα, έχω μια απέχθεια προς τις παρελάσεις. Γιατί μου θυμίζουνε εκείνες τις παρελάσεις. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας οι στρατιωτικοί απασχολούσαν ηθοποιούς καλώντας τους να κάνουν παραστάσεις μέσα σε στρατόπεδα για να ψυχαγωγούν τους στρατιώτες. Θυμάμαι πιο έντονα αυτή την περίοδο. Τότε σιγά – σιγά τότε άρχιζα να μεγαλώνω. Την Παρασκευή στις 17 Νοέμβρη του 1973, θυμάμαι ότι ήμασταν στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου. Ξαφνικά, την ώρα που οι γονείς μου ήταν πάνω στη σκηνή, από τα μεγάφωνα έγινε μια ανακοίνωση: «Όσοι αξιωματικοί έχουν περίστροφο, να κατευθυνθούν στην πύλη, με προορισμό την οδό Πατησίων και το Πολυτεχνείο». Αμέσως από την σκηνή, όπου ήταν οι γονείς μου, άρχισαν να καταβαίνουν διάφοροι ένστολοι και ένοπλοι διακόπτοντας την παράσταση και άρχισαν να τρέχουν με κατεύθυνση την πύλη. Μας πήραν τότε κι εμάς με ένα στρατιωτικό μεταφορικό, που μας άφησε το  απ’ έξω από το θέατρο Περοκέ. Κατευθυνθήκαμε στο σπίτι μας με τα πόδια (τότε ήταν στην οδό Κρήτης και Χίου στον Άγιο Παύλο).  Για πρώτη φορά σε ηλικία 10 ετών – γιατί είμαι γεννημένος το 1963 –  πρωτοανέπνευσα δακρυγόνα. Αυτός είναι ο κύκλος των παιδικών μου αναμνήσεων.

Παιδεύω: Τα παιδιά σήμερα, από το νηπιαγωγείο και τις πρώτες τάξεις του δημοτικού, μαθαίνουν να σφίγγουν το μολύβι και να ζωγραφίζουν, να τραγουδούν, να γράφουν στιχάκια, να κάνουν κατασκευές. Έχουν άραγε το δικαίωμα να πιστεύουν ότι μπορούν να γίνουν οι αυριανοί ζωγράφοι, συγγραφείς, μουσικοί. Μήπως αυτό είναι προνόμιο μόνο λίγων, που οι οικογένειές τους είναι ήδη γνωστές, με όσα πλεονεκτήματα αυτό συνεπάγεται;

Χρ. Θηβαίος: Πολύ ωραία ερώτηση! Νομίζω ότι μπορούν να γίνουν μεγάλοι ζωγράφοι. Μπορούν να γίνουν μεγάλοι ποιητές ή μεγάλοι συνθέτες. Δε μιλάω για τραγουδιστές. Το τραγούδι είναι κάτι άλλο, διαφορετικό, που δεν έχει βέβαια, καμία σχέση με τα ρεάλιτι σόου. Αυτό σας το λέω εγώ, που πλέον μπορώ να μιλήσω για τέτοια θέματα, από θέση ισχύος. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα. Εγώ δεν θεώρησα σκόπιμο ότι ο γιός μου πρέπει να πάει σε ιδιωτικό σχολείο. Τον έχω στείλει σε δημόσιο. Μόνο αφού εκδήλωσε ο ίδιος από μόνος του ενδιαφέρον, κάποια στιγμή άρχισε να μαθαίνει πιάνο. Ξανατονίζω, μετά από δικό του ενδιαφέρον. Τυχαίνει ο γιός μου  να είναι γόνος ενός ευκατάστατου καλλιτέχνη. Ωστόσο, δεν θέλω να αισθάνεται διαφορετικός από τον Αλβανό που κάθεται δίπλα του. Γιατί κι αυτά τα παιδιά είναι πλέον παιδιά μας. Και θέλω να ξέρει ότι ακόμα και η διαφορετικότητα της γλώσσας είναι κάτι σημαντικό, έτσι όπως εγώ γνώρισα, την διαφορετικότητα της σωματικής γλώσσας κάποτε. Θέλω να ξέρει ότι πρέπει να είναι ίσος εκεί που δεν είναι ίδιος. Είναι πολύ σημαντικό αυτό για τον γιό μου. Εγώ σαν μικρό παιδί δεν είχα πολλές δυνατότητες. Για παράδειγμα, οι δικοί μου δεν είχαν την οικονομική ευχέρεια που έχει ο γιός μου από τον πατέρα του. Προσπαθώ να του μεταδώσω αυτό που μου μετέδωσαν οι δικοί μου. Θα σας πω ένα παράδειγμα: Ήμουνα 12 ετών – σχεδόν 13 όταν είχα δει και μου άρεσε πολύ μια κιθάρα. Μάλιστα η κιθάρα που μου άρεσε, πουλιόταν σε ένα μαγαζί που δούλευε ένας συνάδελφος του πατέρα μου. Δηλαδή, θα μπορούσαμε πιθανόν να την πάρουμε στο σπίτι. Εγώ νόμιζα ότι είναι εύκολο πράγμα. Πήγα, λοιπόν στον πατέρα μου και του λέω: «Μπαμπά, μου αρέσει πολύ αυτή η κιθάρα. Θέλω να μου την πάρεις.» «Ποια κιθάρα;»,  μου λέει. Του λέω «Αυτή τη συγκεκριμένη». «Σύμφωνοι!» μου λέει. «Άμα σου αρέσει αυτή η κιθάρα, τότε να πας να δουλέψεις και να την πάρεις». Δεκατριών ετών, λοιπόν, πήγα σε ένα φούρνο τα καλοκαίρια και δούλευα, ενώ οι συμμαθητές μου πηγαίνανε διακοπές. Ο συγκεκριμένος φούρνος, θυμάμαι μάλιστα πως ήταν του θείου του Πέτρου του Φιλιππίδη. Ήμασταν οικογενειακοί φίλοι. Με τον Πέτρο γνωριζόμαστε από την ημέρα που γεννηθήκαμε. Δούλευε και ο Πέτρος ο Φιλιππίδης. Εμείς. λοιπόν, γίναμε αυτό που γίναμε, χωρίς να έχουμε αυτή την οικονομική ευχέρεια από τους δικούς μας. Είχαμε. όμως, την πνευματική ευχέρεια. Θυμάμαι με καμάρι την στιγμή που αισθάνθηκα άντρας. Ήταν όταν πήγα στο ταμείο, άφησα τα χρήματα και είπα: «Θέλω αυτή την κιθάρα». Την πλήρωσα με χρήματα που δούλεψα. Έτσι, λοιπόν και τα παιδιά που οι οικογένειές τους δεν βρίσκονται σε καλή οικονομική κατάσταση,  έχουν την δυνατότητα να δουλέψουν και να κάνουν αυτό που θέλουν.

Παιδεύω: Πόσο η κοινωνία μας και οι θεσμοί της σήμερα διαχειρίζονται σωστά αυτό το κεφάλαιο που λέγεται παιδική δύναμη, παιδική φαντασία, παιδική ικανότητα;

Χρ. Θηβαίος: Σε δουλειές, όπως αυτή που κάνετε εσείς, πιστεύω με τον πιο όμορφο τρόπο. Γιατί εσείς δίνετε βήμα στα παιδιά. Αν θέλουμε λίγο να το συνδέσουμε και με την προηγούμενή σας ερώτηση, πρέπει να πούμε ότι εμείς μεγαλώνοντας, ακόμα και με την πιο θετική μας πλευρά, γινόμαστε μέρος της εξουσίας. Κανείς δε μπορεί να αρνηθεί ότι ταξικά εγώ είμαι μέρος της εξουσίας. Ταξικά είμαι ένας ευκατάστατος μεγαλοαστός. Το έργο μου, όμως είναι αντιεξουσιαστικό. Κι εσάς το έργο σας οφείλει να είναι αντιεξουσιαστικό, με την έννοια ότι η εξουσία περιορίζει την φαντασία των παιδιών.

Παιδεύω: Πόσο η σημερινή κοινωνία των μεγάλων στη χώρα μας, αλλά και παγκόσμια, μπορεί να ακούσει, να καταλάβει, αλλά και να μιλήσει, να επικοινωνήσει, να συνεννοηθεί με τα παιδιά και τους νέους; Πού νομίζετε ότι οφείλεται αυτό το χάσμα που πολλές φορές βλέπουμε να παίρνει πραγματικά εκρηκτικές διαστάσεις;

Χρ. Θηβαίος: Στη λήθη. Στο γεγονός ότι ξεχνάμε πως ήμασταν όταν ήμασταν δώδεκα χρονών. Πως ήμασταν δεκαέξι χρονών; Tο ξεχνάμε. Ας μιλήσουμε για τα γεγονότα των τελευταίων μηνών που ήταν μια σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Όλοι μάθαμε από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ποιο είναι το όνομα του εικοσάχρονου αστυφύλακα που χτυπήθηκε πρόσφατα. Δηλαδή, όλοι ξέρουμε το όνομα του Διαμαντή Ματζούνη, όλοι ξέρουμε τον Αλέξη Γρηγορόπουλο, πολλοί λίγοι ξέρουμε το όνομα του Επαμεινώνδα Κορωνέα. Κανένας δεν αναφέρει το όνομα αυτού που στην συνείδηση όλων φταίει. Φυσικά και ο Επαμεινώνδας Κορωνέας που σκότωσε τον Αλέξη Γρηγορόπουλο, ήταν κι αυτός κάποτε δώδεκα χρονών. Έχει κι αυτός τρία παιδιά τα οποία θα γίνουν κάποτε δεκάξι χρονών. Έχει κι αυτός μια γυναίκα. Ερωτεύτηκε κι αυτός. Όλοι ξεκινάμε από το ότι δεν είμαστε ίδιοι. Πρέπει όμως να είμαστε ίσοι. Στην πορεία ξεχνάμε. Αυτός ο άνθρωπος έγινε ένας τύραννος, ένα σιδερικό, ένας ράμπο. Εγώ δεν θα ήθελα να τον συναντήσει το παιδί μου. Στις διαδηλώσεις που γίνανε, οι διαδηλωτές, τα παιδιά μας, εκδήλωσαν την οργή τους. Αυτά που λέγονται για τις κουκούλες είναι αστεία πράγματα. Είναι για ανθρώπους που δεν έχουν την στοιχειώδη γνώση. Κουκούλα δεν σημαίνει κρύβω την ταυτότητά μου. Αξίζει να θυμίσουμε ότι παλιότερα δεν φοράγανε κουκούλες, γιατί δεν υπήρχαν κάμερες. Το να σηκώσω την κουκούλα, που είναι και η κίνηση ας πούμε του ράπερ, της μουσικής που ακούν σήμερα οι νέοι μας, σημαίνει ότι εντάσσομαι σε ένα μεγαλύτερο κοινωνικό σύνολο και  όχι ότι κρύβω την ταυτότητά μου. Το χαρακτηριστικό της κουκούλας έχει χρησιμοποιηθεί, από το ίδιο το καθεστώς, για λόγους προβοκάτσιας, πράγμα που έζησα και εγώ προσωπικά όταν ήμουν δεκαοχτώ χρονών στα Εξάρχεια, τότε που οι περισσότεροι αστυνομικοί είχαν μακριά μαλλιά και ήταν ντυμένοι σαν νεαροί έφηβοι. Ανατριχιάζω όταν βλέπω ότι βγαίνουν στις τηλεοράσεις και μιλάνε μ’ αυτόν τον τρόπο για σύμβολα.

Παιδεύω: Υπάρχει άραγε, καλός και κακός πόλεμος ή δίκαιη  και άδικη εισβολή, όπως ακούμε να λέγεται από τα χείλη αρκετών – κυρίως πολιτικών ηγετών της Ευρώπης και του κόσμου και που να δικαιολογεί μάλιστα μαζικές δολοφονίες γυναικόπαιδων;

Χρ. Θηβαίος: Η βία, δυστυχώς είναι φλέγον ζήτημα. Σίγουρα είμαι αντίθετος με τον πόλεμο. Αυτό ούτε καν πρέπει να το συζητάμε. Όλα αυτά τα χρόνια όμως, δυστυχώς έχει φανεί ότι οι μειονότητες αναγκάζονται να χρησιμοποιήσουν την βία για να ακουστούν. Αυτό το είδαμε και στα Εξάρχεια και το Κολωνάκι, όπως το βλέπουμε και στη Γάζα. Η καταστροφή είναι η πίεση του απελπισμένου. Όπως έλεγε ο Νίκος ο Καρούζος, και το έβαλε στο στόμα της Μήδειας: «Θεέ μου σκοτώνω τα παιδιά μου για να φτάσει στ’ αυτιά σου η οργή μου». Δυστυχώς, έχουμε φτάσει σε τέτοια σημεία. Γι’ αυτό μιλάω για την λήθη. Ο λαός ο οποίος σκοτώνει αυτή τη στιγμή τα γυναικόπαιδα στη Γάζα, ξέχασε πως κάποτε κάποιοι άλλοι τον έκαναν σαπούνι. Καταλάβατε σε ποιο σημείο βρισκόμαστε; Οποιασδήποτε μορφής βία πρωτ’ απ’ όλα χρησιμοποιείται από την υπάρχουσα εξουσία. Γίνεται όπλο στα χέρια της εξουσίας. Και οι Ισραηλινοί έχουν παιδιά και δεν θα θέλανε ποτέ να τα δούνε να μένουν στην Γάζα. Παρόλα αυτά κρατάνε με νύχια και με δόντια τα υψώματα του Γκολάν και τα χρησιμοποιούνε, όπως χρησιμοποιούνε και την Γάζα γι’ αυτόν ακριβώς τον σκοπό. Γιατί πρέπει οι ΗΠΑ να έχουν πυρηνικές κεφαλές σ’ εκείνα τα σημεία της Μέσης Ανατολής.

Παιδεύω: Τι θα θέλατε να πείτε στα παιδιά για τις γεμάτες βία εικόνες που κατακλύζουν τα μέσα ενημέρωσης και ιδιαίτερα την τηλεόραση αυτόν τον καιρό;

Χρ. Θηβαίος: Καταρχήν θέλω να πω στα παιδιά, πως έτσι όπως παρακολουθούν αυτές τις εικόνες βίας στις ειδήσεις, να θυμούνται πως τις ίδιες εικόνες χρησιμοποιεί και ο Μπάτμαν και ο Σπάϊντερμαν. τις ίδιες εικόνες χρησιμοποιούν τα Ζέτιξ και όλα αυτά τα κόμικ. Προσπαθούν να περάσουν με αυτόν τον τρόπο την αντίληψη ότι αυτές οι εικόνες που βλέπουμε στην Γάζα είναι πολύ φυσικές. Ότι οι εικόνες στα πλέι–στέϊσον σιγά – σιγά γίνονται πραγματικότητα. Ότι οι εικόνες που βλέπουνε στην Γάζα σιγά – σιγά είναι σαν εικόνες του πλέι – στέϊσον. Γίνονται καταστροφές, καίγονται στ’ αλήθεια άνθρωποι, αλλά δυστυχώς τα παιδιά μας μαθαίνουν ότι αυτό είναι σαν ένα παιχνίδι.

Παιδεύω: Αρκετές γειτονιές της χώρας μας, όπως για παράδειγμα το κέντρο της Αθήνας, είναι πλέον πολύχρωμες, πολύγλωσσες, πολυ-πολιτισμικές. Τα παιδιά στην πολυ-πολιτισμική τάξη του σχολείου φωνάζουν τους φίλους τους με το όποιο όνομα έχουν, ξεχνώντας τη χώρα προέλευσης. Οι μεγάλοι, συχνά αντιδρούν αντίστροφα. Εσείς τι πιστεύετε για το σύγχρονο αυτό φαινόμενο που χαρακτηρίζει τη ζωή μας;

Χρ. Θηβαίος: Εμένα μου αρέσει. Μου αρέσει πολύ. Μια από τις αγαπημένες μου πόλεις είναι το Παρίσι και το Λονδίνο. Εκτός από την Ιταλία όπου έχω ζήσει αρκετά χρόνια, γιατί εκεί σπούδασα, έχω ζήσει και στις πόλεις αυτές. Ακριβώς επειδή σπούδασα κιόλας σε μια ξένη χώρα, θέλω να σας πω, ότι εγώ έτρωγα στο ίδιο τραπέζι στη φοιτητική εστία με Παλαιστίνιους και Εβραίους. Έτρωγα στο ίδιο τραπέζι. Γι’ αυτό και είμαι πολύ ευαίσθητος γι’ αυτά τα θέματα. Έτυχε να μάθω εβραϊκά. Έτυχε ν’ ασχοληθώ και με την Αραβική γραφή. Εμένα μ’ αρέσει να περπατάω στους δρόμους του Παρισιού και του Λονδίνου και να βλέπω τις νέες γενιές, που είναι πλέον μιγάδες. Δεν έχουν ένα χρώμα. Έχουν πολλά χρώματα μέσα τους. Και γι’ αυτό τον λόγο χαίρομαι όταν πηγαίνω στο πάρτι του γιου μου, στην γιορτή του και βλέπω  ότι ένας φίλος του λέγεται ‘Αλφρεντ, ένας άλλος λέγεται Χασάν. Μου αρέσει πάρα πολύ αυτό. Ποτέ δεν ήμουνα λάτρης μιας ιδεολογίας φασιστικής και ρατσιστικής για το αμιγές αίμα, την αμιγή προέλευση. Δυστυχώς, υπάρχουν στο κοινοβούλιο άνθρωποι που χρησιμοποιούν τέτοιου είδους προσχήματα για να μιλήσουν για την πνευματική καθαρότητα αυτού του τόπου.

Παιδεύω: Λένε ότι η μουσική ενώνει τους ανθρώπους. Εσείς, ένας σύγχρονος δημιουργός, πώς εκτιμάτε τη συμβολή της μουσικής στην καλλιέργεια της παιδικής ψυχής και μάλιστα στις μέρες μας;

Χρ. Θηβαίος: Υπάρχει βέβαια και μουσική που χωρίζει τους ανθρώπους. ας μην το ξεχνάμε αυτό, ιδιαίτερα αν σκεφτούμε κάποια ρεύματα στα οποία υπάρχουν κάποιοι φανατικοί, όπως υπάρχουν και στα γήπεδα. Εγώ σίγουρα ονειρεύομαι πάντα αυτή τη μουσική που ενώνει τους ανθρώπους. Έχω συγκινηθεί αφάνταστα, πολλές φορές, πρόσφατα αλλά και πιο παλιά, όταν με πλησίασαν αλλοεθνείς, αλλόθρησκοι, αλλόχρωμοι και γενικά διαφορετικοί, πολύ διαφορετικοί άνθρωποι από μένα, για να μου σφίξουν το χέρι, για να μ’ αγκαλιάσουν και να με φιλήσουν, με μοναδική αφορμή το γεγονός μόνο ότι παίζω μουσική. Είναι πάρα πολύ σημαντικό αυτό. Όντως μας ενώνει η μουσική αυτής της ιδεολογίας.

Παιδεύω: Περιγράψτε μας την διαδικασία γέννησης, τα «γεννητούρια» ενός τραγουδιού από την πλευρά του δημιουργού.

Χρ. Θηβαίος: Είμαι υποστηρικτής της άποψης ότι και το ταλέντο και η έμπνευση είναι κάτι που καλλιεργείται. Μια από τις πιο όμορφες κουβέντες που μου είχε πει κάποτε η Αρλέτα ήταν: «Παιδί μου δε με νοιάζει αν έχεις ή όχι ταλέντο. Με νοιάζει το τι θα το κάνεις!». Η έμπνευση είναι το ένα τοις εκατό. Το υπόλοιπο ενενήντα εννέα είναι το πώς θα το καλλιεργήσεις το ταλέντο σου. Το πόσο θα μελετήσεις για να φτιάξεις κάτι που να φαίνεται τόσο αγνό σαν να μην το είχες μελετήσει καθόλου.Πιστεύω πάρα πολύ στις σπουδές και τις γνώσεις. Για μένα είναι το πιο σημαντικό απ’ όλα. Την γνώση και τη συνεχή καλλιέργεια προσπαθώ από τώρα να εμφυσήσω στον γιό μου. Του λέω, για παράδειγμα, ότι προτιμώ να διαβάζει παρά να βλέπει τηλεόραση. Υπάρχει κάτι πάρα πολύ σημαντικό σ’ αυτό. Όχι πως δεν υπάρχει καλή τηλεόραση. Αναμφισβήτητα, υπάρχει. Στα κρατικά κανάλια, για παράδειγμα, βλέπω πάρα πολλές φορές τις ειδήσεις ή ντοκιμαντέρ, καθώς και σε κάποια άλλα κανάλια ξένα, ακούμε μουσική, αυτό όμως πρέπει να έχει και κάποιο όριο. Γιατί όταν διαβάζουμε, στη διαδικασία της ανάγνωσης, υπάρχει η δυνατότητα του διαλείμματος. Δηλαδή, μπορώ να σταματήσω, είτε από κούραση, είτε να κάνω κάποια κίνηση γιατί έχω μουδιάσει. Υπάρχει η διαδικασία του διαλείμματος ανάμεσα στο υποκείμενο και το αντι–κείμενο. Αυτό συνδέεται και με τη διαδικασία  της σκέψης. Με τη διαδικασία αντανάκλασης και ανάκλασης του κειμένου. Μπορώ να διαπιστώσω τι πραγματικά διάβασα. Μπορώ να δω, αν θυμάμαι τι διάβασα. Να ξανακοιτάξω, να καταλάβω, ποιο ήταν αυτό που ήθελε το κείμενο να μου πει. Αντίθετα, στις εικόνες που διαδέχονται η μια την άλλη, δεν έχουμε την δυνατότητα να σκεφτούμε το τι βλέπουμε. Σας θυμίζω χωρίς να θέλω να μειώσω την τέχνη της απεικόνισης, αλλά και την ζωγραφική, ότι περίπου το 1600, οι άνθρωποι του πνεύματος, υποστήριζαν ότι   η ζωγραφική είναι η λογοτεχνία του αγράμματου. Αυτό δεν υπάρχει πλέον. Δίνουμε τη δυνατότητα σ’ αυτόν που έχει πολύ μειωμένες γνώσεις να νομίζει ότι ξέρει τα πάντα μέσα από αυτές τις πολλαπλές εικόνες. Να νομίζει ότι μπορεί να κρίνει τον κόσμο από τον καναπέ του. Δεν είναι τυχαίο ότι οι μεγαλύτεροι ζωγράφοι όλων των εποχών ήτανε πληρωμένοι άνθρωποι από την εξουσία για να απεικονίζουν αυτό που η εξουσία ήθελε. Και το μεγαλείο και το ταλέντο τους ήταν το γεγονός, ότι μπορούσαν να περάσουν με την τέχνη τους αντιεξουσιαστικά μηνύματα.

Παιδεύω: Τι μήνυμα θα θέλατε να στείλετε στα παιδιά, με την ευκαιρία της νέας χρονιάς που μόλις ανέτειλε;

Χρ. Θηβαίος: Να συγχωρήσουν τα λάθη μας. Μόνο αυτό. Γιατί κυρίως εμείς κάνουμε λάθη και όχι τα παιδιά. Σίγουρα μαθαίνοντας μέσα από τα δικά μας λάθη, δηλ. των μεγάλων, να προσπαθήσουν να μελετήσουν όλα αυτά που έχει κληρονομήσει η δικιά μας γενιά στα παιδιά. Έτσι όπως τους ζητάμε να μας συγχωρήσουν, πρέπει να τους ζητάμε και να μας ακούσουν. Το πέρασμα σε ένα λόγο από καθέδρας, αναμφίβολα δεν είναι μικρό, αλλά συνιστά ένα πολύ μεγάλο βήμα. Πρέπει σιγά – σιγά να δείξουμε στα παιδιά ότι έχουμε τη διάθεση να τους μάθουμε πολλά πράγματα.

Share
Κατηγορίες: ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Χρήστος Θηβαίος: Μεγάλωσα σαν παιδί του μπουλουκιού, παιδί περιοδεύοντος θιάσου