ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ

Μικρό αφιέρωμα στον ποιητή των τραγουδιών

Το όνομά του το πρωτάκουσα από το ραδιόφωνο, όταν ο εκφωνητής ανακοίνωσε: «Ακολουθεί ο Ιρλανδός κι ο Ιουδαίος, του Μάνου Χατζιδάκι και του Νίκου Γκάτσου». Ήμουν περίπου οκτώ χρονών, σ’ ένα χωριό του Μεσολογγίου. Συνέχισα να εντυπωσιάζομαι από τους στίχους του, από τις εικόνες που δημιουργούσαν και τους συνειρμούς, και μεγαλώνοντας τόλμησα να του στείλω τα εφηβικά μου στιχουργήματα. Ήμουν στα δεκάξι πια κι εκείνος λίγο πάνω απ’ τα εξήντα. Την επόμενη χρονιά με κάλεσε κοντά του. Μείναμε μαζί δέκα επτά χρόνια· τα τελευταία της δικής του σοφής ζωής, τα πρώτα της ενήλικης δικής μου.

Τον είδα να συνεργάζεται με κορυφαίες προσωπικότητες των Γραμμάτων και των Τεχνών. Ωστόσο, βαθιά φιλία τον συνέδεσε με ελάχιστους, για να μην πούμε μόνο με τον Χατζιδάκι και τη Μούσχουρη, και σ’ έναν βίο παράλληλο με τον Ελύτη.

Ευσυνείδητος στη δουλειά του και φιλόξενος, δεν αρνήθηκε ποτέ συνεργασία σε πρωτοεμφανιζόμενους συνθέτες. Επίσης, στις περιπτώσεις που ο τραγουδιστής ήταν γνωστός εξαρχής, λάμβανε υπόψη του, εκτός από τη φωνή, την προσωπικότητα του ερμηνευτή ώστε ο λόγος να μην ηχεί ξένος στα χείλη του. Σ’ αυτό τον βοηθούσε η μακρόχρονη πείρα του στο θέατρο, ως μεταφραστής και ραδιοσκηνοθέτης, και η γνώση των χαρακτήρων.

Με εξαίρεση τη Μυθολογία, τα Παράλογα και κάποια μεμονωμένα τραγούδια, έγραφε πάνω στις μελωδίες, ισχυριζόμενος ότι εκείνος ερμήνευε καλύτερα το αίσθημα της μελωδίας απ’ ό,τι ο συνθέτης το αίσθημα των στίχων. Φυσικά ποτέ δεν έγραψε αισθηματολογίες. Ακόμα και κάποιοι μονοδιάστατοι στίχοι του, γραμμένοι υπό περιοριστικές συνθήκες, διατηρούν την ευγένεια της προσωπικής του γραφής.

Βέβαια, όταν μιλάμε για τον Γκάτσο, δεν αναφερόμαστε σε έναν «καθαρό» στιχουργό. «Κρατώ στα δάχτυλά μου τη μουσική για μια καλύτερη μέρα», μας εκμυστηρεύεται στην Αμοργό. Τη μουσική της γλώσσας, συμπεραίνουμε εμείς που ξέρουμε ότι θαύμασε τους τροβαδούρους της φυλής Σολωμό και Παλαμά, όπως και τον φημισμένο για τη μουσικότητά του Φρήντριχ Χαίλντερλιν ή τον Ισπανό ομότεχνό του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα. Κοινό σημείο με τον τελευταίο η αγάπη τους για το δημοτικό τραγούδι των πατρίδων τους και η αντίστοιχη επιρροή. Αλλά τι ήταν πατρίδα για τον Γκάτσο; «Η γλώσσα» ομολογεί σε γράμμα του προς τον Κ. Λαρδά, ήδη από το 1965.

Με τις δικές του υποδείξεις και με τον καιρό, ή γλώσσα έγινε και δική μου πατρίδα, κι εκτός από το να καλλιεργώ τις λέξεις έμαθα και να τις ανασκάπτω. Τι βρήκα κάτω από τα γραπτά του Γκάτσου; Το ανολοκλήρωτο ταξίδι του πατέρα του. Δύο μέρες πριν φτάσει στην Αμερική, το 1916, πέθανε από πνευμονία και τον πέταξαν στη θάλασσα. Μήπως γι’ αυτό ο Γκάτσος έγραψε για ταξίδια και για τις προσδοκίες τους αλλά ποτέ για ζωή στην αντίπερα όχθη; Άραγε γι’ αυτό δε συνήθιζε ο ίδιος να ταξιδεύει;

«Φεγγάρια μου παλιά

καινούρια μου πουλιά

διώχτε τον ήλιο και τη μέρα απ’ το βουνό

για να με δείτε να περνώ

σαν αστραπή στον ουρανό».

Αγαθή Δημητρούκα

***

ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ – ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ


Ήταν κάποτε δυο φίλοι

στο μικρό μας το νησί

δυόσμος με το καριοφίλι

τσάμπουρο με το κρασί.

Βγαίνανε μαζί σεργιάνι

πριν αλλάξουν οι καιροί

και στην εκκλησιά του Άι-Γιάννη

άναβαν μαζί κερί.

Έλαμπε το καλοκαίρι

ήμουνα και γω παιδί

τέτοιο αγαπημένο ταίρι

στη ζωή δεν είχα δει.

Τους εκοίταζαν οι γλάροι

τους εκοίταζα κι εγώ

σα θαλασσινό φεγγάρι

πάνω από την Αμοργό.

(«Δάμων και Φιντίας» Ν. Γκάτσος)

Με οδηγό τους παραπάνω στίχους του Νίκου Γκάτσου αξίζει να σταθούμε για λίγο σε μιαν ιστορική φιλία μισού αιώνα που δεν είναι ίσως και τόσο γνωστή στους περισσότερους.

Ήταν κάποτε δυο φίλοι: Η γνωριμία των δύο σπουδαίων μας ποιητών, του Ελύτη και του Γκάτσου, έγινε τον Οκτώβριο του 1936. Τίποτα, για πάνω από 50 χρόνια, δε στάθηκε αρκετό για να διαταράξει αυτή τη σχέση, παρόλο που όλη αυτή η περίοδος για τον ελληνικό χώρο υπήρξε ιδιαίτερα ασταθής και ταραγμένη (κατοχή, εμφύλιος, δικτατορία). Ανακαλύπτουν στην αρχή της γνωριμίας τους ότι αγαπούν τους ίδιους συγγραφείς, ότι διαβάζουν τα ίδια ποιήματα, ότι βλέπουν γενικότερα με τον ίδιο τρόπο τη ζωή που ανοίγεται μπροστά τους. Μαζί καθιέρωσαν ως τόπο συνάντησης τους το 1938 το ιστορικό φιλολογικό ‘καφενείο’ του Λουμίδη στο οποίο οι αδιάκοπες συζητήσεις και συναντήσεις τους τα χρόνια της Κατοχής[1] έμειναν ιστορικές. Από εκεί πέρασαν σχεδόν όλοι οι σημαντικοί πνευματικοί άνθρωποι του νεώτερου νεοελληνικού πολιτισμού. «Με τον Νίκο Γκάτσο συνδέθηκα και συμπορεύτηκα, επειδή κι εκείνος, πίσω από τα χαμόγελα και τις μελωδίες, είχε ακούσει τη φωνή που κηρύττει και στις παραμονές του θανάτου και πάνω από τις καταιγίδες» σημείωνε ο Ελύτης.

στο μικρό μας το νησί: Ο Ελύτης θαύμαζε την απήχηση των μελοποιημένων στίχων του φίλου του. Αν έμενε μονάχος σ’ένα νησί θα έπαιρνε μαζί του τους στίχους από το Μια Παναγιά του Γκάτσου[2], που ασφαλώς προσεγγίζει απόλυτα και τη δική του αισθητική και που (το συγκεκριμένο τραγούδι) θα μπορούσε κάλλιστα να το έχει γράψει αυτός.

Βγαίνανε μαζί σεργιάνι: Οι συναντήσεις των δυο φίλων συνεχίστηκαν όλο το διάστημα της κατοχής αλλά και τα επόμενα χρόνια σε καινούργια ‘φιλολογικά’ στέκια. Διακόπτονταν μόνο όταν ο Ελύτης έλειπε στο εξωτερικό. Υπήρχε όμως και τότε συχνή αλληλογραφία.

πριν αλλάξουν οι καιροί: Τα χρόνια 1945-1975 οι στίχοι του Γκάτσου και του Ελύτη επηρεάζονται καταλυτικά από τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις στον ελληνικό χώρο. Το έντιμο αίμα που χύνεται άσκοπα, οι αφανείς ανώνυμοι ήρωες, η σκοτεινή μοίρα του ελληνισμού γίνονται σε έργα όπως το Άξιον εστί και Νυν και αεί κυρίαρχα θέματα και μοτίβα. Τα ανέμελα νησιωτικά τοπία των πρώτων στίχων, το φως και ο έρωτας, παρότι ως το τέλος παρόντα στο έργο των δυο ποιητών, φορτίζονται πλέον με μια δραματική διάσταση.

και στην εκκλησιά του Άι-Γιάννη/ άναβαν μαζί κερί: Αξίζει να γίνει κάποτε μια ευρύτερη μελέτη για τη σχέση των δυο ποιητών μας με τη θρησκεία, την ορθόδοξη παράδοση, τα ιερά κείμενα και τους ύμνους της εκκλησίας. Ελύτης και Γκάτσος εμπνέονται, γοητεύονται, αξιοποιούν στο έπακρο και μεταμορφώνουν ποιητικά λέξεις, πρόσωπα και σύμβολα από τον ευρύτερο αυτό χώρο. Στα ποιήματα Γκάτσου και Ελύτη θα συναντήσουμε εκτός από το πρόσωπο του Χριστού το σύμβολο του σταυρού, καμπάνες και καμπαναριά, τον Παράδεισο, παπάδες, τη μορφή της Παναγίας, κεριά, κελιά, τα καρφιά του μαρτυρίου, θαύματα, εκκλησιές, το διάβολο, άγγελους και Αρχάγγελους, Άγιους, και βέβαια την Ανάσταση.

σα θαλασσινό φεγγάρι/ πάνω από την Αμοργό: “Σ’ένα πράσινο άστρο” ήταν η αφιέρωση που υπήρχε στην πρώτη έκδοση της Αμοργού. Η Μαρίνα, αγαπημένο όνομα και σύμβολο ελληνικής ιθαγένειας στον Οδυσσέα Ελύτη, στα Ρω του Έρωτα, προσφωνείται κι αυτή στο ομώνυμο ποίημά του (Μαρίνα) ως ‘πράσινό μου αστέρι’. Τυχαίο, ή όχι, δεν έχει τόση σημασία. Πάντως η θαυμαστή ενοποίηση και ποικιλία της ελληνικής γλώσσας που διατρέχει την Αμοργό, καθώς και η αρχιτεκτονική της αποτελεί σαφώς τον ιδανικό προάγγελο του Άξιον Εστί.

Το συνολικό ποσοστό λέξεων σε κοινή χρήση στα ποιήματα-τραγούδια Ελύτη και Γκάτσου είναι 63,01%. Ο συγκεκριμένος αριθμός θα μπορούσε να μετατοπιστεί προς τα πάνω ή προς τα κάτω, υπολογίζοντας και με άλλες παραμέτρους, εξετάζοντας π.χ. όλο το ποιητικό έργο των δύο, ή επιμέρους θέματα. Μπορεί να είναι ένα ενδεικτικό εργαλείο για κάποιες πρώτες διαπιστώσεις σχετικά με τους δυο ποιητές, που υπάρχουν ως τώρα απλώς ως υπαινιγμοί ή υποθέσεις:

Ο Ν. Γκάτσος και ο Ο. Ελύτης, ως δύο από τους χαρακτηριστικούς εκπροσώπους της επονομαζόμενης γενιάς του ΄30, έχουν σε μεγάλο μέρος μια κοινή αφετηρία και αισθητική στον τρόπο που χειρίζονται το παραδοσιακό υλικό σε επίπεδο γλώσσας και θεμάτων. Υπάρχει μια παρόμοια αφηγηματική τεχνική σε επίπεδο παράθεσης εικόνων (που βέβαια παραλλάσεται ανάλογα με το ύφος και τη γραφή του καθενός). Υπάρχει ακόμα, κάποιου είδους, ‘έμμεση’ συνομιλία μέσα από τους στίχους των δύο ποιητών σε πολλούς σημεία.

Είμαστε τυχεροί που η ευτυχής συνύπαρξη και συνάντηση Ελύτη και Γκάτσου συνεχίζεται σήμερα μέσα από τα κείμενά τους στα Ανθολόγια και στα βιβλία του Δημοτικού σχολείου. Ποιήματα του Ελύτη υπήρχαν τα τελευταία χρόνια. Δίπλα τους όμως σήμερα θα συναντήσουμε τα Μπάρμπα Γιάννη Μακρυγιάννη, τον Εφιάλτη της Περσεφόνη του Γκάτσου και άλλα τέτοια εξαίσια κείμενα που από μόνα τους διδάσκουν την ελληνική γλώσσα και ιστορία (και όχι μόνο) με τον λιγότερο ‘δασκαλίστικο’ τρόπο. Ο Ν. Γκάτσος παίρνει έτσι τη θέση που του αξίζει.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

(Με τα λόγια του Ελύτη και τους στίχους του Γκάτσου)

Έχω δικαίωμα σαν Έλληνας ν’ανησυχώ για την ταυτότητά μου (ΕΛΥΤΗΣ[3])

Δώστε μου μια ταυτότητα να θυμηθώ ποιος είμαι (ΓΚΑΤΣΟΣ)

Βλέπω τους νέους να συνθλίβονται κάτω από τη γεροντοκρατία (ΕΛΥΤΗΣ[4])

Μ’ένα μάτι μ’ένα δόντι

με βαμμένα τα μαλλιά

σκαρφαλώσαν οι γερόντοι

στης πατρίδας τα σκαλιά

Αχ για να σωθεί η Ελλάδα

στους καιρούς τους ύστατους

Βρείτε κάπου έναν καιάδα

και γκρεμοτσακίστε τους

(ΓΚΑΤΣΟΣ)

Η μοίρα μας βρίσκεται στα χέρια μας! (ΕΛΥΤΗΣ[5])

Στα χέρια κρατούμε τη μοίρα της γης (ΓΚΑΤΣΟΣ)

Επιλέξαμε τέσσερα χαρακτηριστικά τραγούδια του Νίκου Γκάτσου σεμουσική του Μάνου Χατζιδάκι, για να τιμήσουμε μια συνεργασία που άρχισε το 1948 «Χάρτινο το φεγγεράκι» και σταμάτησε το 1991 με το αδισκογράφητο «Ταξίδι», τους τελευταίους στίχους του ποιητή:

***

ΧΑΡΤΙΝΟ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΑΚΙ

Θα φέρει η θάλασσα πουλιά

κι άστρα χρυσά τ’ αγέρι

να σου χαϊδεύουν τα μαλλιά

να σου φιλούν το χέρι.

Χάρτινο το φεγγαράκι

ψεύτικη η ακρογιαλιά

αν με πίστευες λιγάκι

θα ’ταν όλα αληθινά.

Δίχως τη δική σου αγάπη

γρήγορα περνάει ο καιρός

δίχως τη δική σου αγάπη

είν’ ο κόσμος πιο μικρός.

Χάρτινο το φεγγαράκι

ψεύτικη η ακρογιαλιά

αν με πίστευες λιγάκι

θα ’ταν όλα αληθινά.

***

Η ΜΙΚΡΗ ΡΑΛΛΟΥ

Σαράντα παλικάρια

στην άκρη του γιαλού

επαίξανε στα ζάρια

τη μικρή Ραλλού.

Σ’ ανατολή και δύση

σε κόσμο και ντουνιά

ρωτάν ποιος θα κερδίσει

την ομορφονιά.

Μικρό το καλοκαίρι

μεγάλος ο καιρός

κανείς όμως δεν ξέρει

ποιος θα ’ναι ο τυχερός.

Σαράντα παλικάρια

στην άκρη του γιαλού

επαίξανε στα ζάρια

τη μικρή Ραλλού.

***

Σαράντα παλικάρια

με λιονταριού καρδιά

ερίξανε τα ζάρια

μια τρελή βραδιά.

Ζηλεύει το φεγγάρι

και στέλνει απ’ τα βουνά

το μαύρο καβαλάρη

που μας κυβερνά.

Κι ο χάροντας σα φίδι

τραβάει την κοπελιά

σ’ αγύριστο ταξίδι

σ’ ανήλιαγη σπηλιά.

Σαράντα παλικάρια

στην άκρη του γιαλού

εχάσανε στα ζάρια

τη μικρή Ραλλού.

***

Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΣΕΦΟΝΗΣ

Εκεί που φύτρωνε φλισκούνι κι άγρια μέντα

κι έβγαζε η γη το πρώτο της κυκλάμινο

τώρα χωριάτες παζαρεύουν τα τσιμέντα

και τα πουλιά πέφτουν νεκρά στην υψικάμινο.

Εκεί που σμίγανε τα χέρια τους οι μύστες

ευλαβικά πριν μπουν στο θυσιαστήριο

τώρα πετάνε τ’ αποτσίγαρα οι τουρίστες

και το καινούριο παν να δουν διυλιστήριο.

Εκεί που η θάλασσα γινόταν ευλογία

κι ήταν ευχή του κάμπου τα βελάσματα

τώρα καμιόνια κουβαλάν στα ναυπηγεία

άδεια κορμιά σιδερικά παιδιά κι ελάσματα.

Κοιμήσου Περσεφόνη

στην αγκαλιά της γης

στου κόσμου το μπαλκόνι

ποτέ μην ξαναβγείς.

***

ΚΕΜΑΛ

αφήγηση

Ακούστε τώρα την ιστορία του Κεμάλ, ενός νεαρού πρίγκιπα της Ανατολής, απόγονου του Σεβάχ του Θαλασσινού, που νόμισε ότι μπορεί ν’ αλλάξει τον κόσμο. Αλλά πικρές οι βουλές του Αλλάχ και σκοτεινές οι ψυχές των ανθρώπων…

τραγούδι

Στης Ανατολής τα μέρη

μια φορά κι έναν καιρό

ήταν άδειο το κεμέρι

μουχλιασμένο  το νερό.

Στη Μοσούλη στη Βασόρα

στην παλιά τη χουρμαδιά

πικραμένα κλαίνε τώρα

της ερήμου τα παιδιά.

Κι ένας νέος από σόι

και γενιά βασιλική

αγροικάει το μοιρολόι

και τραβάει κατά κει.

Τον κοιτάν οι βεδουίνοι

με ματιά λυπητερή

κι όρκο στον Αλλάχ τους δίνει

πως θ’ αλλάξουν οι καιροί.

***

Σαν ακούσαν οι αρχόντοι

του παιδιού την αφοβιά

ξεκινάν με λύκου δόντι

και με λιονταριού προβιά.

Απ’ τον Τίγρη στον Ευφράτη

κι απ’ τη γη στον ουρανό

κυνηγάν τον αποστάτη

να τον πιάσουν ζωντανό.

Πέφτουν πάνω του τα στίφη

σαν ακράτητα σκυλιά

και τον πάνε στο Χαλίφη

να του βάλει τη θηλιά.

Μαύρο μέλι μαύρο γάλα

ήπιε κείνο το πρωί

πριν αφήσει στην κρεμάλα

τη στερνή του την πνοή.

***

Με δυο γέρικες καμήλες

μ’ ένα κόκκινο φαρί

στου παράδεισου τις πύλες

ο Προφήτης καρτερεί.

Πάνε τώρα χέρι χέρι

κι είναι γύρω συννεφιά

μα της Δαμασκού τ’ αστέρι

τους κρατούσε συντροφιά.

Σ’ ένα μήνα σ’ ένα χρόνο

βλέπουν μπρος τους τον Αλλάχ

που από τον ψηλό του θρόνο

λέει στον άμυαλο Σεβάχ:

Νικημένο μου ξεφτέρι

δεν αλλάζουν οι καιροί

με φωτιά και με μαχαίρι

πάντα ο κόσμος προχωρεί.

αφήγηση

Καληνύχτα, Κεμάλ.

Αυτός ο κόσμος δε θ’ αλλάξει ποτέ.

Καληνύχτα…


***

Για τον Νίκο Γκάτσο


ΑΜΟΡΓΟΣ

Με την πατρίδα τους δεμένη στα πανιά και τα κουπιά στον άνεμο κρεμασμένα

Οι ναυαγοί κοιμήθηκαν ήμεροι σαν αγρίμια νεκρά μέσα στων σφουγγαριών τα σεντόνια

Αλλά τα μάτια των φυκιών είναι στραμμένα στη θάλασσα

Μήπως τους ξαναφέρει ο νοτιάς με τα φρεσκοβαμμένα λατίνια

Νίκος Γκάτσος, Αμοργός, (1943) [Η αρχή του ποιήματος]

Η Αμοργός είναι διαποτισμένη από μια φυσικότητα που την κάνει να ηχεί τόσο όμορφα όσο και την εποχή που εκδόθηκε, πράγμα που για πολύ λίγα ποιήματα μπορούμε να πούμε. Όσες παρατηρήσεις κι αν κάνουμε λοιπόν για την Αμοργό, είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να εντοπίσουμε το μυστικό της. Ίσως –μια υπόθεση κάνω– το αληθινά εκπληκτικό μ’ αυτό το ποίημα να είναι, απλώς και μόνον, αυτή η φυσικότητά του, η ισορροπία του νοήματος πάνω στη γλώσσα, ερήμην και των δύο. Δεν μπορούμε και πάλι να θίξουμε τον πυρήνα αυτής της φυσικότητας η οποία εν τέλει είναι θείο δώρο, μπορούμε ωστόσο να παρατηρήσουμε τα εξωτερικά γνωρίσματα της «αισθητικής» της, κι ένα απ’ αυτά είναι σίγουρα η εντύπωση ότι οι λέξεις συνδέονται μ’ ένα φύσημα του ανέμου, είναι σα να λέμε ότι ανάμεσα στις λάμψεις και τις σκιές του νοήματος, καθώς αυτά εναλλάσσονται, δεν υπάρχει κανένας κραδασμός, δεν διακρίνει κανείς ανάμεσα στις φράσεις τις «ραφές», ο πιο μουσικός ρυθμός, αυτός που τον ακούμε συνήθως να καταλήγει στη φανφάρα, ελέγχει το πηδάλιο μιας φωνής καθαρής και λείας, σχεδόν ακύμαντης. Αυτό το επίτευγμα δεν είχε ίσως σημειωθεί ξανά στα ελληνικά γράμματα απ’ την εποχή του Σολωμού.

Ευγένιος Αρανίτσης

περ. Οδός Πανός, (1992) [Απόσπασμα]

***

Χάρη στην προσωπική μου ενασχόληση με το ποιητικό αρχείο του Νίκου Γκάτσου –έρευνα, καταγραφή, κωδικοποίηση– εργασία που προορίζεται για το Πανεπιστήμιο του Παλέρμο, κι έχοντας μεταφράσει στα Ιταλικά την Αμοργό και ορισμένα τραγούδια, παίρνω το θάρρος να γράψω δυο λόγια με την επίγνωση ότι δεν «κομίζω γλαύκα ες Αθήνας».

Η Αμοργός είναι αποτέλεσμα κοπιαστικής επεξεργασίας και η φήμη που την ακολούθησε ότι γράφτηκε μέσα σε μία νύχτα, είναι ανάλογη του δικού μας θρύλου που λέει ότι κάποιοι καθεδρικοί ναοί και ανάκτορα χτίστηκαν κατά μαγικό τρόπο εν μία νυκτί.

«Ο έρωτας κι ο θάνατος παντοτινοί συντρόφοι» βασιλεύουν στον  κόσμο των τραγουδιών του Γκάτσου, σαν να ορίζουν τη μοίρα αθώων ηρώων, που τους φανταζόμαστε, τους συμπαθούμε και συμπάσχουμε μαζί τους, παρόλο που η ιστορία ή ο μύθος τους μας δίνεται ελλειπτικά. Γιατί έχουμε να κάνουμε με στίχους άκρως ποιητικούς, που, ακόμα κι όταν υποτάχτηκαν στη μελωδία και στην τυραννία της ρίμας, δεν άγγιξαν ποτέ τη χυδαιότητα μιας επικαιρικής κατασκευής.

Μαρία Ρόζα Καρακάουσι

Διδάκτωρ Ελληνικής και Λατινικής Φιλολογίας

Πανεπιστήμιο του Παλέρμο

***

Ο Νίκος Γκάτσος – Ένας πολύ αυστηρός φίλος

(απόσπασμα από κείμενο του Μάνου Χατζιδάκι)

Ο Γκάτσος επηρέασε εμένα, όχι εγώ τον Γκάτσο.

Εγώ ήμουν ο μαθητής. είχα την τύχη να εισπράξω πολύτιμα μαθήματα, ιδίως σε μια περίοδο, μετά την απελευθέρωση, που οι συνομήλικοί του φίλοι έφυγαν στην Ευρώπη, και οι δικοί μου πάλι το ίδιο, και μείναμε οι δυό μας στο πατάρι του «Λουμίδη» ή του «Πικαντίλλυ» να μιλάμε. Ο Γκάτσος μπορεί να δέχτηκε πληροφορίες από μένα, αλλά όχι επιρροή. Και να σας πω μεταξύ των σπουδαίων μαθημάτων ένα παράδειγμα: Όταν σε ηλικία εικοσιπέντε ετών έγραψα για την Μαρίκα Κοτοπούλη μουσική για την «Ορέστεια», είχα κάνει και δύο θαυμάσια μέρη για τις «Χοηφόρες», λόγω των οποίων απολάμβανα μεγάλο θρίαμβο εις τον κύκλο των ειδικών. Είχε επισημανθεί η σημασία τους, η δε Μαρίκα με λάτρευε εν ονόματι των δύο αυτών μεγάλων στιγμών. Όταν λοιπόν ήρθε και τ’ άκουσε ο Γκάτσος, γύρισε και μου έκανε ένα αυστηρότατο μάθημα: ότι αυτά είναι θαυμάσια, αλλά για τον Ευρυπίδη και όχι για τον Αισχύλο. Μου δίδαξε ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στο ιερατικό στοιχείο του Αισχύλου -το οποίο αγνοούσα- και στο ύφος του Ευρυπίδη, του πιο «σύγχρονου» από τους τρεις τραγικούς. Τότε μάλιστα, για να είμαι ειλικρινής, όπως κάθε μαθητής έτσι κι εγώ λιγάκι θύμωσα, διότι δεν ασπάστηκε τη «μεγαλοφυϊα» μου. Αλλά βέβαια αυτό μου έδωσε αφορμή να σκεφτώ και να δω πόσο πράγματι είχε δίκιο και πόσο η δουλειά που είχα κάνει στηριζόταν σε άγνοια του αισχυλικού πνεύματος. Καταλαβαίνετε, ο Γκάτσος ήταν ένας πολύ αυστηρός φίλος.

(«Ο καθρέφτης και το μαχαίρι», Ίκαρος 1988)

***



Ειδικές παραπομπές
[1] Τις παραθέτει διεξοδικά ο Ελύτης στα Ανοιχτά χαρτιά και στο Εν Λευκώ.
[2] Μάλιστα τα δύο από τα συνολικά τέσσερα ελληνικά τραγούδια του ‘σάκου’ ανήκουν στον Γκάτσο.
[3] Εφ. Το Βήμα, συνέντευξη στον Γιάννη Φλέσσα, 24/12/78.
[4] Εφ. Το Βήμα, συνέντευξη στον Ανδρέα Δεληγιάννη, 21/10//79.
[5] Εφ. Τα Νέα, συνέντευξη στον Γιώργο Πηλιχό, 15/6/82.
Share
Κατηγορίες: ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.