Νίκος Καββαδίας – Ο ποιητής της θάλασσας και της καρδιάς μας

Φέτος συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννηση ενός μεγάλου ποιητή της θάλασσας, του Νίκου Καββαδία, του «Κόλλια» όπως ήταν γνωστός στους φίλους και τους συναδέλφους του που μαζί τους ταξίδευε στα καράβια. Ο Νίκος Καββαδίας στο έργο του,  στα ποιήματα και τις γλαφυρές διηγήσεις του, αποτύπωσε τη θαλασσινή φύση του Έλληνα. Αγαπούσε και πονούσε τους συνανθρώπους του και τους βοηθούσε όσο μπορούσε. Ήταν ο άνθρωπος που αγαπούσε καθετί που δάκρυζε, γιατί του θύμιζε τον ίδιο του τον εαυτό. Ρομαντικός, γραφικός και παράξενος, από τα νεανικά του χρόνια κέντριζε το ενδιαφέρον των πιο γνωστών λογοτεχνών της εποχής του: Χατζηκυριάκου Γκίκα, Θεοτοκά, Καραγάτση, Ουράνη κ.λπ. Ζωντάνευε τους τόπους και τους ανθρώπους που γνώριζε στα ταξίδια του με ένα τρόπο ιδιαίτερα νοσταλγικό και τρυφερό. Ο αναγνώστης «ταξιδεύει» μέσα από τα ποιήματα του Καββαδία, σε έναν κόσμο που συνδυάζει τη πραγματικότητα με την ουτοπία. Έφυγε νωρίς, όχι στη θάλασσα, όπως ο ίδιος το ήθελε, αλλά ξαφνικά στη στεριά σε ηλικία μόλις 66 ετών.

Τα πρώτα χρόνια

Γεννήθηκε το 1910 σε μια μικρή επαρχιακή πόλη της Μαντζουρίας, στην περιοχή του Χαρμπίν που ήταν στρατιωτική βάση. Λεγόταν τότε Νικόλσκι Ουσουρίσκι, κοντά στον ποταμό Ουσσούρ.

Ο πατέρας ήταν επιχειρηματίας. Διατηρούσε γραφείο γενικού εμπορίου – εισαγωγές  – εξαγωγές – μεταφορές -, διακινούσε μεγάλες ποσότητες εμπορευμάτων, τροφίμων και άλλων καταναλωτικών ειδών και συγχρόνως ήταν προμηθευτής του τσαρικού στρατού.

Σ’ αυτή τη μικρή πόλη γεννήθηκαν τα τρία από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας.

Το 1914, στην αρχή του πρώτου παγκόσμιου πολέμου, ο πατέρας αποφάσισε να φέρει την οικογένεια στην Ελλάδα, καθώς πλανιόταν στον αέρα η επερχόμενη ανατροπή.

Ταξίδεψαν με τον Υπερσιβηρικό σιδηρόδρομο δεκαπέντε ολόκληρες μέρες διασχίζοντας τα Ουράλια Όρη κι ένα μεγάλο μέρος της ενδοχώρας. Φτάσανε στην Κωνσταντινούπολη, όπου βρήκαν τ’ αδέρφια της μάνας που είχαν ναυτικές επιχειρήσεις και με κάποιο καράβι τους περάσανε στο ελληνικό έδαφος.

Φτάσανε στην Αθήνα όπου έμειναν στο ξενοδοχείο «Διάνα». Τα δυό μεγαλύτερα παιδιά είδαν για πρώτη φορά θέατρο – τα «Παναθήναια» με τη Μαρίκα Κοτοπούλη.

Καταλήξανε στην Κεφαλονιά στα πατρικά σπίτια με τις γιαγιάδες και τους παππούδες, της μάνας στην Άσσο, του πατέρα στο Φισκάρδο. Δεν έμειναν πολύ. Ήρθαν στο Αργοστόλι όπου νοίκιασαν ένα μεγάλο σπίτι με περιβόλιστο δρόμο της Λάσσης και γράψανε τα δύο μεγαλύτερα παιδιά στο Νηπιαγωγείο της σχολής Ελένης Μαζαράκη «Παρθεναγωγείον αι Μούσαι».

Ο πατέρας γύρισε στη Ρωσία για να τακτοποιήσει τις επιχειρήσεις του και τα μικρά απόμειναν ξαφνιασμένα στο ανύποπτο ως τότε και ήσυχο Αργοστόλι, που άρχιζε να το τραντάζει ο απόηχος του πολέμου. Υδροπλάνα, οπλιταγωγά, ατμάκατοι, συμμαχικός στρατός, Άγγλοι, Γάλλοι, Σενεγαλέζοι.

Τα παιδιά της οικογένειας βρίσκονταν κάθε απόγευμα με την νταντά στην πλατεία.

Ο Νίκος Καββαδίας ξέφευγε κατά τη συνήθειά του για να κάνει φιλίες με στρατιώτες του συμμαχικού στρατού, κατά προτίμηση τους Σενεγαλέζους που τον εντυπωσίαζαν με το χρώμα τους και το μπόι τους καθώς τον σήκωναν ψηλά στα χέρια τους και του χαρίζανε ταινίες από τα καπέλα τους και άλλα αντικείμενα.

Η οικογένεια αποκλείστηκε στην Κεφαλονιά και ο πατέρας αποκλείστηκε στη Ρωσία. Εφτά ολόκληρα χρόνια χάθηκαν τα ίχνη του. Διώχτηκε, φυλακίστηκε, έχασε ως το τελευταίο του ρούβλι.

Γύρισε το 1921, ταλαιπωρημένος, νευρασθενικός, άρρωστος – και το τραγικότερο, ξένος και ανένταχτος.

Μετακομίσαμε στον Πειραιά όπου ο Καββαδίας τελείωσε το Δημοτικό στη σχολή αδελφών Μπάρδη. Συμμαθητές του ο Γιάννης Τσαρούχης και ο παπα-Πυρουνάκης.

Εκεί στο Δημοτικό, άρχισε να εκδηλώνει κάποια κλίση προς το γράψιμο. Με συνδρομές που πήρε από θείες, θείους και φίλους έβγαλε ένα τετρασέλιδο φυλλάδιο σατιρικό που είχε τίτλο «Σχολικός Σάτυρος» (με ύψιλον από άγνοια βέβαια) όπου σατίριζε τους συμμαθητές και τις συμμαθήτριές του. Το φυλλάδιο αυτό τυπώθηκε σε τυπογραφείο. Εκεί τον πήγε ο πατέρας, που σ’ αυτά βοηθούσε πρόθυμα τον μικρό του γιο – ήταν μάλιστα και περήφανος. Στο τρίτο φύλλο έκλεισε και οι συνδρομές επιστράφηκαν.

Έγραφε και στη «Διάπλαση των Παίδων» με το ψευδώνυμο «Ο μικρός ποιητής».

Αργότερα άρχισε να γράφει ποιήματα που τα έστελνε στον Πετμεζά – Λαύρα στο περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας του Μακρή, που τα δημοσίευε στη σελίδα της αλληλογραφίας με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλλας.

Σε μερικούς μήνες, φτάσανε τα πλήθη της προσφυγιάς από τη Μικρασιατική καταστροφή – εφιάλτης με άπειρη γραφικότητα. Σε πολλούς δρόμους σχηματίζονταν τεράστιες ουρές έξω από τα σπίτια που είχαν την επιγραφή «Περίθαλψη προσφύγων» για να πάρουν κάποιο χαρτί ή δελτίο που τους έδινε δικαίωμα σε διάφορες περιοχές.

Άρχισαν να σχηματίζονται στις ακραίες γειτονιές οικισμοί από ξύλινες παράγκες που στην καθεμιά ζούσαν έξι ή οκτώ άτομα χωρίς αποχέτευση – μια κόλαση.

Ήταν όμως άνθρωποι εργατικοί, πολυμήχανοι. Ο Πειραιάς γέμισε ξαφνικά από πλανόδια καροτσάκια που πουλούσαν διάφορα ανατολίτικα ζαχαρωτά, παγωτά σε χωνάκια και σάμαλι. Ο σαλεπιτζής περνούσε κάθε πρωί διαλαλώντας το εμπόρευμά του από τους δρόμους του Πειραιά. Οι γυναίκες εκπληκτικές σε γενναιότητα και εγκαρτέρηση.

Τον πρώτο καιρό λιγόστεψαν τα τρόφιμα – δεν έφτανε το νερό.

Σκοτωμός γινότανε όταν περνούσε το βράδυ ο νερουλάς και κατέβαιναν οι υπηρέτριες από τα ψηλά σπίτια και οι νοικοκυρές από τα χαμηλά για να γεμίσουν τη στάμνα τους με νερό του Πόρου.

Έκκληση κάναν οι αρχές στα μεγάλα σπίτια να νοικιάσουν ένα δωμάτιο σε πρόσφυγες.

Ήρθαν και σε μας (κρατούσαμε ένα σπίτι με έξι δωμάτια) ένα ζευγάρι μεσήλικοι από τον Τσεσμέ, με την ψυχοκόρη τους. Ήταν άγιοι άνθρωποι – βιβλικοί – από αρχοντική οικογένεια. Ζήσαμε αρμονικά μαζί τους δύο ή τρία χρόνια.

Τους αγαπήσαμε και μας αγαπήσανε. Μας μεταφέρανε έναν άλλο πολιτισμό και την καρτερία τους.

Τέλεια αντίθεση με τον πρόσφυγα της Τσαρικής Ρωσίας. Αυτός δεν σήκωνε τον ξεπεσμό. Πώς να προσαρμοστεί σ’ αυτή τη στενεμένη ζωή ο άνθρωπος που έζησε σε μια αστική κοινωνία της αφθονίας,  του πλούτου και της αλόγιστης σπατάλης.

Θύμωνε με το τίποτα, του φταίγανε όλα. Σήκωνε το μπαστούνι του, έσπαζε ό,τι έβρισκε, ηλεκτρικούς λαμπτήρες, τζάμια, γυαλικά.

Κι ενώ στο βάθος ήταν ένας καλός άνθρωπος ανίκανος να κάνει κακό, νόμιζες πως χαιρόταν να τους μεταδίνει τον πανικό. Τους βασάνιζε άθελά του, πήγαινε τ’ αγόρια σπρώχνοντάς τα από τη σκάλα στο κουρείο, να τους κόψουν τα μαλλιά με την ψιλή μηχανή – στα πρώτα χρόνια της εφηβείας.

Από την άλλη μεριά, ο πατέρας μόλις είχε λίγα χρήματα, τους ανέβαζε όλους στην Αθήνα και πήγαιναν στου Ελευθερουδάκη όπου οι μεγαλύτεροι γέμιζαν την αγκαλιά τους με βιβλία.

Τ’ αγόρια πήγαιναν και στο θέατρο Χρυσοστομίδη στο Πασαλιμάνι, στον Καραγκιόζη, στον κινηματογράφο.

Με την κόρη η συμπεριφορά του ήταν διαφορετική.

Την αυστηρότητά του δεν την επέβαλε απευθείας, αλλά μέσω της μάνας. Η μάνα ποτέ δεν του συγχώρησε ότι δηλητηρίασε τα πρώτα εφηβικά τους χρόνια.

Αν περάσαμε από αυτή την περίοδο άθικτοι ψυχικά το χρωστάμε σ’ αυτή την τέλεια μάνα – το πρόσωπο της θυσίας – που ξέχασε κάθε προσωπικό της δικαίωμα πάνω στη ζωή για να στηρίξει τα παιδιά της διατηρώντας πάντα ένα ζεστό και οργανωμένο σπιτικό.

Ο πατέρας προσπάθησε να βρει κάποια δουλειά στα βαπόρια των συγγενών. Τότε πουλήθηκαν τα κοσμήματα της μάνας και ό,τι ακριβό υπήρχε μέσα στο σπίτι.

Αργότερα μαζί μ’ έναν άλλο πρόσφυγα πλούσιο επιχειρηματία της Πετρούπολης, ο πατέρας άνοιξε ένα μικρό κατάστημα τροφίμων, κοντά στο Πασαλιμάνι, με ένα μεγάλο δωμάτιο στο πίσω μέρος. Εκεί μαζεύονταν οι Ρώσοι εμιγκρέδες του Πειραιά – γιατρός Σενιώφ, ναύαρχος Ρεβελιώτης, στρατηγός Ρασντερίσιν -, περνούσαν τ’ απογεύματα πίνοντας βότκα και κάνοντας σχέδια και προγράμματα επιστροφής στην πατρίδα. Ένας τόπος συνάντησης ναυαγών χωρίς σωτηρία.

Απέναντι ακριβώς βρισκόταν το παλιό Γυμναστήριο του Πειραιά και κει έρχονταν τ’ απογεύματα να παίξουν και να γυμναστούν ο Νίκος Καββαδίας και τ’ αδέλφια του, κάτω από την αυστηρή επίβλεψη του πατέρα.

Στο Γυμναστήριο ο Καββαδίας γνώρισε τον πρωταθλητή της πυγμαχίας Νίκο Μενεξή και πήρε μαζί του μαθήματα. Κι ενώ η κράση του και ο χαρακτήρας του δεν δικαιολογούσαν μια τέτοια επίδοση, αυτό σ’ όλη του τη ζωή δεν έπαψε ν’ αγαπάει αυτό το άθλημα.

Ευτυχώς το καταφύγιο αυτό των Ρώσων εμιγκρέδων δεν κράτησε πολύ, έκλεισε πάνω στον δεύτερο χρόνο. Στον Πειραιά ο Καββαδίας και τ’ αδέλφια του τελειώσανε το Γυμνάσιο. Εκεί είχε συμμαθητή το γιο του Παύλου Νιρβάνα, τον Κώστα Αποστολίδη που του γνώρισε τον πατέρα του.

Μένανε σ’ ένα σπίτι στο Νέο Φάληρο. Ο Καββαδίας πήγαινε συχνά – η αυστηρή παρακολούθηση του πατέρα είχε χαλαρώσει. Η αρρώστια είχε αρχίσει να τον λυγίζει.

Ο Νιρβάνας υπήρξε για τον δεκαπεντάχρονο Καββαδία ο πρώτος δάσκαλος.

Του διάβαζε τα ποιήματα που έγραφε – βρίσκεται ανάμεσα στα βιβλία της εποχής εκείνης ένας μικρός τόμος με χρονογραφήματα και με την αφιέρωση:

«Στο μικρό μου φίλο Ν. Καββαδία, από εκτίμηση στο νεαρό του τάλαντο.»

Συχνά ο ηλικιωμένος συγγραφέας και ο νεαρός ποιητής κάνανε μακρινούς περιπάτους στους ήσυχους δρόμους του ήρεμου προάστιου με τις διάσπαρτες βίλες.

Ένα είδος σιωπηλής λατρείας είχε ο μικρός Καββαδίας για τον πολιτισμένο και σοφό άνθρωπο, που του φέρθηκε σαν ίσος προς ίσο.

Μια τέτοια φιλία είχε αργότερα και με τον Κ. Καρθαίο που κι αυτός υπήρξε δάσκαλος και οδηγητής του.

Το 1929 ο πατέρας πέθανε από καρκίνο.

Ο μικρός γιος είχε μπαρκάρει με τα καράβια και έγινε καπετάνιος σε φορτηγά.

Ο Ν. Καββαδίας πήγε να εργαστεί στο ναυτικό γραφείο του Ζωγράφου, που πρακτόρευε τα βαπόρια των αδερφών της μάνας του, μα γρήγορα άρχισε κι αυτός να φεύγει με τα καράβια.

Το 1933 δημοσιεύει την πρώτη του ποιητική συλλογή «Μαραμπού», που της αφιέρωσε πολύ επαινετική κριτική ο Φώτης Πολίτης στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας «Πρωϊα».

Το 1933 άφησαν τον Πειραιά και εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα. Μείνανε στην Κυψέλη – τα περισσότερα χρόνια, στο σπίτι της οδού Αγ. Μελετίου 10. Εκεί τους βρήκε ο πόλεμος.

Πήρε μέρος στον Αλβανικό και γύρισε από τους τελευταίους με τα πόδια, ταλαιπωρημένος, αδύνατος, τρώγοντας ό,τι του’ διναν  οι νοικοκυρές στα χωριά απ’ όπου περνούσε.

Στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής έμεινε στην Αθήνα και πήρε μέρος στην Αντίσταση, μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ. Εκεί όπου Έλληνες από τη μια μεριά και Γερμανοί και Ταγματασφαλίτες από την άλλη παίζαν το παιχνίδι της γάτας με τα ποντίκια. Τότε που γέμισαν τα Χαϊδάρια και οι Καισαριανές και δεν ήξερες αν το βράδυ θα κοιμηθείς στο σπίτι σου ή στην Ασφάλεια της οδού Μέρλιν.

Μετά την αποχώρηση του Στρατού Κατοχής μπαρκάρισε υπό περιοριστικούς όρους και ταξίδεψε σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή του ως ασυρματιστής, μέχρι το θάνατό του, στις 10 Φεβρουαρίου 1975.

(Τζένια Καββαδία  «Του πολέμου» Εκδόσεις Άγρα)


Δεν φοβήθηκα…

«… Δε φοβήθηκα ποτέ μου τον κίνδυνο… Ξέρω τι καταλαβαίνει ένας άνθρωπος όταν πνίγεται. Τρεις φορές εκινδύνεψα. Δεν είναι τίποτε το σπουδαίο και το φρικτό καθώς ο κόσμος νομίζει.  Μια μικρή αγωνία, για μερικά δευτερόλεπτα… ύστερα σαν να πέφτεις από ψηλά, απάνω σε πούπουλα. Ύστερα τίποτ’ άλλο. Τίποτα…»

(«Το ημερολόγιο ενός τομονιέρη» Εκδόσεις Αγρα)

«Αυτοί που αγαπούν με πάθος τη θάλασσα, δεν μπορούνε ποτέ – είναι αποδεδειγμένο – να γίνουν επαγγελματίες θαλασσινοί. Κι αν ποτέ κατορθώσουν να γίνουν, θα πάψουν να την αγαπούν. Θα’ χετε ακούσει γι’ αυτούς τους ναυτικούς που περισσότερο ζουν στα ντοκ των λιμένων κοιτάζοντας τα πλοία που φεύγουν και κάνουνε τους διερμηνείς στους ξένους ναύτες. Αυτοί είναι οι ανίατοι! Έχουν δουλέψει θερμαστές, ναύτες, καμαρώτοι, καρβουνιάρηδες, αλλά δεν ειδικεύτηκαν και δεν δούλεψαν περισσότερο από ένα μήνα την ίδια δουλειά και στο ίδιο πλοίο. Ποτέ δεν μπόρεσαν να συνηθίσουν τη θάλασσα.

Τους ζαλίζει. Σκοντάφτουν εκεί που άλλοι περπατούν ίσια, κλείνουν τα δάκλυλά τους μέσα στις πόρτες, δεν μπορούν να κυβερνήσουν τιμόνι ενώ ξέρουν τον μπούσουλα όσο κι οι καλοί ναύτες. Αρρωσταίνουν και ξεμπαρκάρουνε κλαίγοντας. Βλέπεις μέσα στα μάτια τους κάτι το παράξενο. Και στα σκευρωμένα τους πρόσωπα κάτι το ααλλοπαρμένο.

Αυτούς τους περιφρονούν και τους λένε Μπιτσικόμπερ…

…Ταξιδεύουνε πάντα χωρίς μπούσουλα. Παίρνουν ύψος με δύο γυαλιά που κρατάνε στα δάχτυλα. Χτυπάνε τους σύφωνες με κάτι μαχαίρια τετράγωνα και ξορκίζουνε τους ανέμους. Πολλές φορές οι πορείες τους βγάζουν σε παράξενα νησιά από κοράλλι. Αυτοί δεν είναι ναυτικοί, είναι Μάγοι!

Αγαπώ περισσότερο απ’ όλους τους τρελούς από την αγάπη της θάλασσας, τους Μπετσκόμπερ. Ίσως γιατί είμαι συνάδελφός τους!»

(«Γράμματα εν πλω» από το «Ημερολόγιο ενός τιμονιέρη» Εκδόσεις Άγρα)

Σπουδαστές

Σας είδα κάτου από την πύρινη βροχή

με τα πλακάτ και τα σκουτιά τα ματωμένα

εσάς που κάματε τη δύσκολην αρχή

κείνα τα χρόνια τα βαρια, τα κολασμένα.

Σήμερα βλέπω τα δικά σας τα παιδιά

σμάρι πηχτό μες του πελάγου τη σπιλιάδα.

Πάντα κατάντικρα στην κάθε αναποδιά

και σ’ όσους πάνε να σταυρώσουν την Ελλάδα.

(«Αθησαύριστα ποιήματα» από το «Ημερολόγιο ενός τιμονιέρη» εκδόσεις Άγρα)

Αγαπάω

Αγαπάω τ’ ό,τι είναι θλιμμένο στον κόσμο
Τα θολά τα ματάκια, τους αρρώστους ανθρώπους,
τα ξερά γυμνά δέντρα και τα έρημα πάρκα,
τις νεκρές πολιτείες, τους τρισκότεινους τόπους.

Τους σκυφτούς οδοιπόρους που μ’ ένα δισάκι
για μια πολιτεία μακρινή ξεκινάνε,
τους τυφλούς μουσικούς των πολύβοων δρόμων,
τους φτωχούς, τους αλήτες, αυτούς που πεινάνε.

Τα χλωμά τα κορίτσια που πάντα προσμένουν
τον ιππότη που είδαν μια βραδιά στ’ όνειρό τους,
να φανεί απ’ τα βάθη του απέραντου δρόμου.
Τους κοιμώμενους κύκνους πάνω στ’ ασπροφτερό τους

Τα καράβια που φεύγουν για καινούρια ταξίδια
και δεν ξέρουν καλά – αν ποτέ θα ‘ρθουν πίσω
αγαπάω, και θα ‘θελα μαζί τους να πάω
κι ούτε πια να γυρίσω

Αγαπάω τις κλαμένες ωραίες γυναίκες
που κοιτάνε μακριά, που κοιτάνε θλιμμένα…
αγαπάω σε τούτον τον κόσμο – ό,τι κλαίει
γιατί μοιάζει μ’ εμένα.

(Το ποίημα αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στο Περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας το Μάρτη του 1929.και υπογράφτηκε με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλας όταν ο ποιητής είχε μόλις κλείσει τα 19 του χρόνια.  Το αναδημοσιεύουμε από «Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη» εκδόσεις Άγρα)

Γράμμα ενός αρρώστου

Φίλε μου Αλέξη, το ‘λαβα το γράμμα σου
και με ρωτάς τι γίνομαι, τι κάνω;
Μάθε, ο γιατρός πως είπε στη μητέρα μου
ότι σε λίγες μέρες θα πεθάνω…

Είναι καιρός όπου έπληξα, διαβάζοντας
όλο τα ίδια που έχω εδώ βιβλία,
κι όλο εποθούσα κάτι νέο να μάθαινα
που να μου φέρει λίγη ποικιλία.

Κι ήρθεν εχθές το νέο έτσι απροσδόκητα
– σιγά ο γιατρός στο διάδρομο εμιλούσε –
και τ’ άκουσα. Στην κάμαρα εσκοτείνιαζε
κι ο θόρυβος του δρόμου εσταματούσε.

Έκλαψα βέβαια, κάτω απ’ την κουβέρτα μου.
Λυπήθηκα. Για σκέψου, τόσο νέος!
Μα στον εαυτό μου αμέσως υποσχέθηκα
πως θα φανώ, σαν πάντοτε, γενναίος.

Θυμάσαι, που ταξίδια ονειρευόμουνα
κι είχα ένα διαβήτη κι ένα χάρτη
και πάντα για να φύγω ετοιμαζόμουνα
κι όλο η μητέρα μου ‘λεγε: το Μάρτη…

Τώρα στο τζάμι ένα καράβι εσκάρωσα
κι ένα του Μαγκρ στιχάκι έχω σκαλίσει:
«Τι θλίψη στα ταξίδια κρύβεται άπειρη!»
Κι εγώ για ένα ταξίδι έχω κινήσει.

Να πεις στους φίλους χαιρετίσματα,
κι αν τύχει κι ανταμώσεις την Ελένη,
πως μ’ ένα φορτηγό – πες της – μπαρκάρισα
και τώρα πια να μη με περιμένει…

Αλήθεια! Ο Χάρος ήθελα να ‘ρχότανε
σαν ένας καπετάνιος να με πάρει
χτυπώντας τις βαριές πέτσινες μπότες του
κι ένα μακρύ τσιμπούκι να φουμάρει.

Αλέξη, νιώθω τώρα πως σ’ εκούρασα.
Μπορεί κιόλας να σ’ έκαμα να κλάψεις.
Δε θα ‘βρεις, βέβαια, λόγια για μι’ απάντηση.
Μα δε θα λάβεις κόπο να μου γράψεις…

(Από τη συλλογή «ΜΑΡΑΜΠΟΥ»  εκδόσεις Αύρα)

Mal du depart

Στν δερφή μου Ζένια

Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά, σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

Για το Μαδράς, τη Σιγγαπούρ, τ’Αλγέρι και το Σφαξ
θ’αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία,
κι εγώ, σκυφτός σ’ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,
θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.

Θα πάψω πιά για μακρινά ταξίδια να μιλώ,
οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα’χω πιά ξεχάσει,
κι η μάνα μου, χαρούμενη, θα λέει σ’όποιον ρωτά :
«Ηταν μιά λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει … »

Μα ο εαυτός μου μιά βραδιάν εμπρός μου θα υψωθεί
και λόγο, ως ένας δικαστής στυγνός, θα μου ζητήσει,
κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί,
θα σημαδέψει, κι άφοβα το φταίστη θα χτυπήσει.

Κι εγώ, που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες,
θα’χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μιά κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.

(Από τη συλλογή «ΜΑΡΑΜΠΟΥ»  εκδόσεις Αύρα)

Η πλώρη μας

Στον Θ. Λιαρούτσο

Ήταν η πλώρη μας καθώς των φορτηγών οι πλώρες.

Γιομάτη πράγματα παλιά, που εμύριζαν βαριά,

μ’ ένα τραπέζι ξύλινο στη μέση, λερωμένο

και σκαλισμένο σε πολλές μεριές με το σουγιά.

Είχε δεξιά κι αριστερά, απάνω το ‘να στ’ άλλο,

τα ξύλινα κρεβάτια μας στα πλάγια κολλητά,

που έμοιαζαν, μέσα στο θαμπόν, ανάλαφρο σκοτάδι,

φέρετρα που ξεχάστηκαν και μείναν ανοιχτά.

Σε μια γωνιά το αρμάρι μας, απ’ έξω στολισμένο

με ζωγραφιές χρωματιστές από περιοδικό

ή γαλλικές φωτογραφίες αισχρές, που παρασταίνουν

το αμάρτημα της ηδονής το προπατορικό.

Πάντα βασίλευε σιγή θανατερή εκεί μέσα

και περπατούσαμε όλοι μας στις μύτες των ποδιών,

κι ήταν στιγμές που νόμιζες πως άκουες να χτυπούνε

σαν το ρολόι, μες στη σιγή, οι χτύποι των καρδιών.

Κι έκοβε μόνο τη σιγήν ο χτύπος της καμπάνας

που απάνου στο καμπούνι, αργά, χτυπούσε των ωρών

το πέρασμα, μ’ ένα βαρύ μα λυπημένον ήχο,

που πνίγονταν μες στη βοή του αγέρα ή των νεκρών.

Τις Κυριακές, σαν είχανε δουλειά μονάχα οι βάρδιες,

σ’ αυτήν εμαζευόμαστε και ανάβαμε φωτιά

κι ή αισχρές, σιγά, για τις γυναίκες λέγαμε ιστορίες

ή το φαΐ μας παίζαμε με πείσμα στα χαρτιά.

Στην πλώρη αυτή κατάστρεψα τον ήρεμον εαυτό μου

και σκότωσα την τρυφερή παιδιάτικη ψυχή.

Όμως ποτέ δε μ’ άφησε το επίμονο όνειρό μου

και πάντα η θάλασσα πολλά μου λέει, όταν αχεί.

(Από τη συλλογή «ΜΑΡΑΜΠΟΥ»  εκδόσεις Αύρα)

Πούσι

Στην Ελένη Χαλκιούση

‘Επεσε το πούσι αποβραδίς
το καραβοφάναρο χαμένο
κι έφτασες χωρίς να σε προσμένω
μες στην τομονιέρα να με δείς.

Κάτασπρα φοράς κι έχεις βραχεί ,
πλέκω σαλαμάστρα τα μαλιά σου.
Κάτω στα νερά του Port Pegassu
βρέχει πάντα τέτοιαν εποχή.

Μας παραμονεύει ο θερμαστής
με τα δυο του πόδια στις καδένες.
Μην κοιτάς ποτέ σου τις αντένες
με την τρικυμία, θα ζαλιστείς.

Βλαστημά ο λοστρόμος τον καιρό
κι είν’ αλάργα τόσο η Τοκοπίλα.
Από να φοβάμαι να καρτερώ
κάλλιο περισκόπιο και τορπιλα.

Φύγε! Εσέ σου πρέπει στέρεα γη.
Ηρθες να με δεις κι όμως δε μ’ είδες
έχω απ’ τα μεσάνυχτα πνιγεί
χίλια μίλια πέρ’ απ’ τις Εβρίδες.

(Από τη συλλογή «ΠΟΥΣΙ»  εκδόσεις Αύρα)

FEDERICO GARCIA LORCA

Στο Θανάση Καραβία

Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι.
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ,
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι Σταυροφόροι.

Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδιά
και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου.
Στο ρωγοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά
κι ο γέρος έλιαζε ακαμάτης τ’ αχαμνά του.

Του ταύρου ο Πίκασσο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι.
Τραβέρσο ανάποδο – πορεία προς το Βοριά.
Τράβα μπροστά – ξοπίσω εμείς – και μη σε μέλλει.

Κάτου απ’ τον ήλιο αναγαλλιάζαν οι ελιές
και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια.
Τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές
τότες που σ’ έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια.

Ατσίγγανε κι Αφέντη μου, με τι να σε στολίσω;
Φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό.
Στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κ’ ίσα έν’ αντρίκιο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.

Κοπέλες απ’ το Δίστομο φέρτε νερό και ξίδι.
Κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι,
μέσ’ απ’ τα διψασμένα της χωράφια τ’ ανοιχτά.

Βάρκα του βάλτου ανάστροφη, φτενή, δίχως καρένα.
Σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά.
Σμάρι κοράκια να πετάν στην έρημην αρένα
και στο χωριό ν’ ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.

(Από τη συλλογή «ΠΟΥΣΙ»  εκδόσεις Αύρα)

Μουσώνας

Τρελός Μουσώνας ράγισε μεσονυχτίς τα ρέλια.
Στο χέρι σου χλωρό κλαρί, χαρτί κι ένα φτερό.
Τέσσεροι κάμανε καιροί τα ρούχα σου κουρέλια.
Να σε σκεπάσω θέλησα, γλιστράς και δε μπορώ.

Κοράλλι ο κατραμόκωλος βαστάει να σε φιλέψει.
Γιατί μπήγεις τα νύχια σου στη σάπια κουπαστή;
Είν’ ένα φάδι αθώρητο και μου μποδάει τη βλέψη.
Γαλάζιο βλέπω μοναχά, γαλάζιο και σταχτί.

Παρακαλώ σε κάθησε να ξημερώσει κάπως.
Χρώμα να βρώ, το πράσινο και τίντες μυστικές.
Κι απέ, το θρύλο να σου πω που μου ‘πε μαύρος κάπος
τη νύχτα που μας έγλειφε φωτιά στο Μαρακές.

Ακόμη ξέρω τον αρχαίο σκοπό του Μινικάπε,
τη φοινικιά που ζωντανή θρηνεί στο Παραμέ.
Μα ένα πουλί μου μύνησε πως κάποιος άλλος σ’ τα ‘πε
κάποιος , που ξέρει να ιστορά καλύτερα από με.

Κάματος είναι που μιλά στενόχωρα και κάψα.
Πεισματική, και πέταξες χαρτί,φτερό,κλαδί,
όμως δεν είμαστε παιδιά να πιάσουμε την κλάψα.
Τι θά ‘δινα – »Πάψε, Σεβάχ» – για να ‘μουνα παιδί!

Αυγή, ποιός δαίμονας Ινδός σου μόλεψε το χρώμα;
Γυρίζει ο ναύτης τον τροχό κι ο γύφτος τη φωτιά.
Και μεις, που κάμαμε πετσί την καραβίσια βρώμα,
στο πόρτο θα κερδίσουμε και πάλι στα χαρτιά.

Ινδικός Ωκεανός 1951

(Από τη συλλογή «ΤΡΑΒΕΡΣΟ»  εκδόσεις Αύρα)

ΟΙ ΕΠΤΑ ΝΑΝΟΙ ΣΤΟ S/S CYRENIA

Στην Έλγκα

Εφτά. Σε παίρνει αριστερά, μη το ζορίζεις.
Μάτσο χωράνε σε κούφιαν απαλάμη.
Θυμίζεις κάμαρες κλειστές, στεριά μυρίζεις.
Ο πιο μικρός αχολογάει μ’ ένα καλάμι.

Γυαλίζει ο Σημ της μηχανής τα δυο ποδάρια.
Ο Ρεκ λαδώνει στην ανάγκη το τιμόνι.
Μ’ ένα φτερό ξορκίζει ο Γκόμπυ τη μαλάρια
κι ο στραβοκάνης ο Χαράμ πίττες ζυμώνει.

Απ’ το ποδόσταμο πηδάν ως τη γαλέτα.
– Μπορώ ποτέ να σου χαλάσω το χατίρι;
Κόρη ξανθή και γαλανή που όλο εμελέτα
ποιος ρήγας γιος θε να την πιει σ’ ένα ποτήρι.

Ραμάν αλλήθωρε, τρελέ, που λύνεις μάγια,
κατάφερε το σταυρωτό του Νότου αστέρι
σωρός να πέσει, να σκορπίσει στα σπιράγια,
και πες του κάτω από ένα δέντρο να με φέρει.

Ο Τοτ, του λείπει το ένα χέρι μα όλο γνέθει,
τούτο το απίθανο σινάφι να βρακώσει.
Εσθήρ, ποια βιβλική σκορπάς περνώντας μέθη;
Ρουθ, δε μιλάς; Γιατί τρεκλίζουν οι διακόσιοι;

Κουφός ο Σάλαχ, το κατάστρωμα σαρώνει.
– Μ’ ένα ξυστρί καθάρισέ με από τη μοράβια.
Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
– Γιε μου, που πας; – Μάνα, θα πάω με τα καράβια.

Κι έτσι μαζί με τους εφτά κατηφοράμε.
Με τη βροχή, με τον καιρό που μας ορίζει.
Τα μάτια σου ζούνε μια θάλασσα, θυμάμαι…
Ο πιο στερνός μ’ ένα αυλό με νανουρίζει.

Colombo 1951

(Από τη συλλογή «ΤΡΑΒΕΡΣΟ»  εκδόσεις Αύρα)

ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΙΣ:

Το μαραμπού (Marabou) ή λεπτόπτιλος (Leptoptilos) είναι γένος μεγάλων τροπικών πτηνών που ανήκει στην τάξη πελαργόμορφα (Ciconiiformes) και στην οικογένεια πελαργίδες (Ciconiidae). Υπάρχουν τρία είδη, που ζουν στην Ινδία, την Αφρική και την Ινδοκίνα. Διαφέρει από τα περισσότερα είδη πελαργού στο ότι πετά με διπλωμένο τον λαιμό προς τα πίσω, όπως ο ερωδιός.

«Πούσι» σημαίνει ομίχλη, καταχνιά.

«Τραβέρσο» σημαίνει πορεία πλοίου σε φουρτούνα κόντρα στον άνεμο.

Share
Κατηγορίες: ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.