Μάριο Βίττι: Το πάθος για τη νεοελληνική λογοτεχνία δεν σε αφήνει ποτέ

Συνέντευξη στην Πόλυ Κρημνιώτη

«Η αφοσίωση στη νεοελληνική λογοτεχνία είναι ένα πάθος που δεν αφήνει τον άνθρωπο» λέει ο Μάριο Βίττι. Το όνομά του αποτελεί την πειστικότερη επιβεβαίωση. Χαρτογράφησε τη νεοελληνική λογοτεχνία, έγραψε την ιστορία της, ερεύνησε τις όψεις και τις αποτυπώσεις της, αναδείχτηκε σε έναν οξυδερκή, έγκυρο και από τους σημαντικότερους μελετητές της. Στη νεοελληνική λογοτεχνία αφοσιώθηκε από νωρίς. Από τα πρώτα χρόνια της νεότητάς του, στη γενέτειρά του Ιστανμπούλ. όπου έζησε από το 1926 ώς το 1946 που εγκαταστάθηκε στην πατρίδα του την Ιταλία. Αυτά τα είκοσι χρόνια της ζωής του αποτύπωσε στο βιβλίο του «Η Πόλη όπου γεννήθηκα. Ιστανμπούλ 1926-1946» (εκδ. Γαβριηλίδης), που έδωσε την αφορμή για τη συζήτησή μας γύρω από τη νεοελληνική λογοτεχνία, την ιστορία και το παρόν της αλλά και την πολιτική και το νεοναζιστικό φαινόμενο του ελληνικού παρόντος.

Ένας φιλόλογος αυτοβιογραφείται;

Έχω το άλλοθι ότι δεν μιλώ για τη ζωή μου ως διανοούμενου, αλλά μιλώ για τα παιδικά χρόνια για τα οποία όλοι δικαιούνται να μιλούν όταν φτάσουν σε κάποια ηλικία. Αν θέλουμε έχω κι ένα περαιτέρω άλλοθι που είναι κάτι το κοινό με όλους τους παππούδες που απαντούν σε ερωτήσεις των μικρών. Στην περίπτωση αυτού του βιβλίου, που καλά – καλά δεν ήταν βιβλίο, υπάρχει η αφορμή ενός ταξιδιού που έκανα πριν 7 χρόνια, όταν συμπλήρωσα τα 80. Για να τα γιορτάσουμε, αποφασίσαμε όλη μαζί η οικογένεια να κάνουμε ένα ταξίδι, στην Πόλη, να δούμε τα λημέρια που γεννήθηκα και μεγάλωσα. Έδειξα βέβαια και το σχολείο που πήγαινα, που ήταν απέναντι από το σπίτι μας. Σαν παιδί είχα μια ζωή πολύ διαφορετική από τα παιδιά τα σημερινά, επειδή δεν είχα ούτε καν την πρόφαση, πηγαίνοντας και επιστρέφοντας από το σχολείο, να κάνω και καμιά αταξία.

Δεν ήμουν καλός μαθητής, αλλά με αγαπούσαν οι δάσκαλοί μου κι έκανα παρέα μαζί τους. Πέρα από τα βιβλία που είχα την ευκαιρία να διαβάσω για τα μαθήματά μου, μου έδειχναν κι άλλα που μπορούσα να διαβάσω. Έχω μεγάλη ευγνωμοσύνη γι’ αυτούς τους ανθρώπους που μου έδειξαν ενδιαφέρον και αγάπη, ενώ δεν ανταποκρινόμουν στα αιτήματα του τυπικά καλού μαθητή. Στην πραγματικότητα δεν ήμουν καλός μαθητής ποτέ. Δεν παραδέχτηκα καμία αυθεντία της φιλολογικής επιστήμης για μοναδικό και αποκλειστικό δάσκαλο. Δεν υπηρέτησα καμία θεωρία ιδιαίτερα, αλλά έκανα του κεφαλιού μου. Ίσως αυτό τελικά αποτέλεσε και την πρωτοτυπία της δουλειάς μου.

-Εκεί μπήκε και το ζιζάνιο της περιέργειας γύρω από την ελληνική λογοτεχνία;

Εκεί μπήκε η αγάπη και το πάθος για τη λογοτεχνία. Οι θετικές επιστήμες δεν ήταν το φόρτε μου. Με την ελληνική λογοτεχνία ξεκίνησα από τη γενιά του ’30, όπως ήταν φυσικό, γιατί τα βιβλία τους ήταν αυτά που κυκλοφορούσαν τότε. Η γενιά του ’30 έμεινε και ένα από τα σταθερά σημεία αναφοράς στην εργασία μου.

-Υπάρχει κάτι στην έρευνά σας που σας απασχολεί ακόμα;

Η αφοσίωση στη νεοελληνική λογοτεχνία είναι ένα πάθος που δεν αφήνει τον άνθρωπο. Αλλά έχω πάθει και μία ζημία. Τιμωρήθηκα χωρίς να το θέλω, αποποιούμενος τη βιβλιοθήκη μου. Τα βιβλία που είχα και που χρησιμοποιούσα για να γράψω τις μελέτες μου έφυγαν από το σπίτι μου μερικά χρόνια πριν και πήγαν στο πανεπιστήμιο της Βενετίας. Κι έτσι, αν θέλω να κάνω μία έρευνα πρέπει να πεταχτώ ή στη Βενετία ή στην Αθήνα. Η έρευνα, τουλάχιστον αυτό που εμείς οι «επιστήμονες» εννοούμε ως έρευνα, δηλαδή να μπεις σε μια βιβλιοθήκη και να ψάξεις μέσα στα σπάνια βιβλία και τα χειρόγραφα, για μένα αυτή τη στιγμή είναι κάτι το απρόσιτο. Αλλά γενικότερα, ακόμα και η έρευνα έχει αλλάξει δρόμους. Σήμερα η έρευνα για σπάνια βιβλία γίνεται μέσω του Ίντερνετ. Έτσι λόγου χάρη ανακαλύφθηκαν πολύτιμα κείμενα του Κάλβου, ενώ εγώ έπρεπε να τρέχω από μια πόλη στην άλλη να ψάχνω στα αρχεία. Ίσως πρέπει να αγκαρέψω κανένα εγγόνι μου αμείβοντάς το με χρήματα για να μου ψάχνει τα βιβλία που χρειάζομαι στο Ίντερνετ.

-Πότε θεωρείτε ότι ολοκληρώνεται μια ευρύτερη φιλολογική έρευνα;

Ίσως μπορούμε να λάβουμε υπόψη μας τη συγγραφή της Ιστορίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας που κυκλοφόρησε το 1971. Υποτίθεται ότι κάποιος που φτάνει σ’ αυτό το σημείο της εξερεύνησης της νεοελληνικής λογοτεχνίας έχει άμεση γνώση, πρόσβαση των λογοτεχνικών έργων για τα οποία ομιλεί και να έχει λάβει υπόψη ό,τι σχετικό έχει γραφεί από άποψη κριτικής. Πόσων χρόνων ήμουνα; Πρέπει να έχεις περάσει τα 40, αλλιώς που να προλάβεις να τα διαβάσεις όλα αυτά. Για να σας απαντήσω συγκεκριμένα, η φιλολογική έρευνα δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Απόδειξη ότι το ίδιο βιβλίο το 2001 το ξανάγραψα από την αρχή, τριάντα χρόνια αργότερα. Και να μου ευχηθείτε να ζήσω άλλα τριάντα χρόνια, για να το ξαναγράψω πάλι από την αρχή.

-Πώς αξιολογείτε ένα έργο; Τι είναι εκείνο που σας οδηγεί να εντάξετε ένα έργο, έναν συγγραφέα στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας;

Μου θέτετε το πιο δύσκολο ερώτημα. Και κινδυνεύω να με κόψετε αν σας δώσω μια απάντηση που δεν ικανοποιεί. Το ποιος θα μπει και ποιος δεν θα μπει είναι το πιο καυτό θέμα. Πρέπει να αποφύγεις την αυθαιρεσία. Την αυθαιρεσία τη δική σου, τις δικές σου προτιμήσεις αλλά και τις προτιμήσεις εκείνων που θεωρείς ότι είναι είτε ανεπαρκείς, είτε λανθασμένες. Ένα ζήτημα που δυσχεραίνει εξαιρετικά τον συντάκτη μιας ιστορίας είναι η έλλειψη συνολικών μελετών όπου να φαίνεται καθαρά μία αξιολόγηση. Δεν γίνεται ένας ξένος να έρχεται και να λέει ποιος είναι σημαντικός στην Ελλάδα και να αξιολογεί. Ο ιστορικός της νεοελληνικής λογοτεχνίας πρέπει να έχει στη διάθεσή του έγκυρες μελέτες, απ’ όπου να βγαίνει το συμπέρασμα για μια κλίμακα αξιών μέσα στην ελληνική παραγωγή.

-Το έλλειμμα που εντοπίζετε στην ελληνική βιβλιογραφία υφίσταται και μετά τη δημοσίευση της ιστορίας του Αλέξανδρου Αργυρίου;

Για την εποχή με την οποία έχει ασχοληθεί ο Αργυρίου έχω πάντοτε λάβει υπόψη τη γνώμη του και πριν δημοσιεύσει την Ιστορία. Αλλά ο Αργυρίου έχει ασχοληθεί με τα τελευταία 100 χρόνια, ενώ σε μια ιστορία σαν τη δική μου έχουμε να κάνουμε με 6 αιώνες.

-Πού οφείλεται αυτό το έλλειμμα;

Δεν έτυχε να ασχοληθούν.

-Η γενιά του ’30 έχει στοιχειώσει την ελληνική λογοτεχνία;

Την έχει, με την έννοια ότι συνέπεσε αυτή η γενιά να ανοίξει τα μάτια της τον καιρό που έγιναν ριζικές αλλαγές στην αντίληψη της τέχνης του δυτικού πολιτισμού και να ωφεληθεί περισσότερο από ποτέ από τους νέους τρόπους δημιουργίας. Τα ρεύματα που ακολούθησαν και που οι Έλληνες συγγραφείς υιοθέτησαν στη συνέχεια, δεν είχαν την ίδια δύναμη ανατροπής που εκδηλώθηκε μέσα στις δεκαετίες του ’20 και του ’30.

-Στη λογοτεχνία που γράφεται σήμερα εντοπίζετε κάποια έργα που θεωρείτε ότι έχουν θέση στην Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας;

Βεβαίως και υπάρχουν. Αρκεί να γραφούν μελέτες συνολικές και συγκριτικές για τούτη την εποχή, από Έλληνες μελετητές, όπου να γίνεται μια επιλογή και μια κλιμάκωση των αξιών. Παρακολουθώ όσο μπορώ τη σύγχρονη ελληνική παραγωγή. Θαυμάζω το συνολικό επίπεδο που έχει επιτευχθεί. Ευτυχώς, λείπουν όλο και περισσότερο μερικοί που θεωρούν τον εαυτό τους σπουδαίο και αδικημένο, ενώ δεν φτάνουν ούτε στο κατώτερο κατώφλι της τέχνης. Το γενικό επίπεδο έχει ανέβει πάρα πολύ.

-Και στην πεζογραφία και την ποίηση;

Η ποίηση έχει απομακρυνθεί πολύ από την πεζογραφία. Αποτελεί έναν δικό της κόσμο, προπαντός στην κατανάλωση. Ο κόσμος διαβάζει περισσότερο τα πεζά από την ποίηση και υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που πιστεύουν ότι είναι πιο εύκολο να γράψουν ποίηση παρά αφήγηση. Εξάλλου, ας πούμε και την αλήθεια για την παραγωγή βιβλίων. Είναι πιο εύκολο να βγάλεις ένα βιβλιαράκι με ποιήματα, παρά ένα αφήγημα που να στέκεται στο πόδι και να διαβάζεται. Η ποίηση πολύ εύκολα παρεξηγείται.

-Μεγαλωμένος σε ένα αστικό περιβάλλον με γλώσσα φροντισμένη και γλωσσομάθεια, τι σας έστρεψε στη γλώσσα του λαού, στην έρευνα του κλέφτικου και του δημοτικού τραγουδιού;

Το δημοτικό τραγούδι είναι μια παλιά αγάπη και μου φαίνεται ότι λίγο – πολύ όλοι οι «ξένοι» νεοελληνιστές ξεκίνησαν απ’ αυτή την αγάπη που αντιστοιχεί με την αγάπη για τον ελληνικό λαό και δημιουργικότητά του.

-Στην Ελλάδα του Ελύτη, του Σεφέρη, του Καβάφη, πριν λίγες ημέρες ένας νεοναζί δολοφόνησε έναν νεαρό μουσικό. Πώς σας ακούγεται αυτό;

Μου φαίνεται ότι τέτοια φαινόμενα βίας και από τη Δεξιά αλλά και από άλλες δυνάμεις είναι μαρτυρία της αδυναμίας της πολιτικής να λύσει δημοκρατικά τα προβλήματά μας. Οι πολιτικές δυνάμεις αδυνατούν να δώσουν λύσεις ικανοποιητικές και εποικοδομητικές και ανοίγουν τον δρόμο σε λύσεις αντιδημοκρατικές. Η Χρυσή Αυγή είναι ένα κακό σχολείο και ένα παράδειγμα που μπορεί να βρει ακόλουθους και στην Ιταλία, και αλλού, παντού όπου η πολιτική αδυνατεί να δόσεις λύσεις στα προβλήματα της κοινωνίας.

-Όταν λέτε και από άλλες δυνάμεις, τι εννοείτε;

Από τις εξωκοινοβουλευτικές δυνάμεις που στο παρελθόν υπήρχαν και στην Ελλάδα, και στην Ιταλία.

-Έχετε πει ότι οι δυσκολίες γεννούν καινούργιες ανάγκες. Ποια είναι η μεγαλύτερη ανάγκη που γεννά η σημερινή κρίση στην Ευρώπη;

Πρέπει να εξασφαλιστεί ένα βιοτικό επίπεδο δίκαιο, όπου να μην κυριαρχούν οι πλούσιοι, οι οποίοι συνήθως έχουν κάνει τα λεφτά τους εις βάρος των άλλων. Αλλά, δυστυχώς, η πολιτική πάσχει απ’ αυτή την άποψη και πάντα πληρώνουν οι φτωχοί.

-Οι δυτικές κοινωνίες σήμερα μπορούν να εγγυηθούν τις ουμανιστικές αξίες;

Υπάρχει μια βασική αρρώστια στο εκλογικό σύστημα, που μόνο φαινομενικά είναι δημοκρατικό. Όλοι μας πηγαίνουμε στην κάλπη και ρίχνουμε την ψήφο μας και επιλέγουμε τελικά εκείνους που δεν εξυπηρετούν αντικειμενικά τα δικαιώματα των αδύναμων.

(πηγή: avgi.gr)

Share
Κατηγορίες: ΕΙΔΗΣΟΥΛΕΣ. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.