Πειράζει που δε θέλω να μάθω;

Γράφει ο Κώστας Κολιός – Δάσκαλος

Η σχολική πραγματικότητα έχει τόση ποικιλομορφία και τόση ιδιαιτερότητα θεμάτων, που συχνά και ο έμπειρος εκπαιδευτικός βρίσκεται σε δύσκολη θέση να τα αντιμετωπίσει με τον αρμόζοντα τρόπο. Στο καθημερινό μαθητικό μωσαϊκό της τάξης,  συναντά διάφορους τύπους μαθητών. Πρώτα πρώτα μαθητές με αυξημένη επιμέλεια και ηγετική προσωπικότητα, μαθητές με υψηλή αυτοεκτίμηση και ενισχυμένη αλαζονεία, μαθητές με σεμνότητα και μετροέπεια, μαθητές με έντονη εσωστρέφεια και μειωμένη αυτοπεποίθηση και μαθητές με αποκλίνουσα συμπεριφορά. Ο εκπαιδευτικός, αφού καταγράψει τη γενική εικόνα, επιβάλλεται με μεθοδευμένες ενέργειες και στοχευμένες παιδαγωγικές στρατηγικές να αμβλύνει τις αρνήσεις και αντίστοιχα να προκρίνει επιβραβεύοντας τις θέσεις. Είναι το πιο δύσκολο σημείο, γιατί θα πρέπει να ελεγθούν οι φυγόκεντρες τάσεις και να επιτευχθεί κλίμα αλληλοσεβασμού και συνεργασίας.

Οι μεγάλες προκλήσεις για τον εκπαιδευτικό είναι οι μαθητές που παρουσιάζουν  αποκλίνουσα συμπεριφορά. Ο εκπαιδευτικός διαπιστώνει ότι τα παιδιά αυτά αρνούνται πεισματικά να παρακολουθήσουν τη διδασκαλία ή να εκτελέσουν κάποια ατομική ή ομαδική εργασία. Συνήθως είναι ανήσυχα και προκλητικά, ακουμπώντας το κεφάλι στο θρανίο και αδιαφορώντας για τη μαθησιακή διαδικασία. Στην προσπάθεια του εκπαιδευτικού να τα εντάξει στο κλίμα της τάξης και να τα συνετίσει, αντιδρούν διαφορετικά και ποικιλότροπα. Υπάρχουν παιδιά που ξεσπούν σε κλάματα, άλλα στρέφουν το κεφάλι τους επιδεικτικά αλλού, ενώ άλλα επιχειρούν να μιμηθούν κινήσεις ή εκφράσεις του δασκάλου τους και να τον μειώσουν στους συμμαθητές τους.  Άλλα κρύβονται κάτω από το θρανίο – ανάλογα με την ηλικία –  και άλλα, – τα μεγαλύτερα – , σηκώνονται και βγαίνουν έξω από την τάξη, αρνούμενα να πειθαρχήσουν και να συνεργαστούν.

Είναι αλήθεια ότι στη διερεύνηση των αιτιών θα πρέπει να αξιολογηθούν προσεκτικά όλα τα δεδομένα, για να δοθούν υπεύθυνες απαντήσεις και να βοηθήσουν το μαθητή να αναστρέψει την εικόνα του. Γονείς, εκπαιδευτικοί και  σχολικοί ψυχολόγοι, επιβάλλεται να συνεργαστούν και να αντιμετωπίσουν με ιδιαίτερη προσοχή τη μαθησιακή άρνηση ενός παιδιού. Μια από τις συνηθέστερες  αιτίες είναι κάποιο μαθησιακό πρόβλημα. Τα παιδιά με δυσλεξία, διάσπαση προσοχής και υπερκινητικότητα,  επειδή αντιμετωπίζονται σαν προβληματικά, από τον εκπαιδευτικό της τάξης, -λόγω άγνοιας -, αλλά και υποτιμητικά από τους συμμαθητές τους, αμύνονται και αρνούνται να ενταχθούν στη γνωστική πράξη. Μια άλλη αιτία, είναι το προβληματικό κλίμα της οικογένειας. Οι τραυματικές εμπειρίες από γονικές συγκρούσεις και το απαξιωτικό οικογενειακό περιβάλλον, κάνει τα παιδιά υπερευαίσθητα και  υπερβολικά αδιάφορα προς όλους και όλα. Επίσης, θα πρέπει να διαχωρίσουμε το ιδιαίτερα ευφυές παιδί με δημιουργική σκέψη, που αδυνατεί να παρακολουθήσει τους αργούς ρυθμούς της τάξης του και αντιδρά με άρνηση, σνομπάροντας κάθε διαδικασία μάθησης. Τέλος, η αυταρχικότητα του δασκάλου μπορεί να οδηγήσει το παιδί σε θέση αντιπαράθεσης, σε άρνηση και σε απομάκρυνση από τα τεκταινόμενα στην τάξη.

Οι γονείς πρέπει να ξέρουν ότι:

  • Η άρνηση στη μάθηση θα πρέπει να αντιμετωπίζεται αμέσως και με τη συνεργασία των ειδικών.

  • Αν αποκλειστούν εγγενείς αδυναμίες, ψυχοσωματικά σύνδρομα και εκπαιδευτικές αδυναμίες,  τότε το παιδί τους είναι ένα ιδιαίτερα προικισμένο άτομο.

  • Σε κάθε περίπτωση, το παιδί θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με σεβασμό και αγάπη.

Share
Κατηγορίες: ΨΥΧΟΛΟΓΗΜΑΤΑ. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.