Η ΓΙΟΡΤΗ

Αφιερωμένο στην Παγκόσμια Ημέρα του Δασκάλου – 5 Οκτώβρη

γράφει ο δάσκαλος Γιάννης Κοιλής

Ας φανταστούμε το δάσκαλο και τη δασκάλα. Ας μην ασχοληθούμε τώρα, που μας γιορτάζουν, πρωτίστως με το συμβολικό μας ρόλο και την πρακτική πλευρά του έργου μας. Ας μας φανταστούμε. Είμαστε σε θέση, με την ενσυναίσθηση που μπορούν να μας δανείσουν τα παιδικά μάτια όταν μας βιώνουν, να αφήσουμε το νου μας ελεύθερο ώστε να πλάσει την εικόνα μας στη σημερινή κοινωνία, στο σημερινό σχολείο.

Ας πάρουμε για οδηγό μας σε αυτή τη γιορτή τον παλιό μυθοπλόκο μας, όχι επειδή είναι κάποιος άρχοντας του νόμου και της τάξης, αλλά επειδή δεν είναι. Η εύχαρις κίνησή του είναι εκείνο που στολίζει το λόγο του. Λέω λοιπόν να ακολουθήσουμε τα βήματα του χορού του, όχι για να παίξουμε αλλά για να αναζητήσουμε λίγα τυχαία πατήματα στο δρόμο της ευδαιμονίας.

καλλίων

Ο δάσκαλος, η δασκάλα, το παιδί, ας αναζητήσουν τον πιο όμορφο τρόπο για να συμβιώσουν. Ξαφνιαστήκαμε; Νωρίς νωρίς έρχεται αυτή η λέξη – καλλίων – στο απόσπασμα του Πλάτωνα και κάτι μας λέει πως αυτό δεν αποτελεί σύμπτωση. Ο δασκαλοφιλόσοφος νομίζει πως η ομορφιά έχει σημασία στη σχέση μας με το παιδί. Μια ομορφιά που τόσο συχνά χάνεται από την έκφρασή μας τη στιγματισμένη από στόχους και υποχρεώσεις, αδυναμίες και ανεπάρκειες, θυμό και απογοήτευση. Κι όμως, το κάλλος είναι εκείνο που όχι μόνο νοστιμίζει το σχολείο, αλλά και το ολοκληρώνει. Καλός κ’ αγαθός είναι ο άνθρωπος που θα θέλαμε να προκύψει από το σχολείο, την οικογένεια, την κοινωνία, όχι επειδή αυτό απλώς θα εξυπηρετούσε, αλλά επειδή αυτό θα έδινε χαρά και δημιουργικότητα σε όλους. Η ομορφιά, βέβαια, δεν περιορίζεται στην ειδή, απλώνεται σε όλα: στη συμπεριφορά, στη διάθεση για ζωή, στη διάθεση να μάθω και να πλάσω.

Το κάλλος – σε αντίθεση με αυτό που συχνά άκριτα δεχόμαστε – δεν είναι εχθρός της γνώσης αλλά αρωγός της.

Η τάξη μας αγαπάει το όμορφο σήμερα.

σπουδὴ

Και είναι το κάλλος η αφελής και αβίαστη ενασχόληση με το ωραίο; Επ’ ουδενί. Η ενασχόλησή μας είναι σπουδή, σοβαρή δουλειά. Τη σοβαρότητά της την αντλεί από την αναγκαιότητά της στις μέρες μας. Στις μέρες μας, μάλιστα, αλλιώς από ό,τι παλιότερα. Η οικογένεια, η κοινωνία, ο κόσμος, όλα αλλάζουν, και το σχολείο καλείται να αναλάβει τομείς που παλιά ανήκαν σε άλλους. Ας σκεφτούμε μόνο την οικογένεια, τους γονείς που εργάζονται πολύ, που συχνά δεν μένουν πλέον κάτω από την ίδια στέγη, που είναι πολλές φορές σαστισμένοι. Εμείς – χωρίς βέβαια να είμαστε στην τάξη μας γονείς – καλούμαστε να συμπληρώσουμε με κομμάτια χαράς, συντροφικότητας, κατανόησης, παρηγοριάς ίσως, γέλιου και ανεμελιάς όσα λείπουν για να ισορροπήσουμε τόσο εμείς όσο και τα παιδιά.

Η τάξη μας καταλαβαίνει το ρόλο της σήμερα.

διαλεκτικῇ τέχνῃ

Τώρα μάλιστα! Κουτοπόνηρες μαιευτικές; Όχι, θα μας μυριστούν τα παιδιά και θα πάει στράφι το επιτηδευμένο ύφος μας. Στο σημερινό μας μύθο χρειαζόμαστε κάτι πιο εξελιγμένο, μια επικοινωνία περισσότερο εποικοδομητική. Κι επειδή τα παιδιά – όπως είπαμε – μας μυρίζονται εύκολα, θα διαλεχτούμε μαζί τους τίμια. Και η τέχνη αυτής της επιλογής κρύβεται στον τρόπο διαχείρισης του διαλόγου. Δεν τους λέμε τι να κάνουν, τι να μάθουν, τι να σκεφτούν: συζητάμε τι θα κάνουμε, αυτό που θα μάθουμε, πώς θα σκεφτούμε. Ας μη μας παραξενεύει ότι για τη δουλειά αυτή οι μαθητές είναι πιο ώριμοι από όσο περιμέναμε. Απλώς δεν τους το ‘χαμε.

Η τάξη μας κουβεντιάζει σήμερα.

ψυχὴν προσήκουσαν

Δεν είναι δυνατόν τα παιδιά να προσέλθουν «έτοιμα σε όλα» στην τάξη τους. Έχουν όμως τα εφόδια για να αναπτύξουν τις δεξιότητες που είναι απαραίτητες για να λειτουργήσουν παραγωγικά στο περιβάλλον τους. Και – ας μην το ξεχνάμε αυτό – έχουν πολλά να συνεισφέρουν σε εκείνο που είναι το περιβάλλον τους αφού αποτελούν έτσι κι αλλιώς μέρος του. Ο δάσκαλος που πιέζει το παιδί να δεχτεί τον εξουσιαστικό λόγο του ως θέσφατο είναι μια άσχημη εικόνα του παρελθόντος. Τώρα ο δάσκαλος εμπνέει και ακούει, συντονίζει και σέβεται, διδάσκει και μαθαίνει. Έχουμε κατανοήσει ότι το καινούργιο σχολείο είναι συλλογικό και ότι τόσο εμείς όσο και τα παιδιά μπορούμε και θέλουμε να βιώσουμε την τάξη ως κοινό μας χώρο δράσης. Έτσι, το παιδί που ταιριάζει σε αυτή την τάξη δεν είναι μόνο του ούτε στην κορυφή ούτε στο πιο χαμηλό σκαλοπάτι μια ιεραρχικής πυραμίδας: είναι ένας από εμάς.

Η τάξη μας είναι μια παρέα σήμερα.

μετ’ ἐπιστήμης

Δεν αρκεί να γνωρίζουμε καλά Ελληνικά και Μαθηματικά: αυτά μπορεί να τα γνωρίζουν πολλοί, αλλά δάσκαλοι δεν είναι. Οι περισσότεροι μπορούν να διαβάσουν και να καταλάβουν τα βιβλία της Φυσικής και της Ιστορίας, αλλά δάσκαλοι δεν είναι.Το ζητούμενο είναι ο δρόμος που θα ακολουθήσουμε για να κατακτήσουμε τη γνώση, η μέθοδος και η τεχνική της διδασκαλίας. Εδώ κρύβεται η μεγάλη πρόκληση των ημερών μας γιατί η τάξη είναι ένας ζωντανός, ευμετάβλητος οργανισμός, ένας οργανισμός που αναπτύσσει τη δική του δυναμική και προσωπικότητα, τη δική του φωνή. Η επιστήμη μας είναι η αναζήτηση του καλύτερου τρόπου για να μπορέσουμε όλοι μαζί να αντικρίσουμε τη γνώση, τον τρόπο που ταιριάζει καλύτερα στα παιδιά και στην κοινωνία όπου ζουν.

Η τάξη μας περισσότερο από ποτέ χρειάζεται τις επιστήμες σήμερα.

ἑαυτοῖς τῷ τε φυτεύσαντι βοηθεῖν

Ο σπόρος βοηθάει και εκείνον που τον δέχτηκε και εκείνον που τον φύτεψε. Ο Πλάτων – ένας σύγχρονος; Κι όμως, όσο κι αν μας ενοχλεί η δογματική και, συχνά, ανάρμοστη αναφορά στους «παντογνώστες αρχαίους», το σημείο αυτό της σκέψης του παλιού διανοητή είναι ολόφρεσκο και ουσιώδες. Όλοι μας αποκομίζουμε κέρδος από τη δουλειά μέσα στην τάξη όταν αυτή η δουλειά αποτελεί κοινό βίωμα, συλλογική προσπάθεια γεμάτη εκπλήξεις και ενδιαφέροντα ευρήματα. Όλοι μαθαίνουμε στο σχολείο της εποχής μας, όλοι πλουτίζουμε σε συναίσθημα και εμπειρία, σε αυτοσεβασμό και αλληλοεκτίμηση.

Η τάξη μας γεννάει καινούργια πράγματα σήμερα.

ἄλλοι ἐν ἄλλοις ἤθεσι φυόμενοι

Ας διαβάσουμε τη φράση αυτή όπως μας συμφέρει – η φαντασία μας διευθύνει τη συζήτηση έτσι κι αλλιώς. Ας ξεφυτρώσουν λοιπόν άλλα λόγια στη συνείδηση άλλων ανθρώπων. Τα παιδιά να αρθρώσουν το δικό τους λόγο, όχι να αναμασήσουν το δικό μας: αυτός είναι ο στόχος και σκοπός του νέου σχολείου –ένας στόχος παλιός εκείνων που κατάλαβαν από τα αρχαία χρόνια ότι το σχολείο καλείται να αναστήσει πολίτες και όχι ανδρείκελα, να αναθρέψει την κρίση και όχι την υπακοή, να δώσει τα εργαλεία για τη χάραξη του προσωπικού δρόμου μας και όχι απλώς να υποδείξει το δρόμο που επέλεξαν άλλοι για εμάς.

Η τάξη μας δίνει φωνή σε αυτόνομους ανθρώπους.

τὸν ἔχοντα εὐδαιμονεῖν ποιοῦντες

Σκοπός του σχολείου είναι να προσφέρει ευτυχία. Όχι, δεν σας μιλάει ένας παράφρων. Και, όχι, δεν μπορεί να τα προσφέρει όλα το σχολείο. Μπορούμε όμως να ανακαλύψουμε τη φωνή μας, τα ταλέντα και τις αδυναμίες μας, εκείνα που μας αρέσουν κι εκείνα που μας είναι αδιάφορα.   Ο  κόσμος ανακαλύπτεται στην τάξη και γίνεται περισσότερο οικείος, όπως ανακαλύπτεται και αυτό το άγνωστο πρόσωπο που μαθαίνουμε να αποκαλούμε «εγώ». Ένα «εγώ» που για καθρέφτη του έχει την ομάδα, τη δημιουργία, την προσπάθεια για το καλύτερο, ένα «εγώ» που δεν φοβάται την απόρριψη. Επιχειρούμε να ανακαλύψουμε τους όρους που θα μας επιτρέψουν να ισορροπήσουμε, να κρίνουμε, να δημιουργήσουμε, να χαρούμε, να αλλάξουμε.

Η τάξη μας θέλει να είναι χαρούμενη σήμερα.

μάλιστα

Το «όσο καλύτερα μπορούμε» πώς θα το διαβάσουμε; Από την ανάγνωση αυτού του «μάλιστα» θα κριθεί αν είμαστε δάσκαλοι ή όχι, θα κριθεί αν κάνουμε καλά τη δουλειά μας, αν τα παιδιά ωφελήθηκαν. Αυτό το «μάλιστα» μας βοηθάει να καταλάβουμε τα όριά μας, να συναισθανθούμε ότι η «τέχνη» μας έχει να κάνει με το εφικτό, δίχως αυτό να αποτελεί δικαιολογία για εύκολους συμβιβασμούς. Το εφικτό είναι ανθρώπινο και πρέπει να είναι το μέτρο μας, το απόλυτο δεν υπάρχει.

Η τάξη μας είναι αισιόδοξη σήμερα.

Σήμερα γιορτάζουμε. Κάλεσα να μας κάνει παρέα ένας φίλος από τα παλιά και να φανταστούμε μια συζήτηση μαζί του. Ο καθένας από εμάς θα έκανε και μια διαφορετική συζήτηση. Εύχομαι η φαντασία που διαβάσατε να σας πρόσφερε ιδέες και ερεθίσματα.

Share
Κατηγορίες: ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η ΓΙΟΡΤΗ

ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΜΟΥΣΙΚΗ: Η κλασική μουσική των Ελλήνων

Ο Χρόνης Αηδονίδης μιλά στο «Παιδεύω»

Με την ευχή οι δάσκαλοι να γνωρίσουν την αξία του μουσικού μας πλούτου, να τον αγαπήσουν για να μπορέσουν να τον μεταδώσουν και στους μαθητές τους, ο Χρόνης Αηδονίδης ξετυλίγει μέσα από αυτή τη συνέντευξη στο «Παιδεύω» το μεγάλο κεφάλαιο που λέγεται παραδοσιακή μουσική. Ο μουσικός που έκανε γνωστό σε όλη την Ελλάδα τον ζωναράδικο μιλά για την ανάγκη διαφύλαξης της ταυτότητάς μας.

Παιδεύω: Κύριε Αηδονίδη, γιατί οι περισσότεροι Νεοέλληνες -και πάντως όλα τα παιδιά- ταυτίζουν συνειρμικά τη βυζαντινή μουσική αποκλειστικά με την Εκκλησία; Δεν είναι η «κλασική» μουσική των Ελλήνων, ανεξάρτητα από την εκκλησιαστική της χρήση, και μάλιστα 3-4 αιώνες προγενέστερη της δυτικής κλασικής;

Χρόνης Αηδονίδης: Πρέπει να παραδεχθούμε ότι δεν είναι παράλογο να ταυτίζουν όλοι σχεδόν σήμερα την βυζαντινή μουσική με την εκκλησία. Ασφαλώς η βυζαντινή μας μουσική είναι «παιδί» της αρχαίας ελληνικής μας μουσικής παράδοσης και, ως εκ τούτου, συνδέονται στην ιστορία της όλες οι γενιές του ελληνικού φύλου. Ωστόσο, η μουσική αυτή έχει έναν συγκεκριμένο σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκε και εξελίχθηκε, στα χρόνια του Βυζαντίου, κι αυτός δεν είναι άλλος απ’ το να εκφράσει τα λατρευτικά συναισθήματα των Ελλήνων.

Μεγάλοι υμνογράφοι και μελωδοί –οι περισσότεροι από αυτούς Άγιοι της εκκλησίας μας- συνέθεσαν στίχους και μουσική βασισμένη καθ’ όλα στην αρχαία ελληνική μουσική, μετεξελίσσοντάς την, και με θεοπνευστία, περιέγραψαν όλα τα σημαντικά γεγονότα της χριστιανοσύνης, ύμνησαν τους άθλους και τον ασκητισμό των αγίων, προσευχήθηκαν και δόξασαν τον Θεό. Γι’ αυτό άλλωστε συνηθίζουμε να την αποκαλούμε ορθότερα ως «βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική».

Είναι άλλο το γεγονός ότι παράλληλα με την εκκλησιαστική βυζαντινή μουσική, της οποίας ο έντονος θρησκευτικός ρόλος μας κάνει σήμερα να ταυτίζουμε γενικά την βυζαντινή μουσική με την εκκλησία, αναπτύχθηκε και η λεγόμενη «κοσμική» βυζαντινή μουσική, η οποία διαμορφώνεται μουσικά, με κάπως περισσότερη ελευθερία, στις βυζαντινές εκκλησιαστικές μουσικές κλίμακες. Αυτή είναι μία μουσική που δεν χρησιμοποιείται σήμερα, όπως κατ’ αντιστοιχία χρησιμοποιείται η βυζαντινή εκκλησιαστική στα ψαλτήρια. Μπορεί κανείς να βρει δείγματά της μόνο σε κάποιες δισκογραφικές δουλειές ορισμένων μελετητών.

Πράγματι όμως, στο σύνολό της η βυζαντινή μουσική, τόσο η εκκλησιαστική, η οποία και επικρατεί, όσο και η πάλαι ποτέ κοσμική, συνθέτουν ένα μουσικό θησαυρό, απομεινάρι και συνεχιστή της αρχαίας μας ελληνικής μουσικής ταυτότητας και δικαίως πρέπει να αποκαλείται ως «κλασική μουσική της Ελλάδας».

Παιδεύω: Τι και τι χάνει η νέα γενιά μας, και εν γένει ο Ελληνισμός, με τον συστηματικό παραγκωνισμό των βυζαντινών και παραδοσιακών ακουσμάτων από την κουλτούρα μας;

Χρόνης Αηδονίδης: Είναι αλήθεια πως ο παραδοσιακός μας μουσικός πολιτισμός, δηλαδή τόσο η βυζαντινή μας μουσική όσο και το δημοτικό μας τραγούδι, έχουν, κατά καιρούς, υποστεί ανελέητο αποκλεισμό και παραγκωνισμό. Σε κάποιες μάλιστα εποχές, όταν για παράδειγμα πρωτοασχολήθηκα συστηματικότερα εγώ με το παραδοσιακό τραγούδι, τη δεκαετία του πενήντα, όπου επικρατούσε έντονα το λαϊκό τραγούδι, όποιος ασχολιόταν με τα παραδοσιακά θεωρούνταν «ντεμοντέ». Ήταν σχεδόν ντροπή να λες πως είσαι από χωριό ή πως τραγουδάς τα τραγούδια του τόπου σου.

Γι’ αυτό άλλωστε κι εγώ, επηρεασμένος από αυτήν την νοοτροπία, όταν ήρθα στην Αθήνα και ο αείμνηστος λαογράφος μας Πολύδωρας Παπαχριστοδούλου με προσέγγισε για να συμμετέχω στις ραδιοφωνικές εκπομπές του με τραγούδια της Θράκης, του απάντησα, πως «ωραία αυτά τα τραγούδια, τα αγαπώ αλλά ντρέπομαι να τα πω». Τότε ήμουν νέος και δεν μπορούσα να καταλάβω. Χρειάστηκαν τα λόγια αυτού του μεγαλύτερου τότε και σοφού ανθρώπου, για να με κάνουν να δω την αλήθεια. Έτσι και οι νέοι σήμερα – δεν τους αδικώ – αφού από το πρωί ως το βράδυ ακούν στα ραδιόφωνα και στις τηλεοράσεις ένα σωρό άλλα είδη μουσικής εκτός της γνήσιας ελληνικής, ούτε να την καταλάβουν μπορούν, ούτε να την νιώσουν, ούτε – πολύ περισσότερο – να δουν την αλήθεια που κρύβει και την χρησιμότητά της στην ψυχή τους. Γιατί δεν μιλάμε απλώς για ένα είδος μουσικής, αλλά μιλάμε για ολόκληρη την ιστορία του γένους μας.

Στα δημοτικά μας τραγούδια είναι γραμμένος ο καημός και ο πόνος για τις αλησμόνητες πατρίδες, οι κακουχίες αλλά και οι χαρές των παππούδων μας, η καθημερινή τους ζωή, οι αγάπες τους, τα ήθη και τα έθιμά τους. Είναι γραμμένη όλη η ιστορία που σέρνουμε στις πλάτες μας, ως παιδιά τους. Κι όταν ένας άνθρωπος δεν μπορεί ή δεν ξέρει να τιμά και να «ακούει» την ιστορία του, τότε μένει μισός άνθρωπος.

Παιδεύω: Γιατί, πιστεύετε, γίνεται αυτό και ποιοι ευθύνονται; Τα μέσα ευρείας δημοσιότητας, οι δισκογραφικές εταιρίες, το εμπόριο των μουσικών προϊόντων, η Πολιτεία, όλοι μαζί;

Χρόνης Αηδονίδης: Δυστυχώς όλοι, λίγο ως πολύ, έχουν βάλει το χεράκι τους σε αυτήν την ιστορία. Είναι πραγματικά εντυπωσιακό να βλέπουμε τους γείτονές μας τους Τούρκους, οι οποίοι ανέπτυξαν τη παραδοσιακή μουσική τους επί τη βάσει της δικής μας μουσικής, να έχουν σθεναρή υποστήριξη από το Κράτος τους και να επιδεικνύουν καταπληκτικές ορχήστρες, κι ο δικός μας λαός να αντιμετωπίζει το παραδοσιακό μας τραγούδι σαν δεύτερο και τρίτο και τελευταίο είδος. Τα μέσα ενημέρωσης, και ειδικά τα ραδιόφωνα, ασφαλώς παίζουν πολύ μεγάλο ρόλο σε αυτό. Ας μην ξεχνάμε πως έχουν τη δύναμη, όπως κάθε σύγχρονο μέσο ενημέρωσης, να διαμορφώνουν μουσικές προτιμήσεις. Όταν τα δεκαπεντάχρονα παιδιά ακούν σήμερα από το πρωί ως το βράδυ όλα τα ξενόφερτα τραγούδια και τίποτε άλλο, ασφαλώς αυτό θα προτιμήσουν κι αυτό θα μιμηθούν. Όταν δεν υπάρχει καμία φωνή σε όλα αυτά τα μέσα που να προτείνει κάτι διαφορετικό, δεν υπάρχει και διαδικασία επιλογής. Όλα γίνονται κατευθυνόμενα και ο κόσμος τα δέχεται σα μασημένη τροφή. Στο ίδιο μοτίβο κινούνται ασφαλώς και οι δισκογραφικές εταιρείες, κι εκεί ακόμα χειρότερα, μιας και οι εταιρείες αυτές – όπως προκύπτει και από το όνομά τους- έχουν ως αποκλειστικό στόχο το κέρδος. Παράγουν ό,τι πουλάει, ανεξάρτητα από την αξία του.

Είναι πολύ σπάνιο να βρει κανείς κάποιον παραγωγό, σε μεγάλη δισκογραφική εταιρεία, που να ενδιαφέρεται πραγματικά για το καλό παραδοσιακό τραγούδι και την διάσωσή του ή έστω για νέες δουλειές που βασίζονται στην παραδοσιακή μας μουσική. Κι αν υπάρχει, τα μεγάλα συμφέροντα των εταιρειών, που οι περισσότερες πια είναι πολυεθνικές και επομένως κατευθυνόμενες απ’ έξω, με ελάχιστα περιθώρια επιλογών, δεν θα τον αφήσουν να κινηθεί, όπως πιθανώς θα ήθελε, μιας και μια τέτοια δουλειά, με ελάχιστους ακροατές, ποτέ δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ωφέλιμη για τον σκοπό της εταιρείας.

Βέβαια για να μην τα βλέπουμε όλα αρνητικά, πρέπει να παραδεχτούμε ότι, ειδικά τα τελευταία χρόνια, η κατάσταση είναι κάπως καλύτερη. Σίγουρα ο θεσμός των μουσικών σχολείων, στα οποία, μεταξύ άλλων, διδάσκονται και παραδοσιακά όργανα και δημοτικό τραγούδι και βυζαντινή μουσική, έχει βοηθήσει πολύ. Επίσης οι πολυάριθμοι πολιτιστικοί σύλλογοι, ανά την Ελλάδα, που έχουν συσταθεί από μερακλήδες ανθρώπους, διασώζουν, με τις εκδηλώσεις και τις δραστηριότητές τους, την μουσική μας κληρονομιά, τους χορούς και τις παραδοσιακές μας στολές και μεταφέρουν την φλόγα τους στους νέους ανθρώπους.

Υπάρχουν επίσης και κάποιες μικρότερες δισκογραφικές εταιρείες που ενδιαφέρονται για τις παραδοσιακές εκδόσεις, ενώ υπάρχουν επίσης ορισμένα νέα παιδιά μουσικοί που είναι πραγματικά πολύ ταλαντούχοι και καταρτισμένοι και δίνουν ελπίδα ότι η μουσική μας ιστορία, παρά τις, κατά καιρούς αντιξοότητες κι όσο κι αν πέρασε διά πυρός και σιδήρου, αντιστάθηκε και αντιστέκεται και θα παραμένει ζωντανή και για τις επόμενες γενιές.

Παιδεύω: Πού διαπιστώνετε πιο πολύ ενδιαφέρον ή και αγωνία γονιών, δασκάλων και παιδιών για επαφή των νέων με τη μουσική μας παράδοση; Στα μεγάλα αστικά κέντρα ή στην περιφέρεια;

Χρόνης Αηδονίδης: Πρέπει να σας ομολογήσω ότι το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, εγώ προσωπικά, το έχω συναντήσει πρώτα στους ομογενείς μας στο εξωτερικό κι έπειτα –όσο κι αν αυτό ακούγεται παράξενο- στα αστικά κέντρα. Βέβαια, υπάρχουν και πολλές μεγάλες επαρχιακές πόλεις και χωριά που επιδεικνύουν σημαντική δραστηριότητα γύρω από την διάσωση και διάδοση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.

Παιδεύω: Πού νομίζετε ότι οφείλεται αυτός ο ζήλος;

Χρόνης Αηδονίδης: Πιστεύω ότι επειδή, ενόψει της παγκοσμιοποίησης, ο κόσμος στα αστικά κέντρα φοβάται, ίσως και υποσυνείδητα, πως είναι περισσότερο επισφαλής στην αλλοτρίωση που αυτή φέρει, δείχνει μεγαλύτερο ζήλο στην διαφύλαξη της ταυτότητάς μας. Αντιθέτως, στις επαρχίες, που ο κόσμος αισθάνεται πως «μένει πίσω», ή πως πρέπει να ακολουθεί τις προσταγές του αστικού τρόπου ζωής, για να προχωρήσει, εκεί θα δει κανείς πλήθος από «καφέ» με ροκ μουσική και διάφορα άλλα κέντρα διασκέδασης με μουσική οποιουδήποτε άλλου είδους, εκτός της δημοτικής. Υπάρχουν βέβαια και εξαιρέσεις.

Όσο για τους ομογενείς μας στο εξωτερικό, πιθανώς ο ίδιος φόβος της αλλοτρίωσης, λόγω της απόστασής τους απ’ τα πατρώα εδάφη και της υποχρέωσής τους να ζουν και να μεγαλώνουν τα παιδιά τους μέσα σε έναν άλλο πολιτισμό, να τους οδηγεί να κρατάνε τόσο πολύ μέσα στην ψυχή τους την Ελλάδα και τα ήθη, τα έθιμα και τις παραδόσεις της, σε τέτοιο βαθμό ώστε να φτάνουμε στο σημείο σήμερα να λέμε, με ειλικρίνεια, ότι οι πραγματικοί Έλληνες δεν κατοικούν στην Ελλάδα αλλά στο εξωτερικό. Νομίζω επίσης ότι αυτή η αγάπη και ο ζήλος που δείχνουν οι ομογενείς μας για την παράδοσή μας οφείλεται και στο γεγονός ότι, ειδικά σε κράτη όπως η Αμερική ή η Αυστραλία ή κάποιες μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, που φιλοξενούν μετανάστες από πολλά κράτη, υπάρχει κάποιος «ανταγωνισμός» ή καλύτερα άμιλλα μεταξύ των διαφορετικών φυλών για το ποιος θα παρουσιάσει καλύτερα την πολιτιστική ταυτότητα και κληρονομιά του.

Παιδεύω: Με το χέρι στην καρδιά, κ. Αηδονίδη, η Θράκη «κρατάει»;

Χρόνης Αηδονίδης: Η Θράκη κρατάει ακόμα. Ειδικά όμως ο νομός του Έβρου, κρατάει περισσότερο από τους υπόλοιπους νομούς. Τον λόγο τον εξηγώ με την ίδια λογική με την οποία μίλησα πριν και για τους ομογενείς μας στο εξωτερικό και για τους ανθρώπους στα αστικά κέντρα. Στο Έβρο, το αίσθημα του «ακρίτα» δεν έχει πάψει να υπάρχει στις καρδιές των ανθρώπων, μικρών και μεγάλων. Οι «φύλακες» πάντα ζουν με ένα χρέος, πόσο μάλλον οι φύλακες των συνόρων. Αυτό τους κάνει να κρατιούνται με περισσότερη δύναμη από όλα αυτά που τους ενώνουν. Τι μπορεί να ενώνει όμως περισσότερο τους ανθρώπους σε ένα έθνος, σε μία πόλη ή σε ένα χωριό, πέραν απ’ τον κοινό πολιτισμό τους; Γι’ αυτό θα δείτε ότι, επειδή ακριβώς στη Θράκη και ειδικά στον ακριτικό Έβρο, είναι πολύ ανεπτυγμένη αυτή η αίσθηση του «κοινού πολιτισμού» και της «ταυτότητας», όπου κι αν βρεθούν οι Θρακιώτες, σε όποιο μέρος της Ελλάδας ή του κόσμου, μόλις ακούσουν τον ζωναράδικο ή τον συγκαθιστό ή την μπαϊντούσκα θα σηκωθούν να χορέψουν και να τραγουδήσουν με όλη τους την ψυχή.

Παιδεύω: Τι μήνυμα θα στέλνατε στους δασκάλους που αγωνίζονται καθημερινά μέσα στη τάξη να μπολιάσουν τα παιδιά με την αγάπη στη λαϊκή μας παράδοση σε τόσο σύνθετη εποχή;

Χρόνης Αηδονίδης: Καταρχάς, δεν είμαι βέβαιος ότι όλοι οι δάσκαλοι σε όλα τα σχολειά, αγωνίζονται καθημερινά να μπολιάσουν στα παιδιά την αγάπη στην παράδοσή μας. Κι αυτό το λέω, όχι για κανέναν άλλο λόγο, παρά γιατί στο διδακτικό προσωπικό πλέον είναι και πολύ νεώτεροι άνθρωποι, οι οποίοι είναι πολύ πιθανό να μεγάλωσαν και αυτοί μακριά από την λαϊκή μας παράδοση, όπως και τα νέα παιδιά που είναι σήμερα μαθητές, σε αντίθεση με τους παλαιότερους δασκάλους και μεγαλύτερους ασφαλώς στην ηλικία που, λίγο ως πολύ, οι περισσότεροι γνώριζαν τι θα πει ζωή στο χωριό, είχαν ακούσει και κάποιο παραδοσιακό τραγούδι, το είχαν τραγουδήσει ή χορέψει σε κάποιο αυθεντικό ωραίο πανηγύρι του χωριού τους κ.ο.κ.

Εύχομαι λοιπόν πρώτ’ απ’ όλα οι δάσκαλοι να γνωρίσουν την αξία αυτού του μουσικού μας πλούτου. Να διαβάσουν τους μεγάλους μας λαογράφους, όπως τον Μέγα ή τον Πολίτη. Να ακούσουν τα τραγούδια μας τα παραδοσιακά και να θαυμάσουν τον τρόπο με τον οποίο ο λαϊκός ποιητής «κεντούσε» τις λέξεις και τραγουδούσε την ιστορία του λαού μας, την καθημερινότητα και τις ανάγκες του, τα πάθη, τις λύπες, τις χαρές και τα όνειρά του. Κι αφού νιώσουν πως πράγματι σέρνουν όλες τις γενιές που πέρασαν πάνω στους ώμους τους, με χρέος, όπως το έλεγε ο Καζαντζάκης, τότε να μπουν στην τάξη και να τα πουν απ’ την ψυχή τους. Να πουν στα παιδιά ένα ωραίο λαϊκό παραμύθι, να τους βάλουν να ακούσουν ένα ωραίο διδακτικό παραδοσιακό τραγούδι. Αν το αγαπήσει ο δάσκαλος αυτό που διδάσκει, ένα είναι σίγουρο: θα το αγαπήσει και ο μαθητής.

Πρέπει βέβαια να παραδεχτούμε ότι, αν σήμερα οι μαθητές μας στα σχολειά, δεν γνωρίζουν πολλά απ’ την παράδοσή μας, η ευθύνη δεν βαρύνει αποκλειστικά τους δασκάλους. Το εγκύκλιο πρόγραμμα σπουδών δεν δίνει πολλά περιθώρια σε αυτούς για να κινηθούν όπως θα ήθελαν. Παλαιότερα, για παράδειγμα, για να γίνει κάποιος δημοδιδάσκαλος έπρεπε να γνωρίζει απαραίτητα κάποιο παραδοσιακό όργανο. Επίσης στο μάθημα της ωδικής στα σχολεία μας, το εγκύκλιο πρόγραμμα προέβλεπε και την διδασκαλία παραδοσιακού τραγουδιού και χορού.

Σήμερα όμως, όχι μόνο το παραδοσιακό τραγούδι ή –πολύ περισσότερο- η βυζαντινή μας μουσική δεν διδάσκεται (ή διδάσκεται εντελώς ημιτελώς) αλλά κοντεύουν να καταργήσουν και το μάθημα των θρησκευτικών. Η θρησκεία μας όμως όπως και η μουσική μας η παραδοσιακή συνθέτουν την πολιτιστική μας ταυτότητα και στην ουσία είναι αυτά τα ίδια η ιστορία μας. Αν καταργήσουμε αυτά απ’ την παιδεία μας, τι θα μας μείνει;

… Ο Χρόνης Αηδονίδης έχει αφήσει το δικό του στίγμα στο χώρο της παραδοσιακής μουσικής. Οι σπάνιες ερμηνευτικές του ικανότητες, οι ιδιαίτεροι λαρυγγισμοί της βελούδινης φωνής του, το δημιουργικό του πνεύμα που τον οδήγησε να συνθέσει ξεχωριστές μελωδίες, είναι κάποια από τα χαρακτηριστικά που τον κάνουν να ξεχωρίζει και να θεωρείται σήμερα ως ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της παραδοσιακής μας μουσικής και ως άνθρωπος που κατόρθωσε να απομακρύνει το παραδοσιακό από τα καταγώγια, όπου κάποτε το κατέτασσαν και να το οδηγήσει στο Ηρώδειο και στο Μέγαρο Μουσικής…

Share
Κατηγορίες: Μουσική | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΜΟΥΣΙΚΗ: Η κλασική μουσική των Ελλήνων

Διαχειριζόμενοι δύσκολα ερωτήματα

Γράφει ο Γιώργος Βλαχάκης – δάσκαλος

Εκεί  που τα έχεις όλα τακτοποιημένα μέσα στο μυαλό σου  και λες θα κάνω αυτό πρώτα, μετά το άλλο  κ.τ.λ., ξαφνικά μέσα στην αίθουσα σηκώνεται ένα χεράκι, πίσω από ένα παράξενα σκυθρωπό προσωπάκι, του δίνεις περιχαρής το λόγο  και σε ρωτάει, έτσι στο άσχετο : «υπάρχει πραγματικά θεός;; ;», ή «γιατί να υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί ;;;», ή « ο ξάδελφος του Άρη βρήκε δουλειά με μέσον και ο αδελφός μου είναι άνεργος 6 μήνες τώρα, γιατί;;;» ή « η γη δεν πρέπει κανονικά να ανήκει σε όλους;;;» ή « στο αμερικάνικο έχουνε εργαστήριο Xημείας και ωραίο θέατρο, εμείς γιατί δεν έχουμε;;;», ή « ωραία μαζεύουμε εμείς τα  σκουπιδάκια από την παραλία, με  τη βιομηχανία που ρίχνει τα απόβλητά  της στον ποταμό τι γίνεται, γιατί λειτουργεί;;;», ή «οικολογία ξέρω περίπου τι σημαίνει , όμως τι σημαίνει σοσιαλισμός και κομμουνισμός(;;;) , γιατί γι’ αυτό χθες μάλωσε ο πατέρας μου με τη θεία μου» και ένα σωρό άλλες τέτοιες ερωτήσεις.

Η πρώτη αίσθηση που σου έρχεται, μετά το άκουσμα τέτοιων ερωτήσεων,  είναι η αιτία ενός αυτάρεσκου χαμόγελου ματαιοδοξίας που σχηματίζεται στο πρόσωπό σου, αφού σκέφτεσαι: « τι σκεφτόμενα μυαλά έχω φτιάξει ..θεέ μου !!!». Αμέσως μετά , αλλά αμέσως μετά , το χαμόγελο χάνεται  γιατί κάτι πρέπει να απαντήσεις. Στα επόμενα δευτερόλεπτα περνάνε από το μυαλό σου οι αντιδράσεις των γονέων, των συγγενών, του διευθυντή, του προϊσταμένου, των συναδέλφων, της γυναίκας σου, των φίλων σου, του κομματικού τοπάρχη, των εκκλησιαστικών, πολιτικών και άλλων συναφών οργανώσεων, του πατέρα σου, του καθηγητή σου και προπάντων του ίδιου σου του μυαλού, έτσι όπως το έχεις χρόνια τώρα διαμορφώσει.

Και νιώθεις αμήχανος, μόνος, έρημος και αγχωμένος.

Σκέφτεσαι να παρακάμψεις την απάντηση λέγοντας : «…άλλο συζητάμε τώρα… Παναγιώτη… επιτέλους… θα ήθελα να προσέχεις περισσότερο στο μάθημα…» και άλλα τέτοια χαζά και ανούσια.  Και είναι τέτοια, γιατί η ερώτηση έχει πέσει και έχει τυλίξει την ατμόσφαιρα της τάξης και το μυαλό των παιδιών, ή κάποιων παιδιών, που την άκουσαν.

Σκέφτεσαι να υπερβείς την ερώτηση λέγοντας:  « …Νίκο… μου άρεσε η ερώτηση… όμως  για  να  τη συζητήσουμε πρέπει να μεγαλώσεις λίγο ακόμα…»  και την ίδια στιγμή ο μικρός Νίκος σκέφτεται απογοητευμένος ότι για  κάποιες βασικές του ερωτήσεις, πάλι, μικρό τον βρήκαν και δεν του απάντησαν. Τουλάχιστον, γλίτωσε τη σφαλιάρα που έφαγε τις προάλλες από τον πατέρα του με την ταυτόχρονη προτροπή  « μεγάλωσε πρώτα ρε … σπόρε … και μετά τα λέμε … εξάλλου βλέπεις κάνω λογαριασμούς…ρώτα τη μάνα σου καλύτερα …αν θέλεις…».

Σκέφτεσαι να πεις , χωρίς να δείχνεις την αμηχανία σου: «…κοίταξε Δημήτρη… θα ήθελα να το κουβεντιάσουμε κάποια άλλη μέρα  και σου υπόσχομαι… να αφιερώσουμε μια ολόκληρη ώρα … εντάξει ;;;…» και να συνεχίσεις τα προγραμματισμένα,  χαϊδεύοντας  για δευτερόλεπτα  τα μαλλιά του Δημήτρη, πιστεύοντας  ότι η ερώτηση… θα ξεχαστεί.

Κι αν δεν ξεχαστεί…. κι αν δημιουργηθούν  και άλλες  παρεμφερείς από άλλα παιδιά…και αν σε καταλάβουν και σου πετάνε συνέχεια τέτοιες ερωτήσεις για να σε φέρνουν σε δύσκολη θέση…τι θα πεις:  « σκάστε …δεν θα το κάνουμε εδώ αμέρικαν μπαρ», όπως ο Παπαγιαννόπουλος στην αξέχαστη παλιά ταινία ;;;;!!!

Είσαι  δάσκαλος, έχεις  ευθύνη στη διαμόρφωση της παιδικής σκέψης, που θα εξελιχθεί σε ενήλικη, πρέπει να την αποδεχτείς και να δράσεις.

Εγώ προτείνω, στα 53 μου  πια, την αποδοχή της δικιάς σου αλήθειας στην όποια επαφή με το μυαλό των παιδιών.  Όχι της ιδεολογικής σου «αλήθειας» , αλλά την αλήθεια του προσώπου σου, με την αρχαιοελληνική έννοια της λέξης. Και ιδιαίτερα την αλήθεια των συναισθημάτων σου. Αυτή την αλήθεια, με ένα μαγικό τρόπο, την καταλαβαίνουν αμέσως τα παιδιά. Γιατί είναι η μόνη που τα ίδια βιώνουν ολόπλευρα.

Η διαχείριση των δύσκολων ερωτημάτων απαιτεί, πρώτα από όλα, την αποδοχή τους εκ μέρους σου. Που σημαίνει αποδοχή της διαμορφούμενης, από πολλούς παράγοντες,  προσωπικότητας του παιδιού που είναι και η αιτία της υποβολής των δύσκολων ερωτημάτων. Τα παιδιά που είναι εκεί μπροστά σου απαιτούν να τα σέβεσαι,  ως μικρούς σε ηλικία ανθρώπους .Δεν διεκδικούν το σεβασμό σου, τον απαιτούν.

Έπειτα έρχεται η παρουσίαση της δικιάς σου αλήθειας. Αν σε έχουν απασχολήσει τέτοιου είδους ερωτήματα, μίλησέ τους για την αμηχανία που νιώθεις μπροστά τους, για το πότε και το πώς προσπάθησες να απαντήσεις, για τις δυσκολίες που βρήκες,  για τις απαντήσεις που εσύ προσωπικά δεν έχεις βρει ακόμα, για τις απαντήσεις που άλλοι έχουν βρει για να ησυχάσουν, για το κόστος των απαντήσεων σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο, για το μεγάλο ρήμα της ανθρώπινης σκέψης που δεν είναι άλλο από το «νομίζω» και όχι το «πιστεύω».

Ο δάσκαλος δείχνει δρόμους , ή καλύτερα, δείχνει μονοπάτια που οδηγούν σε δρόμους ή λεωφόρους. Δεν είναι αμέτοχος στην περπατησιά του μικρού ανθρώπου, όμως δεν είναι ο καθοδηγητής του.  Μπορεί, και πρέπει, να είναι συμπορευόμενος. Αυτό έχει και τα οφέλη του. Ο καλός δάσκαλος δύσκολα …γερνάει.

Η διαχείριση των δύσκολων ερωτημάτων είναι η πεμπτουσία της διδακτικής πράξης και της μορφωτικής διαδικασίας , με την έννοια της ανάδειξης της προσωπικής μορφής και του περιεχομένου της. Απαιτεί γνώση τεχνικών που υπήρχαν και υπάρχουν. Μαιευτική, παραβολισμός, ανακλαστική ακοή, την εκ του αντιθέτου παρουσίαση και άλλες πολλές, που τα βιβλία τις περιγράφουν.

Η όποια διαχείριση θα πρέπει να οδεύει στη διαμόρφωση στέρεου αξιακού συστήματος. Δεν είναι δυνατόν να καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως ό, τι και να νομίζουμε, καλώς το νομίζουμε, αφού ελεύθερα έχουμε επιλέξει να το νομίζουμε. Το «νομίζειν» σηματοδοτεί το «πράττειν». Η σκέψη οδηγεί στην πράξη, ίσως όχι πάντα και παντού, αλλά καθοριστικά κάποιες φορές.

Όσο για εκείνο το ανέκδοτο με το Τοτό, περί ελεύθερης βούλησης,  ίσως να είναι αιτία άλλης κουβέντας. Ποια είναι η ελευθερία της βούλησης, αφού αυτή η τελευταία διαμορφώνεται από πολιτικοοικονομικούς και πολιτιστικοκοινωνικούς παράγοντες, όπως θα έλεγε ένας όποιος «πανεπιστημιακός», που σέβεται τον εαυτό του και την «ποικιλότητα» της ξύλινης γλώσσας;;;!!!

Share
Κατηγορίες: Ολοήμερο σχολείο - εκδηλώσεις | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Διαχειριζόμενοι δύσκολα ερωτήματα

ΕΝΑ ΣΧΟΛΕΙΟ ΑΛΛΙΩΤΙΚΟ ΑΠΟ ΤΑ ΑΛΛΑ – Δημοτικό Σχολείο Νοσοκομείου Παίδων «Αγία Σοφία»

22 χρόνια διδασκαλίας

στο προσκέφαλο του παιδιού

Μας έτυχε κάποια αναποδιά. Αρρωστήσαμε και βρεθήκαμε στο νοσοκομείο. Ε, και λοιπόν; Τι είναι εκείνο που θα μπορούσε να εμποδίσει τη ζωή μας να συνεχιστεί; Απολύτως τίποτε! Αυτή τη φιλοσοφία κάνουν πράξη δάσκαλοι και νηπιαγωγοί στα Νοσοκομεία Παίδων. Όλα τα παιδιά έχουν το δικαίωμα να συνεχίσουν την εκπαίδευση ενώ είναι άρρωστα και νοσηλεύονται.

Στα Νοσοκομεία Παίδων «Αγία Σοφία» και «Αγλαΐα Κυριακού» στην Αθήνα λειτουργούν εδώ και 21 χρόνια δυο νηπιαγωγεία, δυο δημοτικά σχολεία και ένα γυμνάσιο. Τα μαθήματα παρακολουθούν συνολικά περίπου 1.500 παιδιά – ασθενείς κάθε χρόνο.

Όπως μας περιγράφει ο κ. Κισκιρέας – διευθυντής του Δημοτικού Σχολείου του Νοσοκομείου Παίδων «Αγία Σοφία», με 20 ολόκληρα χρόνια παιδαγωγικής προσφοράς στο συγκεκριμένο χώρο – το σχολείο έχει 10 δασκάλους και καλύπτει τις εκπαιδευτικές ανάγκες των παιδιατρικών κλινικών, της παιδοψυχιατρικής και ορθοπεδικής κλινικής, των τμημάτων αιματολογίας – ογκολογίας, της μονάδας μεταμόσχευσης μυελού των οστών καθώς και του ξενώνα «Ελπίδα».

Στα πλαίσια του σχολείου περιλαμβάνονται επίσης παιδιά με μακρόχρονη νοσηλεία στο  Καρδιολογικό, στο Χειρουργικό, στο Νευρολογικό και στο Νευροχειρουργικό τμήμα.

Τα παιδιά που έχουν δεχθεί εκπαιδευτική βοήθεια όλα αυτά τα χρόνια είναι 5.000. Το σχολείο ξεκίνησε με 100 παιδιά ως 2-θέσιο, φτάνοντας τα 350 ετησίως ως 6-θέσιο.  Το 70% των παιδιών έχει μέσο όρο νοσηλείας 10 ημέρες, το 30% περισσότερο από ένα μήνα. Τα παιδιά με μακρόχρονη παραμονή λαμβάνουν βεβαίωση παρακολούθησης και αναλυτικές βαθμολογίες. Προέρχονται από όλη την Ελλάδα και φοιτούν σε όλες τις τάξεις.

«Δεν είναι καθόλου εύκολη η δουλειά μας, γιατί τα θέματα με τα οποία είμαστε καθημερινά αντιμέτωποι είναι μεγάλα. Χρειάζεται μεγάλη ευελιξία, χρειάζονται προσαρμογές. Είναι απαραίτητος ο έλεγχος της κατάστασης και γι’ αυτό χρειάζεται τα πράγματα να αντιμετωπίζονται πιο συνολικά, με μεγαλύτερη ευρύτητα. Αν κάποιος δεν έχει προετοιμαστεί ψυχολογικά και δεν το έχει αποφασίσει, δεν μπορεί να λειτουργήσει εδώ πέρα. Είναι τελείως διαφορετικές οι συνθήκες. Η δουλειά των εκπαιδευτικών σ’ αυτές τις συνθήκες προϋποθέτει πρώτ’ απ’ όλα κατάθεση ψυχής και υιοθέτηση του εθελοντισμού» υποστηρίζει ο κ. Κισκιρέας.

Η σχολική μελέτη γίνεται με πολλές προσαρμογές, δηλαδή με τέτοιο τρόπο ώστε το παιδί να νιώθει καλύτερα. Να πεισθεί ότι τα καταφέρνει, να ξέρει ότι κάποια στιγμή θα γυρίσει στο σχολείο του, να βλέπει την προοπτική ότι δεν θα κοπεί ο δεσμός με το σχολείο του. Τα παιδιά επιζητούν το μάθημα πάρα πολύ. Θεωρούν βέβαιο ότι μπορούν να ανταπεξέλθουν στις καθημερινές τους υποχρεώσεις, ότι είναι σε πλήρη λειτουργία. Αναζητούν το μάθημα για να ξεφύγουν από τη ρουτίνα του νοσοκομείου. Παρά τη σοβαρότητα των ασθενειών τους, δείχνουν αξιοζήλευτη θέληση. Μέσα από την εμπειρία της ασθένειας αποκτούν μεγάλη ωριμότητα.

Πολλές φορές οι επιδόσεις τους είναι καλύτερες από τα παιδιά που βρίσκονται εκτός νοσοκομείου. Ασφαλώς, ρόλο παίζει και η προηγούμενή τους κατάσταση, το επίπεδο που είχαν πριν νοσηλευτούν στο νοσοκομείο.

«Στόχος μας είναι η εξασφάλιση της εκπαιδευτικής συνέχειας και η οικοδόμηση κλίματος εμπιστοσύνης, ώστε το παιδί να διατηρήσει την αυτοεκτίμησή του. Ο τρόπος με τον οποίο αξιολογεί την επάρκειά του επηρεάζει τις συναισθηματικές του αντιδράσεις, όταν αισθάνεται ότι απειλείται ή βρίσκεται σε δυσάρεστη κατάσταση (νοσοκομείο-αρρώστια). Οι παιδικές ασθένειες μπορεί να προκαλέσουν μεγάλες καθυστερήσεις στη σωματική και πνευματική ανάπτυξη του παιδιού. Δεν μπορούσα να πιστέψω εάν δεν το βίωνα, ότι παιδί με ορούς θα περίμενε με την τσάντα του για να κάνει μάθημα. Είναι μια εικόνα που δεν μπορεί εύκολα να τη φανταστεί ο καθένας. Πως γίνεται δηλαδή να προσαρμόζεται η άσκηση, η εξέταση, η σχολική τσάντα στο καινούργιο ιδιόμορφο περιβάλλον» μας εξομολογείται ο κ. Κισκιρέας.

«Οι μαθητές πρέπει να νιώσουν αποδεκτοί και σημαντικοί από τη θέση που βρίσκονται και να βιώσουν αγάπη. Βοηθάμε τους μαθητές να θέτουν στόχους πραγματοποιήσιμους, ώστε να αποφεύγουν τις ματαιώσεις. Μεγάλη προσοχή χρειάζεται στις αρνητικές αυτοεκτιμήσεις, όταν συνοδεύονται από σοβαρές παθήσεις. To κάθε παιδί θα πιστέψει ότι μπορεί να τα καταφέρει εκτελώντας οικείες δραστηριότητες, τα αγαπημένα του μαθήματα.

Η διδασκαλία γίνεται σε ατομικό επίπεδο και λίγες φορές ομαδικά, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν. Το πρόγραμμα είναι εξατομικευμένο και γίνεται προσπάθεια για τη συνέχιση της σχολικής πρακτικής με άξονα την προοπτική επανένταξης των μαθητών στο πρόγραμμα της σχολικής τους μονάδας. Το μάθημα γίνεται στο κρεβάτι ή σε μικρές ομάδες, οι οποίες κάθε μέρα αλλάζουν παρέχοντας ελάχιστη ευκαιρία για αλληλεπίδραση.

Επίσης, οι μαθητές εκφράζονται μέσα από μια ποικιλία εναλλακτικών δραστηριοτήτων, όπως σχολικές γιορτές, θεατρικό παιχνίδι, δραματοποίηση, ζωγραφική, μουσική, υπολογιστές, ξένες γλώσσες.

Τα παιδιά που αποθεραπεύονται κρατάνε και στη συνέχεια επαφή μαζί μας. Ειδικά στα καρκινοπαθή και στα παιδιά με ψυχιατρικά νοσήματα η διαδικασία είναι μακρόχρονη. Έρχονται και ξανάρχονται μέχρι να ενηλικιωθούν. Ξέρουμε ότι τα περισσότερα παιδιά έχουν μια καλή πορεία».

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η δουλειά που γίνεται στο νηπιαγωγείο από τις τέσσερις νηπιαγωγούς, που βοηθούν το κάθε παιδί να αναπτύξει τη δημιουργικότητα και τη φαντασία του, αλλά και να εκφράσει τα  βιώματα, τις εμπειρίες και τις τυχόν φοβίες του λόγω της καταστασής  του.

Όπως μας λέει η νηπιαγωγός  κ. Παπαναστασίου Γεωργία «για τα παιδιά είμαστε το ευχάριστο κομμάτι της ζωής τους στην περιπέτεια που περνούν εδώ στο νοσοκομείο. Περιμένουν καθημερινά πώς και πώς να πάμε να τα συναντήσουμε». Οι δραστηριότητες στο νηπιαγωγείο πολύ πλούσιες: χειροτεχνία, ζωγραφική, παραμύθι, μουσική, κουκλοθέατρο, αλλά και μαθηματικά κ.ά.

Το πλαίσιο διδασκαλίας είναι διαθεματικό με ρεαλιστικούς στόχους  που παίρνουν υπόψη τους τα ενδιαφέροντα και τις ικανότητες/δεξιότητες του κάθε παιδιού. Μερικές από αυτές είναι ο εμπλουτισμός του λεξιλογίου, η καλλιέργεια της προφορικής γλώσσας, η κατάκτηση του γραπτού λόγου, η όξυνση του κριτικού πνεύματος, της παρατηρητικότητας, της μαθηματικής σκέψης. Στα παιδιά προσφέρεται το κατάλληλο παιδαγωγικό και ψυχαγωγικό υλικό προκειμένου να επιλύουν με επιτυχία προβλήματα και απορίες ώστε να τονώνεται η αυτοπεποίθησή τους και να ενισχύεται η εμπιστοσύνη στον εαυτό τους.

Share
Κατηγορίες: Ρεπορτάζ | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ΕΝΑ ΣΧΟΛΕΙΟ ΑΛΛΙΩΤΙΚΟ ΑΠΟ ΤΑ ΑΛΛΑ – Δημοτικό Σχολείο Νοσοκομείου Παίδων «Αγία Σοφία»

Ο μοναδικός Εθνικός μας Κήπος

Σύντομη ιστορική διαδρομή

Ο Εθνικός Κήπος – ο σημαντικότερος πνεύμονας πρασίνου της πρωτεύουσας – είναι στενά δεμένος με την ιστορία του νεότερου ελληνικού κράτους. Δεν είναι μόνο χώρος πρασίνου, είναι ταυτόχρονα και ένας πολιτιστικός τόπος.

Αφορμή για την κατασκευή του κήπου αποτέλεσε η μετακόμιση του βασιλικού ζεύγους – του Όθωνα και της Αμαλίας  – στο νέο τους παλάτι (το κτίριο της σημερινής Βουλής των Ελλήνων).  Ο κήπος άρχισε να διαμορφώνεται και να φυτεύεται το φθινόπωρο του 1839. Το αρχικό σχέδιο προέβλεπε ένα σχετικά μικρό κήπο, έκτασης 20 στρεμμάτων, ο οποίος θα ανήκε στο παλάτι, και ένα μεγαλύτερο, που θα αποτελούσε συνέχειά του και στον οποίο θα είχαν πρόσβαση οι πολίτες. Ωστόσο, το αρχικό αυτό σχέδιο γρήγορα εγκαταλείφτηκε και δημιουργήθηκε ένας μεγάλος κήπος, του οποίου η έκταση τελικά έφτασε τα 155 στρέμματα και ο οποίος ανήκε στο παλάτι.

Η βασίλισσα Αμαλία σε μια από τις επιστολές της προς τον πατέρα της – Μεγάλο Δούκα Παύλο Φρειδερίκο του Ολδενβούργου  – αναφέρει: «Το σχέδιο του κήπου το παρήγγειλα στον αρχιτέκτονα Riedel, ο κηπουρός είναι Γάλλος (δηλαδή ο Bareaud) και ο δεύτερος κηπουρός Γερμανός (δηλαδή ο Schmidt). Τις διαφορές τους τις λύνω εγώ, πότε με συμβουλές και πότε με έντονες παρατηρήσεις, κι έτσι τα πράγματα πάνε καλά». Βασικό συνεργάτη της η Αμαλία είχε το Γάλλο γεωπόνο-κηποτέχνη Μπαρώ. Το 1840 παραλήφθηκαν από γαλλικό φυτώριο 15.000 φυτά. Το 1845 μεταφέρθηκαν και μεταφυτεύτηκαν φοίνικες από διάφορα σημεία της Ελλάδας. Την κοινή γνώμη απασχολούσε βέβαια και το θέμα των χρημάτων, τα οποία κατέβαλε το κράτος για τη μεταφορά και τη μεταφύτευση των φοινίκων. Φοίνικες αγοράστηκαν από τη Λιβύη και το Σουδάν. Φυτά, κυρίως δάφνες και αριές, μεταφέρθηκαν και από τα γύρω βουνά, καθώς και από άλλες περιοχές της Ελλάδας (όπως φτελιές από το Μεσολόγγι). Μεταφέρθηκαν φυτά και από άλλα μέρη του κόσμου, όπως φτέρες και ορχιδέες από τη Βραζιλία. Ας σημειωθεί ότι ως δημόσιος κήπος φυτεύτηκε, μετά το 1846, ο χώρος της πλατείας Συντάγματος. Σύμφωνα με μια μαρτυρία του 1851, επιτρεπόταν στο κοινό η είσοδος στον Εθνικό Κήπο μόνο τις ώρες κατά τις οποίες δεν βρισκόταν εκεί η βασίλισσα Αμαλία, αν και οι επισκέπτες είχαν επιπλέον να αντιμετωπίσουν την αυθαίρετη συμπεριφορά των φρουρών. Το 1852 ο κήπος αριθμούσε 500 διαφορετικά είδη φυτών. Ανάμεσά τους και πολλά εξαιρετικά σπάνια,  όπως η πυρκούνια ή φυτολάκα  (που δεν καίγεται το ξύλο της) και ο αείλανθος από την Ινδονησία (που στην τοπική γλώσσα σημαίνει δέντρο του ουρανού, γιατί ψηλώνει πολύ γρήγορα).

«Το 1923 χαρακτηρίστηκε κρατικός και δημόσιος κήπος και έκτοτε μένει ανοικτός από την ανατολή μέχρι τη δύση του ηλίου. Το 1926 μικρή λουρίδα θυσιάστηκε και πολλά δέντρα κόπηκαν, για να διαπλατυνθεί και να ευθυγραμμισθεί η λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας.

Αν την περίοδο 1839-1882 μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε σαν εποχή εγκαταστάσεως των βασικών φυτικών μορφών του και δημιουργίας του κηποτεχνικού σκελετού του, την περίοδο 1927-1940 θα πρέπει να τη χαρακτηρίσουμε σαν εποχή διασώσεως, σταθεροποιήσεως, βελτιώσεως, αλλά και βασικής αλλαγής της μορφής και λειτουργίας του: από μεγάλο ιδιωτικό κήπο σε δημόσιο πάρκο. Η περίοδος της Κατοχής είχε για τον Εθνικό Κήπο τις ίδιες καταστρεπτικές συνέπειες που είχε για όλη την Ελλάδα: καταστροφή μεγάλου αριθμού φυτών, εγκατάλειψη ανθέων-χλόης, τέλεια καταστροφή ζωοπτηνολογικής συλλογής, σοβαρές ζημιές στα διάφορα τεχνικά έργα, κ.λπ.»*.

Σήμερα υπάρχουν συνολικά 40.000 θάμνοι και περίπου 7.000 δέντρα, πολλά από τα οποία είναι αειθαλή.

Στον Εθνικό Κήπο λειτουργεί Βοτανικό Μουσείο, ωστόσο ολόκληρος ο Κήπος είναι ένα ολοζώντανο μουσείο. Το 1852 ανακαλύφθηκε μωσαϊκό ψηφιδωτό δάπεδο μιας ρωμαϊκής βίλας. Μόνιμοι θαμώνες του Κήπου ο Καποδίστριας, ο Σολωμός, ο Βαλαωρίτης, και πολλοί άλλοι πνευματικοί άνθρωποι του τόπου μας.

Η Παιδική Βιβλιοθήκη του Εθνικού Κήπου

Λίγοι γνωρίζουν την ύπαρξη βιβλιοθήκης στον Εθνικό Κήπο. Η Παιδική Βιβλιοθήκη του Εθνικού Κήπου της Αθήνας μοιάζει βγαλμένη από τα παραμύθια. Το παλιό αυτό μικρό οίκημα που τη στεγάζει χτίστηκε γύρω στα 1840, όχι βέβαια για βιβλιοθήκη, αλλά για κυνηγετικό περίπτερο του τότε βασιλιά Όθωνα.

Η Παιδική Βιβλιοθήκη του Εθνικού Κήπου ιδρύθηκε το Μάρτη του 1984 από το Υπουργείο Γεωργίας, ενώ σήμερα ανήκει στο Δήμο Αθηναίων. Διαθέτει 6.000 βιβλία, μερικά από τα οποία μπορούν να διαβαστούν με το σύστημα Braille (δηλαδή το σύστημα γραφής και ανάγνωσης για τους τυφλούς αναγνώστες). Διαθέτει επίσης cds και  ταινίες. Στην Παιδική Βιβλιοθήκη τα παιδιά έχουν πολλές επιλογές.

Μπορούν να:

  • Διαβάσουν λογοτεχνικά βιβλία
  • Ακούσουν μουσική και παραμύθια
  • Παίξουν σκάκι
  • Συναρμολογήσουν παζλ
  • Ζωγραφίσουν
  • Βρουν πληροφορίες και ιδέες για τις εργασίες τους
  • Πάρουν μέρος στις δραστηριότητες και στα προγράμματα της Βιβλιοθήκης

Επίσης η Παιδική Βιβλιοθήκη του Εθνικού Κήπου υποδέχεται και οργανώνει:

  • Επισκέψεις σχολείων
  • Αυθόρμητες συναντήσεις με τους μικρούς περιηγητές του κήπου
  • Προγράμματα για την καλλιέργεια της αγάπης σε σχέση με το βιβλίο, την τέχνη και τη φύση
  • Περιβαλλοντικές έρευνες, ενημερώσεις και εξερευνήσεις

Οι ώρες λειτουργίας  είναι 9 π.μ. – 3 μ.μ., καθημερινά, εκτός Κυριακής, Δευτέρας και αργιών. Τηλέφωνο: 210.32.36.503

Βιλιογραφία:

*«Ο Κήπος της Αμαλίας» του Αλ. Παπαγεωργίου-Βενετά, εκδόσεις «Ικαρος».

«Κατάλογος Καλλωπιστικών Φυτών Εθνικού Κήπου» Ν.Χ. Ταμβάκη

Share
Κατηγορίες: Περιβαλλοντική εκπαίδευση & δράση | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ο μοναδικός Εθνικός μας Κήπος