Μάνος Χατζιδάκις: Φύλακας άγγελος των ονείρων μας

Όσο κι αν ψάξει κανείς να βρει λόγια για να περιγράψει τον άνθρωπο, τον μουσικό, τον ποιητή Μάνο Χατζιδάκι, δε θα τα βρει. Γιατί πάντα το μέγεθος αυτού του ανθρώπου θα ξεχειλίζει από τα καλούπια των λέξεων. Πολύ περισσότερο που η αυτογνωσία και η αυτοκριτική του είναι αδιαμφισβήτητες και μάλιστα εκφρασμένες στα πιο «λιανά» ελληνικά για να τις χωνέψει ακόμα κι ο αναλφάβητος.

«Αυτογνωσία», «Αυτοκριτική»! Άγνωστες λέξεις στην δυστυχισμένη εποχή μας! Κι όμως αυτές – πότε μόνες τους και πότε μέσα από τις νότες – είναι που μας προσθέτουν το απαραίτητο οξυγόνο για να υπάρχουμε και να παλεύουμε στη ζωή ελπίζοντας.

«Τώρα που ζω με τον εαυτό μου βαθειά κι απόλυτα, θέλω να μάθω ο ίδιος ποιός υπήρξα, τί σκέφθηκα, πώς έζησα και τί είναι αυτό που συνθέτει την μελλοντική μου απουσία» λέει ο Μάνος Χατζιδάκις.
Κανένας δεν μπορεί να πιστέψει ότι η «απουσία» του Μάνου Χατζιδάκι έχει συμπληρώσει 16 χρόνια. Και  πώς να το πιστέψει άλλωστε, όταν όλοι τον νιώθουμε τόσο ζωντανό και ανατρεπτικό μέσα από το τεράστιο έργο του που νικάει το χρόνο;

«Ο ακαταπόνητος, ο θαυμάσιος Μάνος Χατζιδάκις, χρόνια τώρα, αέναα, μας προσφέρει χαρά και μουσική» δήλωνε το 1979 ο ποιητής και ζωγράφος Νίκος Εγγονόπουλος.

Ένας άλλος συνθέτης, ο πρωτοπόρος Ιάνης Ξενάκης, το 1995 κατέθετε για τον Χατζιδάκι τα εξής: «Ήταν άνθρωπος με εξαιρετική καλοσύνη και πολύ πιστός στη φιλία. Συνέθεσε μια μουσική πολύ ευαίσθητη. Όλη του τη ζωή προσπαθούσε αδιάκοπα να κινήσει όντα και πράγματα μέσα σε μια Ελλάδα βυθισμένη στις εύκολες μουσικές».

Ενώ, ο μουσουργός Μενέλαος Παλλάντιος, ο οποίος υπήρξε και δάσκαλος του Χατζιδάκι, γράφει: «Τον Μάνο τον πρωτογνώρισα στην Κατοχή, νέο παιδί, που ήρθε ζητώντας να μάθει μουσική. Δεν θα ήμουνα σε θέση να βεβαιώσω πως με την επιμέλεια και τη μελέτη που διέθετε θα μπορούσε κάθε άλλος νέος όχι να προκόψει, αλλά απλώς να μάθει. Ο Μάνος, όμως, τα κατάφερε. Και όχι μόνο πρόκοψε, αλλά σε λίγα σχετικά χρόνια είχε γίνει διάσημος. Αυτό και μόνο δείχνει τι έκρυβε μέσα του».

Φως, έκρυβε, συμπληρώνουμε εμείς.


Βιογραφικό σημείωμα σε πρώτο πρόσωπο

Γεννήθηκα στις 23 του Οκτώβρη του 1925 στην Ξάνθη τη διατηρητέα κι όχι την άλλη τη φριχτή που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους εσωτερικούς της ενδοχώρας μετανάστες. Η συνύπαρξη εκείνο τον καιρό ενός αντιτύπου της μπελ-επόκ, με αυθεντικούς τούρκικους μιναρέδες, έδιναν χρώμα και περιεχόμενο σε μια κοινωνία-πανσπερμία απ’ όλες τις γωνιές της Ελλαδικής γης, που συμπτωματικά βρέθηκε να ζει σε ακριτική περιοχή και να χορεύει τσάρλεστον στις δημόσιες πλατείες. Σαν άνοιξα τα μάτια μου είδα με απορία πολύ κόσμο να περιμένει την εμφάνισή μου (το ίδιο συνέχισα κι αργότερα να απορώ σαν με περίμεναν κάπου καθυστερημένα να φανώ). Η μητέρα μου ήταν από την Αδριανούπολη, κόρη του Κωνσταντίνου Αρβανιτίδη, και ο πατέρας μου απ’ την Μύρθιο της Ρεθύμνου, απ’ την Κρήτη. Είμαι ένα γέννημα δύο ανθρώπων που καθώς γνωρίζω δεν συνεργάστηκαν ποτέ, εκτός απ΄ την στιγμή που αποφάσισαν την κατασκευή μου. Γι′ αυτό και περιέχω μέσα μου χιλιάδες αντιθέσεις κι όλες τις δυσκολίες του Θεού. Όμως η αστική μου συνείδηση, μαζί με τη θητεία μου την λεγόμενη «ευρωπαϊκή», φέραν ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα.

Προσπάθησα όλον το καιρό που μέναμε στην Ξάνθη να γνωρίσω σε βάθος τους γονείς μου και να εξαφανίσω την αδελφή μου. Δεν τα κατάφερα και τα δύο. Έτσι μετακομίσαμε το ’32 στην Αθήνα όπου δεν στάθηκε δυνατόν να λησμονήσω την αποτυχία μου.

Άρχιζα να ζω και να εκπαιδεύομαι στην πρωτεύουσα ενώ παράλληλα σπούδαζα τον έρωτα και την ποιητική λειτουργία του καιρού μου. Έλαβα όμως την αττική παιδεία όταν στον τόπο μας υπήρχε και Αττική και Παιδεία. Μ’ επηρεάσανε βαθιά ο Ερωτόκριτος, ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, το Εργοστάσιο του Φιξ, ο Χαράλαμπος του «Βυζαντίου», το υγρό κλίμα της Θεσσαλονίκης και τα άγνωστα πρόσωπα που γνώριζα τυχαία και παρέμειναν άγνωστα σ’ όλα τα χρόνια τα κατοπινά. Στην κατοχική περίοδο συνειδητοποίησα πόσο άχρηστα ήτανε τα μαθήματα της Μουσικής, μια και μ’ απομάκρυναν ύπουλα απ’ τους αρχικούς μου στόχους που ήταν να επικοινωνήσω, να διοχετευθώ και να εξαφανιστώ, γι′ αυτό και τα σταμάτησα ευθύς μετά την Κατοχή. Έτσι δεν σπούδασα σε Ωδείο και συνεπώς εγλύτωσα απ’ το να μοιάζω με τα μέλη του Πανελληνίου Μουσικού Συλλόγου. Έγραψα ποιήματα και πολλά τραγούδια, και ασκήθηκα ιδιαίτερα στο να επιβάλλω τις απόψεις μου με δημοκρατικές διαδικασίες, πράγμα που άλλωστε με ωφέλησε τα μέγιστα σαν έγινα υπάλληλος τα τελευταία χρόνια. Απέφυγα μετά περίσσιας βδελυγμίας ότι τραυμάτιζε το ερωτικό μου αίσθημα και την προσωπική μου ευαισθησία.

Ταξίδεψα πολύ και αυτό με βοήθησε ν’ αντιληφθώ πώς η βλακεία δεν ήταν αποκλειστικόν του τόπου μας προϊόν, όπως περήφανα ισχυρίζονται κι αποδεικνύουν συνεχώς οι έλληνες σωβινιστές και της εθνικοφροσύνης οι εραστές. Παράλληλα ανακάλυψα ότι τα πρόσωπα που μ’ ενδιαφέρανε έπρεπε να ομιλούν απαραιτήτως ελληνικά, γιατί σε ξένη γλώσσα η επικοινωνία γινότανε οδυνηρή και εξαφάνιζε το μισό μου πρόσωπο.

Το ’66 βρέθηκα στην Αμερική. Έμεινα κι έζησα εκεί κάπου έξι χρόνια, τα χρόνια της δικτατορίας, για λόγους καθαρά εφοριακούς – ανεκαλύφθη πως χρωστούσα τρεισήμισι περίπου εκατομμύρια στο δημόσιο. Όταν εξόφλησα το χρέος μου επέστρεψα περίπου το ’72 και ίδρυσα ένα καφενείο που το ονομάσαμε Πολύτροπον, ίσαμε τη μεταπολίτευση του ’74, όπου και τόκλεισα γιατί άρχιζε η εποχή των γηπέδων και των μεγάλων λαϊκών εκτονώσεων. Κράτησα την ψυχραιμία μου και δεν εχόρεψα εθνικούς και αντιστασιακούς χορούς στα γυμναστήρια και στα γεμάτα από νέους γήπεδα. Κλείνοντας το Πολύτροπο είχα ένα παθητικό πάλι της τάξεως περίπου των τρεισήμισι εκατομμυρίων – μοιραίος αριθμός, φαίνεται, για την προσωπική μου ζωή.

Από το ’75 αρχίζει μια διάσημη εποχή μου που θα την λέγαμε, για να την ξεχωρίσουμε, υπαλληλική, που μ’ έκανε ιδιαίτερα γνωστό σ’ ένα μεγάλο και απληροφόρητο κοινό, βεβαίως ελληνικό, σαν άσπονδο εχθρό της ελληνικής μουσικής, των ελλήνων μουσικών και της εξίσου ελληνικής κουλτούρας. Μέσα σ’ αυτή την περίοδο και ύστερα από ένα ανεπιτυχές έμφραγμα στην καρδιά, προσπάθησα πάλι, ανεπιτυχώς είναι αλήθεια, να πραγματοποιήσω τις ακριβές καφενειακές μου ιδέες πότε στην ΕΡΤ και πότε στο Υπουργείο Πολιτισμού, εννοώντας να επιβάλω τις απόψεις μου με δημοκρατικές διαδικασίες. Και οι δύο όμως τούτοι οργανισμοί σαθροί και διαβρωμένοι από τη γέννησή τους κατάφεραν να αντισταθούν επιτυχώς και, καθώς λεν, να με νικήσουν «κατά κράτος». Παρ΄ όλα αυτά, μέσα σε τούτον τον καιρό γεννήθηκε το Τρίτο κι επιβλήθηκε στη χώρα.

Και τώρα καταστάλαγμα του βίου μου μέχρι στιγμής είναι :

Α δ ι α φ ο ρ ώ για την δόξα. Με φυλακίζει μες στα πλαίσια που καθορίζει εκείνη κι όχι εγώ.

Π ι σ τ ε ύ ω στο τραγούδι που μας αποκαλύπτει και μας εκφράζει εκ βαθέων, κι όχι σ’ αυτό που κολακεύει τις επιπόλαιες και βιαίως αποκτηθείσες συνήθειές μας.

Π ε ρ ι φ ρ ο ν ώ αυτούς που δεν στοχεύουν στην αναθεώρηση και στην πνευματική νεότητα, τους εύκολα «επώνυμους» πολιτικούς και καλλιτέχνες, τους εφησυχασμένους συνομήλικους, την σκοτεινή και ύποπτη δημοσιογραφία καθώς και την κάθε λογής χυδαιότητα.

Έτσι κατάφερα να ολοκληρώσω την τραυματισμένη από την παιδική μου ηλικία προσωπικότητα, καταλήγοντας να πουλώ «λαχεία στον ουρανό» και προκαλώντας τον σεβασμό των νεωτέρων μου μια και παρέμεινα ένας γνήσιος Έλληνας και Μεγάλος Ερωτικός.

Μάνος Χατζιδάκις

Νοέμβριος 1980 – Μάρτιος 1981


Λίγα ακόμα βιογραφικά στοιχεία

Ο Μάνος Χατζιδάκις γεννήθηκε στις 23 Οκτωβρίου 1925 στην Ξάνθη, μια ακριτική καπνοπαραγωγική πόλη της Ελλάδας. Ο πατέρας του, Γεώργιος Χατζιδάκις, καταγόταν από τη Μύρθιο Ρεθύμνου και ήταν δικηγόρος. Η μητέρα του, Αλίκη (Βασιλική), το γένος Αρβανιτίδου καταγόταν από την Αδριανούπολη. «Από την μητέρα μου», όπως έλεγε ο ίδιος, «κληρονόμησα όλους τους γρίφους που από παιδί μ’ απασχολούν και μέχρι σήμερα κάνω προσπάθειες να τους λύσω. Χωρίς τους γρίφους της δεν θα ‘μουν ποιητής…». Από την ηλικία των τεσσάρων ετών αρχίζει τα πρώτα μαθήματα πιάνου, με δασκάλα την Αλτουνιάν, γνωστή μουσικό της Ξάνθης, αρμενικής καταγωγής. Μάθαινε επίσης, βιολί και ακορντεόν. Το 1932, η μητέρα και τα δύο παιδιά, ο Μάνος και η Μιράντα, εγκαθίστανται οριστικά στην Αθήνα και οι γονείς χωρίζουν. Το 1938 ο πατέρας του σκοτώνεται σε αεροπορικό δυστύχημα ενώ ταξίδευε για το Μιλάνο. Το γεγονός αυτό καθώς και η έναρξη του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, κατέστρεψαν οικονομικά την οικογένεια. Στα δύσκολα χρόνια της κατοχής και της απελευθέρωσης, εργάζεται ως φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι του Πειραιά, παγοπώλης, εργάτης στο εργοστάσιο ζυθοποιίας του Φιξ, υπάλληλος στο φωτογραφείο του Μεγαλοοικονόμου, βοηθός νοσοκόμος στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο.

Συγχρόνως αρχίζει ανώτερα θεωρητικά μαθήματα μουσικής με τον Μενέλαο Παλλάντιο, σημαντική μορφή της ελληνικής εθνικής μουσικής σχολής. Αρχίζει επίσης σπουδές Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (σπουδές που ποτέ δεν ολοκλήρωσε), ενώ παράλληλα γαλουχείται από καλλιτέχνες και διανοούμενους (Γκάτσος, Σεφέρης, Ελύτης, Τσαρούχης, Σικελιανός) της γενιάς του μεσοπολέμου, οι οποίοι θα συμβάλλουν ουσιαστικά στη διαμόρφωση των προσανατολισμών και της σκέψης του. Ο Νίκος Γκάτσος, με τον οποίο γνωρίστηκε το 1943, θα παραμείνει μέχρι το τέλος της ζωής του, ο μεγάλος δάσκαλος και ο ακριβός του φίλος.

Η σύγχρονη ελληνική κοινωνία, αναπτύχθηκε και τράφηκε από την προσωπικότητα του Μάνου Χατζιδάκι, που δεν δίστασε ούτε μια στιγμή να προβάλλει τα οράματά του στη πιο ακραία τους μορφή για να φανερώσει έτσι το βαθύτερο νόημα της τέχνης.

Ασυμβίβαστος και πρωτοπόρος, εχθρός της σοβαροφάνειας και των παγιωμένων αντιλήψεων, λάτρης της «νεότητας» και της συνεχούς αμφισβήτησης και με όπλο του την ελληνική αλλά και την οικουμενική παιδεία, συνέδεσε τη λόγια με τη λαϊκή μουσική, δημιουργώντας έτσι ένα «νέο» ήχο, ένα «νέο» τραγούδι που έχει τις ρίζες του τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση.

Το απόγευμα της 15ης Ιουνίου του 1994, ο Μάνος Χατζιδάκις «άρχισε το ταξίδι του προς τα άστρα».

(από την ιστοσελίδα Μάνος Χατζιδάκις)

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ

1960: Ο Μάνος Χατζιδάκις kερδίζει το Όσκαρ για την επιτυχία «Τα παιδιά του Πειραιά» της ταινίας του Ντασέν «Ποτέ την Κυριακή». Το συγκεκριµένο τραγούδι είναι ένα από τα δέκα εµπορικότερα τραγούδια του 20ού αιώνα.

1962: Ανεβάζει στην Αθήνα την «Οδό Ονείρων», παράσταση – έµβληµα για το µουσικό θέατρο σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολοµού. Ο Τάκης Χορν στον πρωταγωνιστικό ρόλο. 1963: Γράφει τη µουσική για την ταινία «Αmerica Αmerica» του Ελία Καζάν.

1966: Φεύγει για την Αµερική όπου µένει µέχρι το 1972. Μερικά από τα σηµαντικότερα έργα του γράφονται εδώ, όπως «Reflections», «Μεγάλος Ερωτικός», «Μεταµορφώσεις», «Χαµόγελο της Τζοκόντα» κ.ά.

1975: Διορίζεται αναπληρωτής γενικός διευθυντής της Λυρικής Σκηνής (1975-1977) και διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας (1975-1982). Επίσης, αναλαµβάνει τη διεύθυνση του Τρίτου Προγράµµατος µέχρι και το 1981.

1985: Εκδίδει το περιοδικό «Τέταρτο» και δηµιουργεί τη δισκογραφική εταιρεία Σείριος.

1989: Ιδρύει την Ορχήστρα των Χρωµάτων δίνοντας είκοσι συναυλίες και δώδεκα ρεσιτάλ.


Ο ποιητής Μάνος Χατζιδάκις


Τα παιδιά κάτω στον κάμπο

Τα παιδιά κάτω στον κάμπο
δε μιλάνε στον καιρό
μόνο πέφτουν στα ποτάμια
για να φτάσουν το σταυρό

Τα παιδιά κάτω στον κάμπο
κυνηγούν ένα τρελό
τονε πνίγουν με τα χέρια
και τον καίνε στο γιαλό

Έλα κόρη της σελήνης
κόρη του αυγερινού
να χαρίσεις στα παιδιά μας
λίγα χάδια τ’ ουρανού

Τα παιδιά κάτω στον κάμπο
κυνηγούνε τους αστούς
πετσοκόβουν τα κεφάλια
από εχθρούς κι από πιστούς

Τα παιδιά κάτω στον κάμπο
κόβουν δεντρολιβανιές
και στολίζουν τα πηγάδια
για να πέσουν μέσα οι νιές

Τα παιδιά κάτω στον κάμπο
κοροϊδεύουν τον παπά
του φοράνε όλα τα’ άμφια
και τον παν στην αγορά

Έλα κόρη της σελήνης
κόρη του αυγερινού
να χαρίσεις στα παιδιά μας
λίγα χάδια τ’ ουρανού

Τα παιδιά δεν έχουν μνήμη
τους προγόνους τους πουλούν
κι ό,τι αρπάξουν δε θα μείνει
γιατί ευθύς μελαγχολούν

Στίχοι – μουσική: Μάνος Χατζιδάκις


Κάθε τρελό παιδί

Κείνο το πρωί του είπα καλημέρα
κείνο το πρωί του είπα καλημέρα.

Κάθε τρελό παιδί
έχει στο χέρι
φιλί της Παναγιάς
κι ένα μαχαίρι.

Κι η μάνα του δεν τραγουδά
κι η μάνα του δεν τραγουδά.

Κάθε που σφάζονται
δυο περιστέρια
η νύχτα καίγεται
στα δυο του χέρια.

Και το κορίτσι δε μιλά
και το κορίτσι δε μιλά.

Στίχοι: Μάνος  Χατζιδάκις  Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις  Πρώτη εκτέλεση: Νανά Μούσχουρη  Άλλες ερμηνείες: Γιάννης Αγγελάκας


Το ποτάμι

Εκεί κάτω στο ποτάμι
Ζούνε δυο μικρά παιδιά
Τόνα βλέπει δεν ακούει
Τ’ άλλο ακούει μα δε βλέπει
Και τα δυο ξέρουν πως πρέπει
Να ‘χουν μόνο μια καρδιά
Εκεί κάτω στο ποτάμι
Τα παιδιά μένουν παιδιά

Το ποτάμι όλο γεμίζει
Και τη θάλασσα ποτίζει

Εκεί κάτω στο ποτάμι
Ζει μια δύστυχη τρελή
Π’ αγαπούσε ένα πουλί

Το παιδί που δεν ακούει
Της σκοτώνει το πουλί
Κι από τότες δε γνωρίζει
Πως την βλέπει το ποτάμι
Σαν γυναίκα ή σαν πουλί;

Το ποτάμι όλο γεμίζει
Κι απ’ τη θλίψη ξεχειλίζει

Εκεί κάτω στο ποτάμι
Ζούσ’ ο κύριος Δικαστής
Κυνηγούσε τα θηρία
Κι αγαπούσε μια Κυρία
Ώς την ώρα που η τρελή
Πνίγει την μικρή Κυρία
Που τη νόμισε παιδί

Κ’ έτσι ο Δικαστής μονάχος
Προτιμά να σκοτωθεί
Εκεί κάτω στο ποτάμι
Θάψανε το Δικαστή

Το ποτάμι όλο γεμίζει
Και την πίκρα μου ποτίζει

Εκεί κάτω στο ποτάμι
Ζει μια νύφη ερημική
Που σαν τέλειωσεν ο γάμος
Έφυγε ο γαμπρός το βράδυ
Και δεν ήρθε την αυγή
Έτσι η νύφη στολισμένη
Εκεί κάτω στο ποτάμι
Έγινε κι αυτή κραυγή

Παιδί της γης

Παιδί της γης
Παιδί τραγουδισμένο
Έτσι που σε φαντάζομαι
Σαν αστραπή
Μπλέκω τα δάκτυλα
Κλείνω τα μάτια μου
Και σ’ ονομάζω Μουσική

“Δεν σε πληγώνω αφέντη μου
Φιλιά σου δίνω”

Παιδί της γης
Παιδί τραγουδισμένο
Έτσι όπως μεσ’ στη θύμηση
Θυμίζεις τ’ όνειρό σου
Βγαίνουν μορφές πιο δυνατές
Κι απ΄την μορφή του Χάρου

“Δεν σε πληγώνω αφέντη μου
Φιλιά σου δίνω”

Παιδί της γης
Παιδί τραγουδισμένο
Έτσι που σε φαντάζομαι
Με τη φλογέρα και τον αητό
Στον ώμο σου
Χαράζεις μια τον Θάνατο
Και τον γυρνάς σε ωραίο σκοπό

Τα ποιήματα του Μάνου Χατζιδάκι «Το ποτάμι» και «Παιδί της γης» είναι από τη συλλογή “Μυθολογία”, (1966) και μελοποιήθηκαν από τον Νότη Μαυρουδή στον δίσκο τουΠαιδί της γης” με ερμηνευτές την Αρλέτα, τον Ηλία Λιούγκο και τον ίδιο τον Χατζιδάκι σε ένα τραγούδι.


Διονύσης Σαββόπουλος

ΑΚΟΥΓΕ ΕΝΑΝ ΗΧΟ ΥΠΑΡΚΤΟ*

Ήμουν 14 χρονών στη Θεσσαλονίκη, όταν άκουσα για πρώτη φορά στο ραδιόφωνο μουσική και τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι. Έμεινα άναυδος. Όλες οι ωραίες μουσικές έχουν κάτι ανεπαίσθητα κοινό μεταξύ τους, αυτό που άκουγα όμως δεν είχε καμιά σχέση με ό,τι είχα ακούσει μέχρι τότε.

Ποια ήταν η καταγωγή αυτής της μουσικής;

Έμοιαζε να έρχεται από το πουθενά. Τόσα χρόνια πέρασαν και η μουσική του θεϊκού Μάνου εξακολουθεί να είναι ένα εξαίσιο αίνιγμα, όχι μόνο για την ομορφιά της -η ομορφιά είναι ένα χάρισμα που έτσι κι αλλιώς δεν εξηγείται- αλλά για το πώς τα κατάφερε με τη μουσική μας παράδοση, η οποία δεν δίνει προσωπικό δρόμο, ούτε έξοδο από το χρόνο της, να φτάσει σε κάτι τόσο προσωπικό και απολύτως σύγχρονο. Αυτό ήταν το σπουδαιότερο μάθημα που μας έδωσε, για όσους μπορέσαμε να το αντιληφθούμε.

Το ’χω ξαναπεί: ήταν ο μόνος αληθινός βασιλιάς που γνώρισα επί γης. Κουβαλούσε μέσα του μια καθολική αλήθεια. Μας περιείχε όλους. Αλλά δεν μπορούσε να εμπιστευτεί την τύχη αυτής της καθολικότητας στις κοινές πεποιθήσεις. Διότι οι κοινές πεποιθήσεις έχουν τις αξίες, αλλά και τις παραμορφώσεις των αξιών τους. Έχουν την αλήθεια, αλλά και την πλαστογράφησή της. Χρειαζόμαστε πάντα μια προσωπικότητα για να κάνει πρώτα τη διάκριση και μετά να ανταποκριθεί στη νέα ιστορική στιγμή. Έπρεπε να προχωρήσει μόνος του και για το καλό όλων μας. Κι αυτό έκανε.

Μου έδινε συχνά την εντύπωση ενός Ελληνορωμαίου. Ήταν δίγλωσσος σαν τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, η οποία μιλούσε ελληνικά και λατινικά. Εκείνος μιλούσε τη λογική μουσική της Κεντρικής Ευρώπης, που ονομάζεται κλασική, αλλά ταυτόχρονα μιλούσε και τη λαϊκή μουσική, από τη Ρώμη και τη Σικελία ως τα ποτάμια της Μικράς Ασίας. Σ’ αυτόν , όμως, οι δύο γλώσσες είχαν γίνει μία. Κι απ’ όσο ξέρω, αυτό συνέβη για πρώτη φορά στη μουσική.

Άκουγε έναν ήχο υπαρκτό αλλά άγνωστο σε μας.

Ένιωθε ένα χώρο που είναι γύρω μας, αλλά μας είναι άγνωστος κι έχει τις ρίζες του στο μέλλον.

Κάποτε νόμιζα ότι ο Χατζιδάκις ήταν ένα λαμπρό απομεινάρι της αυτοκρατορίας. Είχα λάθος. Από την αποφασιστικότητά του, το πείσμα του και την τεράστια απήχησή του φαίνεται ότι είναι ο προάγγελος αυτής της αυτοκρατορίας. Από πνευματικής απόψεως εννοώ, για να εξηγούμεθα.

Ιούλιος 1995

*Από τον τόμο: Ανοιχτές επιστολές στον Μάνο Χατζιδάκι, προμετωπίδα Γιάννη Μόραλη, συλλογή και φροντίδα Θάνου Φωσκαρίνη, ΜΠΑΣΤΑΣ-ΠΛΕΣΣΑΣ (1996)

Οδός ονείρων


«Γεια σας. Ήρθα για να σας δείξω ο ίδιος την Οδό Ονείρων. Δεν ξεχωρίζει. Είναι ένας δρόμος σαν όλους τους άλλους δρόμους της Αθήνας. Είναι, ας πούμε, ο δρόμος που κατοικούμε. Μικρός, ασήμαντος, λυπημένος, τυραννικός, μα κι απέραντα ευγενικός. Έχει πολύ χώμα, πολλά παιδιά, πολλές μητέρες, πολλές ελπίδες και πολλή σιωπή. Κι όλα σκεπασμένα από ένα τρυφερό, μα κι αβάσταχτο ουρανό.
Εδώ, σ’ αυτό το δρόμο γεννιούνται και πεθαίνουν τα όνειρα τόσων παιδιών, ίσαμε τη στιγμή που η αναπνοή τους θα ενωθεί με τ’ ανοιξιάτικο αεράκι του επιταφίου και θα χαθεί.
Όμως τη νύχτα δεν τους πιάνει ο ύπνος κι όταν δεν ονειρεύονται, τραγουδούν.»
(«Πρόλογος» του Μάνου Χατζηκάκι, από το δίσκο «Οδός Ονείρων», το γνωστό μουσικό θεατρικό έργο το οποίο ανέβηκε στο «Μετροπόλιταν» το 1962.
Στο δίσκο, αμέσως μετά ακολουθεί το υπέροχο εκείνο τραγούδι, με τίτλο ομόνυμο του δίσκου, που έγραψε και μελοποίησε ο ίδιος ο Μάνος Χατζηδάκις και τραγούδησε ο Γιώργος Μαρίνος μαζί με χορωδία)

ΟΔΟΣ ΟΝΕΙΡΩΝ

Κάθε κήπος έχει
μια φωλιά για τα πουλιά
κάθε δρόμος έχει
μια καρδιά για τα παιδιά.

Μα κυρά μου εσύ
σαν τι να λες με την αυγή
και κοιτάς τ΄ αστέρια
που όλο πέφτουν σα βροχή.

Δος μου τα μαλλιά σου
να τα κάνω προσευχή
για να ξαναρχίσω
το τραγούδι απ΄την αρχή.

Κάθε σπίτι κρύβει
λίγη αγάπη στη σιωπή
μα ένα αγόρι έχει
την αγάπη για ντροπή»

«Εδώ τελειώνουν τα όνειρα πού μου δανείσατε εσείς
οι ίδιοι μια βραδιά δίχως να το γνωρίζετε. Τώρα είναι αργά
και όλοι οι φίλοι μου έχουν αποκοιμηθεί. Εγώ αθεράπευτα πιστός σ’ αυτό
το δρόμο, θα ξαγρυπνήσω ως το πρωί για να μαζέψω τα καινούργια
όνειρα πού θα γεννήσετε.
Να τα φυλάξω και να σας τα ξαναδώσω μια άλλη φορά,
πάλι σε μουσική. Καληνύχτα» …

(«Επίλογος» του δίσκου, με υπόκρουση τον ήχο της λατέρνας και τη φωνή του Μάνου Χατζιδάκι)

«Εδώ Λιλιπούπολη» – Το ραδιόφωνο που μίλησε με τα παιδιά


Ενα σήμα που εξέπεμπε κάθε μέρα επί τέσσερα χρόνια το Τρίτο Πρόγραμμα του Μάνου Χατζιδάκι. Μια εκπομπή-θρύλος που έσπασε ρεκόρ ακροαματικότητας από το 1976 μέχρι το 1980, σε μικρούς και σε μεγάλους. Ένα από τα ραδιοφωνικά προγράμματα που, όντως, άφησε εποχή.

Ο ίδιος έχει πει: «Η Λιλιπούπολη υπήρξε γέννημα μιας φιλελεύθερης και πειραματικής ραδιοφωνίας από τη μία –του Τρίτου προγράμματος– και από την άλλη, μιας ομάδας νέων ανθρώπων με πολύ ταλέντο που συγκεντρώθηκαν στο Τρίτο και δούλεψαν ελεύθερα, με κέφι, με αξιοπρέπεια και αυτοσεβασμό.

Αυτό βέβαια δεν στάθηκε εμπόδιο στο να εξοργιστεί η αντιδραστική παραδημοσιογραφία του ελληνικού Τύπου, που χαρακτήρισε τη Λιλιπούπολη κομμουνιστική. Ίσως γιατί για πρώτη φορά κάποιοι μιλούσαν στα παιδιά υπεύθυνα, με καθαρή ποιητική γλώσσα, θίγοντας θέματα που βασανίζουν και πονάνε τον τόπο, και όχι σαν εκπαιδευτικοί ή γονείς ανόητοι, που συμπεριφέρονται στα παιδιά λες και αποτείνονται σε υπανάπτυκτους και ατελείς οργανισμούς, με θέματα ανώδυνα και γλώσσα απονεκρωμένη και συμβατική.

Όμως, εκεί που θέλω να σταθώ είναι στο περιεχόμενο αυτών των δύο δίσκων, που είναι η μουσική και οι στίχοι των τραγουδιών της Λιλιπούπολης. Τη μουσική την έγραψαν τρεις νέοι συνθέτες –η Πλάτωνος, ο Μαραγκόπουλος και ο Κυπουργός–, προικισμένοι και οι τρεις με αληθινό μουσικό ταλέντο, με καλλιέργεια και ευφυΐα που, μαζί με την ευφάνταστη και τεχνικότατη ενορχήστρωση που οι ίδιοι έκαναν στα τραγούδια τους, σφράγισαν μελωδικά τη φημισμένη αυτή εκπομπή του Τρίτου, με τρόπο ανεξίτηλο. Και η Μαριανίνα Κριεζή που έγραψε όλους τους στίχους, με ιδιοφυΐα κατάφερε να ξαναζωντανέψει ελληνικές λέξεις χρήσεως καθημερινής, να τις αναπλάσει και να τις τοποθετήσει ευαίσθητες, νεανικές, σαν να γεννήθηκαν χθες, μες στους ευρηματικούς στίχους των τραγουδιών. Και πέτυχαν και οι τέσσερις ένα μοναδικό και λαμπερό επίτευγμα μουσικής και ποίησης για τα παιδιά και το ραδιόφωνο. Ανεπανάληπτο και καθοριστικό μες στην ελληνική πραγματικότητα.

Γι’ αυτό είμαι δικαιολογημένα υπερήφανος που είδα πρώτος τη σημασία της Λιλιπούπολης ως διευθυντής του Τρίτου, πριν από περίπου πέντε χρόνια, και που διευθύνω σήμερα ως μουσικός τα τραγούδια της στην πρώτη δισκογραφική τους παρουσία. Είμαι δε σίγουρος ότι συμβάλλω σε ένα αποτέλεσμα πολύ υψηλού επιπέδου, που δεν στοχεύει μόνο στα παιδιά, αλλά σε ολόκληρη τη σύγχρονη νεανική ευαισθησία του τόπου μας.

Πόσο σύγχρονα και πόσο επίκαιρα ακούγονται σήμερα τραγούδια σαν αυτό:

«Μάσα, σιδερομάσα, μάσα, σιδερομάσα μάσα, δυνατά

πετρέλαιο, βενζίνα, κοκ και ορυκτά.

Και βγάζε, βγάζε, βγάζε απανωτές

κονσέρβες, σαγιονάρες, τσίχλες ευωδιαστές.

Και βγάζε, βγάζε, βγάζε απανωτές

νάιλον σακούλες, σκόνες χρωματιστές

φορμάικες, λεκάνες και βάρκες φουσκωτές

και ό, τι άλλο θέλουν οι καταναλωτές».

Μάνος Χατζιδάκις  –ΤΡΕΙΣ ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΕΣ*

στον Οδυσσέα Ελύτη

Ό,τι χάραζε σε στίχους

Τα ’παιρνε η θάλασσα που ’χε στα χέρια του

Ό,τι ζωγράφιζαν τα χείλια του

Τα ’σβηνε ο ουρανός που ’χε στα μάτια του

Κι έτσι δεν μπόρεσε να δει

Αν έπρεπε να παραμείνει Αττικός

Ή Αιγαιοπελαγίτης.

στον Γιώργο Σεφέρη

Από τη Μικρασία μετά την καταστροφή, ένας αστός ξεκίνησε με μια βαλίτσα αναμνήσεων στο χέρι, γύρισε χώρες μακρινές και πολιτείες άγνωστες, μάζεψε ακριβό υλικό και συνταγές, μέτρα, ρυθμούς και χρώματα, και τέλος γύρισε στη χώρα του, έχτισε με τα χέρια του σπίτι σημερινό κι ελληνικό, εμπήκε μέσα, κλείδωσε και από τότε πια κανείς δεν τον συνάντησε στην αγορά.

στον Νίκο Γκάτσο

Η γη καθώς τον γέννησε

Τον στόλισε

Πράσινα φύλλα της ιτιάς

Του έλατου και της ελιάς

Μα η σκέψη του τον βύθισε

Στης πολιτείας την άσφαλτο

Κι έγινε πέτρα αρχαϊκή

Στη μνήμη των εφήβων.

*Από την ποιητική συλλογή: Μάνου Χατζιδάκι, Μυθολογία, ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΣ (1966)

Οδυσσέας Ελύτης – ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ*

(απόσπασμα)

Μέσα σ’ αυτό το νταβαντούρι, μια μέρα μας έπεσε, θυμάμαι, από τον ουρανό ένα νούμερο που δεν το περιμέναμε. Ήταν ένας νέος λεπτός, με κοντό σγουρό μαλλί και μεγάλα μαύρα μάτια, που, φυσικά, έγραφε κι εκείνος στίχους ελεύθερους, όταν όμως είδε ότι τα χειρόγραφά του δεν προξενήσανε την εντύπωση που προσδοκούσε, το γύρισε αμέσως αλλού. Ήτανε, λέει, και μουσικός. Μουσικός; Απορήσαμε όλοι μας. Δηλαδή τι μουσικός; Βιολιστής; Πιανίστας; Όχι, όχι, μας εξήγησε. Ήταν συνθέτης. Έ, αυτό δεν το περιμέναμε. Υπήρχε, λοιπόν στην Ελλάδα τέτοιο είδος; Είδηση δεν είχαμε. Ο τελευταίος συνθέτης που ξέραμε ήταν ο Μανώλης Καλομοίρης. Ύστερα τι σχέση μπορούσε να έχει η μουσική με τη μοντέρνα ποίηση; Μεγάλη, μας αποκρίθηκε. Απόδειξη ότι είχε κάνει μουσική για την Αμοργό και για τις Παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα.

Βρεθήκαμε σε αμηχανία. Στο κεφάλαιο της μουσικής, ήμασταν, εκείνη τη στιγμή το συνειδητοποιούσαμε, ασυγχώρητα καθυστερημένοι. Γνωρίζαμε αόριστα την ύπαρξη της δωδεκάφθογγης μουσικής, τα ονόματα -και μόνον αυτά- του Schönberg και του  Alban Berg. Δίσκοι, πικάπ, μαγνητόφωνα, δεν είχανε ακόμη εφευρεθεί, τουλάχιστον δεν είχαν περάσει στην κοινή χρήση. Από την άλλη μεριά ο Υπερρεαλισμός -άγνωστο για ποιους λόγους- δεν τα πήγαινε καλά με τη μουσική. Ο Breton την εξόριζε από την πολιτεία του, όπως ο Πλάτων την ποίηση. Ίσως να ’φταιγε κι η ιδιοσυγκρασία του, ίσως και στην εποχή των Μανιφέστων να μην είχε ακόμη σημάνει η ώρα της μουσικής. Ενώ τώρα…

Κοιτάξαμε το νεαρό συνομιλητή μας με δυσπιστία. Επί τέλους, αν έλεγε αλήθεια, δεν είχε παρά να μας το αποδείξει. Τον οδηγήσαμε αμέσως στο σπίτι του Βαλαωρίτη, κι εκεί, ο Μάνος Χατζιδάκις -αυτός ήταν ο νέος συνθέτης- κάθισε στο πιάνο. Δεν έχει πια καμιά σημασία τι μας έπαιξε εκείνο το απομεσήμερο. Όπως εξομολογήθηκε ο ίδιος αργότερα, δεν υπήρχε τίποτε συγκεκριμένο στο νου του, απλώς αυτοσχεδίασε. το αθώο ψέμα που μεταχειρίστηκε για να μας πλησιάσει και να κινήσει το ενδιαφέρον μας, δεν τον εμπόδισε καθόλου, φτάνει που βρέθηκαν τα δάχτυλά του επάνω στα πλήκτρα, να το ανατρέψει και να το κάνει μια μαγική αλήθεια. Τόσο πολύ θα ’λεγες ότι ο αυτοδημιούργητος αυτός νέος ήταν ξεχειλισμένος από μελωδικότητα, τόσο πολύ γειτόνευε με μια περιοχή παρθένα, γεμάτη από ανεκμετάλλευτους ήχους και ρυθμούς, που έφτανε να τη σκουντήξει λιγάκι με τον αγκώνα του επάνω στο πιάνο, για να γεμίσει το δωμάτιο, να γεμίσει αργότερα η Ελλάδα κι ο κόσμος όλος από μιαν, άλλου είδους, γοητεία.

Και βέβαια, η συναναστροφή του με τους ποιητές της γενεάς αυτής τον βοήθησε. Πανέξυπνος καθώς ήταν, μπήκε αμέσως στο κλίμα τους, εργάσθηκε πάνω στα μοτίβα τους και χρησιμοποίησε, τουλάχιστον στις πρώτες του δημιουργίες, την ίδια γλώσσα των κοινών συμβόλων που ανεξάρτητα από την προσωπική εμπειρία του καθενός, είχε, η ελληνική υπερρεαλιστική παράταξη, θέσει σε κυκλοφορία. Είναι ένα παράδειγμα που αναφέρω αυτή τη στιγμή, χωρίς να βρίσκω ότι έχει άλλη ευρύτερη σημασία, δείχνει όμως χαρακτηριστικά, πόσο, στις εποχές που ένα καινούργιο πνεύμα αναπτύσσεται και ανεβαίνει, αφήνει στον αέρα μερικά κοινά σύμβολα που ο καθένας αισθάνεται το δικαίωμα να εκμεταλλευθεί, χωρίς για τούτο να προδίδει ούτε τον εαυτό του, ούτε τους άλλους. Αυτό δεν αφορά μόνο τον Μάνο Χατζιδάκι που, χωρίς να ‘χει καμιά σχέση με τη θάλασσα, έγραψε μουσική Για μια μικρή λευκή αχιβάδα. Ο Νίκος Γκάτσος δεν είχε ζήσει ποτέ του σε νησί όταν έδινε στο ποιητικό του έργο τον τίτλο Αμοργός και ο άλλος νέος συνθέτης που φανερώθηκε αργότερα, ο Μίκης Θεοδωράκης, καμιάν ανάλογη εμπειρία όταν προσεταιριζότανε για τα τραγούδια του τη μαγική λέξη Αρχιπέλαγος. Αλλά δε χωράει συζήτηση ότι μονάχα για τους minores η τέχνη περιορίζεται στην παρατήρηση και την εξομολόγηση. Για κάθε βήμα πιο πέρα, τον πρώτο λόγο έχει μια δύναμη που ξέρει να οικειοποιείται την ευαισθησία της εποχής και να ενσωματώνει στην έκφρασή της, οδηγημένα σε αντικειμενική κατάσταση κι εκείνα, τα προσωπικά βιώματα.

*Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά χαρτιά, ΑΣΤΕΡΙΑΣ (1974)

Νίκος Γκάτσος – Χατζιδακιάς*

Καλήν εσπέραν άρχοντες κι αν είναι ορισμός σας

του Χατζιδάκι βάσανα θα πω στ’ αρχοντικό σας.

Με του Μαγιού τις ευωδιές του φθινοπώρου τ’ άνθη

γεννήθηκε μεγάλωσε και σπούδασε στην Ξάνθη.

Η μάνα του Πολίτισσα ο κύρης του απ’ την Κρήτη

τον Καζαμία διάβαζε και τον Ονειροκρίτη.

Από μικρός τα γράμματα του φέρναν αηδία

τη μουσική αγάπησε μα όχι τα ωδεία.

Κι αντί να φύγει σ’ άλλη γη να πάει σ’ άλλα κράτη

την Αττική προτίμησε και τ’ όμορφο Παγκράτι.

Κι αντί σαν όλα τα παιδιά να βγει κι αυτός στο πάρκο

τους οικοδόμους άκουγε που τραγουδούσαν Μάρκο.

Καλήν εσπέραν άρχοντες κι ακούστε παρακάτω

πώς άλλοι βγαίνουν στον αφρό κι άλλοι κολλάν στον πάτο.

Με τα χειρόγραφα σωρό τις μελωδίες μάτσο

βρήκε έναν τύπο βλοσυρό που τονε λέγαν Γκάτσο.

Κάτσανε κάτω και μαζί πολλά τραγούδια γράψαν

που τα πουλιά σωπάσανε κι όλα τ’ αηδόνια πάψαν.

*Ανολοκλήρωτο «παιχνίδι». Νίκος Γκάτσος, Όλα τα τραγούδια, ΠΑΤΑΚΗΣ (1999)

Share
Κατηγορίες: ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.