Ανάδοχοι γονείς στην αναμονή, παιδιά «χαμένα» σε ιδρύματα

Της Λίνας Γιάνναρου

Τα οργανωτικά προβλήματα και η έλλειψη πόρων καθιστούν τον θεσμό της αναδοχής ανενεργό.

Μαύρο το παρελθόν τους, σκοτεινό και το μέλλον τους. Τα παιδιά που απομακρύνονται με εισαγγελική εντολή από το σπίτι τους, είτε γιατί κακοποιούνται από τους γονείς τους είτε γιατί οι γονείς τους βρίσκονται στη φυλακή, είναι τοξικομανείς ή για διάφορους λόγους δεν μπορούν πια να τα φροντίζουν, δεν έχουν να προσβλέπουν σε κάτι καλύτερο από μια ζωή στο ίδρυμα. Ο θεσμός της αναδοχής, μολονότι ιδιαίτερα διαδεδομένος σχεδόν παντού στον κόσμο, παραμένει στη χώρα μας ουσιαστικά ανενεργός, αποτέλεσμα κυρίως της δαιδαλώδους γραφειοκρατίας και της υποστελέχωσης των αρμόδιων υπηρεσιών. «Δεν μας καταβάλλουν καν τα έξοδα κίνησης για τον έλεγχο υποψήφιων ανάδοχων οικογενειών στην επαρχία», καταγγέλλουν χαρακτηριστικά κοινωνικοί λειτουργοί. Και όλα αυτά όταν, σύμφωνα με τους εισαγγελείς ανηλίκων, το τελευταίο διάστημα, λόγω κρίσης και των αλυσιδωτών προβλημάτων που αυτή έχει πυροδοτήσει, έχουν αυξηθεί κατακόρυφα τα αιτήματα από τους δήμους για άμεση αφαίρεση παιδιών από τις οικογένειές τους.

Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους. Πέρυσι σε ανάδοχη οικογένεια δόθηκαν μόλις 20 παιδιά από τις δημόσιες δομές της Αττικής (Κέντρο Προστασίας του Παιδιού Αττικής «Η Μητέρα», Παιδόπολη «Άγιος Ανδρέας», Αναρρωτήριο Πεντέλης), ενώ 22 αναδοχές πραγματοποιήθηκαν συνολικά τη διετία 2010-2011. Έτσι, τη στιγμή που διεθνώς θεωρείται ότι ο χρόνος παραμονής ενός παιδιού σε ίδρυμα δεν θα πρέπει να ξεπερνά το εξάμηνο, στην Ελλάδα η μέση διάρκεια παραμονής των παιδιών σε ιδρύματα ξεπερνά τα έξι χρόνια. Σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, η παραμονή τους στις δομές παιδικής φροντίδας διακόπτεται μόνο στην εφηβεία, με την προώθησή τους σε ορφανοτροφεία όπου θα ζήσουν έως την ενηλικίωσή τους.

Ιδιαίτερα τραγικές περιπτώσεις αποτελούν τα εγκαταλελειμμένα βρέφη, τα οποία όχι μόνο δεν τοποθετούνται απευθείας σε ανάδοχες οικογένειες, προκειμένου να αποφύγουν εντελώς την ολέθρια εμπειρία του ιδρύματος, αλλά παραμένουν συχνά για πολλούς μήνες στα μαιευτήρια, έως ότου καταστεί δυνατή η τυπική εισαγωγή τους στις Μονάδες Κοινωνικής Φροντίδας. «Έχουμε βρέφη που μεγαλώνουν στο μαιευτήριο», λέει νοσηλεύτρια. «Τα παιδιά αυτά, εκτός του ότι δεν δέχονται εξατομικευμένη φροντίδα, τρέφονται ακόμη κι έπειτα από μήνες αποκλειστικά με γάλα, καθώς το νοσοκομείο δεν διαθέτει τις απαραίτητες κρέμες ή άλλες βρεφικές τροφές. Αυτό δεν είναι κακοποίηση;».

Τα παραπάνω περιγράφηκαν χθες με γλαφυρό, συχνά φορτισμένο τρόπο, στη διάρκεια της Συνάντησης Διαλόγου που οργάνωσε ο Συνήγορος του Πολίτη με τη συμμετοχή 60 εκπροσώπων και επαγγελματιών δημοσίων οργανισμών, μη κυβερνητικών οργανώσεων για τα παιδιά και εμπειρογνωμόνων, με στόχο την εκπόνηση προτάσεων για τη διεύρυνση της εφαρμογής του θεσμού της αναδοχής στην Ελλάδα. «Η φιλοσοφία της αναδοχής είναι ότι βρίσκεις την κατάλληλη για το κάθε παιδί οικογένεια και της παραχωρείς την ευθύνη της φροντίδας του, κρατώντας παράλληλα στην ψυχή του τη φυσική του οικογένεια», εξηγεί ο βοηθός Συνήγορος του Πολίτη για τα Δικαιώματα του Παιδιού, Γιώργος Μόσχος. «Η αναδοχή δεν καταργεί τη σχέση του παιδιού με τη φυσική του οικογένεια, αλλά στην πραγματικότητα την υποστηρίζει και αποβλέπει στην επιστροφή του παιδιού σε αυτήν, όταν τα όποια προβλήματα οδήγησαν στην απομάκρυνση, αρθούν. Είναι ο καλύτερος τρόπος εναλλακτικής φροντίδας του παιδιού, ωστόσο υπάρχουν πολλά νομοθετικά και οργανωτικά προβλήματα».

Ο ίδιος θεωρεί ότι πρόκειται πρωτίστως για θέμα πολιτικής βούλησης. «Ναι, το κράτος θα χρειαστεί να κάνει επενδύσεις για την ενίσχυση του θεσμού, αλλά θα έχει παράλληλα τεράστιο οικονομικό όφελος, εφόσον η παραμονή τόσων παιδιών στα ιδρύματα κοστίζει πολύ περισσότερο». Έχει βρεθεί ότι η φροντίδα ενός παιδιού σε δημόσια δομή φτάνει τις 60.000 ευρώ τον χρόνο, έναντι 18.000 ευρώ που αγγίζει το κόστος μέσω επιδομάτων της φροντίδας ενός παιδιού που πάσχει από βαριά ασθένεια από μια οικογένεια.

Μείζον ζήτημα αποτελεί η ανυπαρξία Εθνικού Μητρώου Αναδόχων (έχει θεσμοθετηθεί, αλλά είναι ανενεργό), από το οποίο θα μπορεί να αντλείται με πολύ πιο σύντομες διαδικασίες κατάλληλη οικογένεια για τα παιδιά. Κοινό ήταν επίσης το αίτημα για θέσπιση εθνικών προδιαγραφών και πρωτοκόλλων διαδικασιών για την επιλογή, εκπαίδευση, πιστοποίηση και παρακολούθηση των αναδόχων οικογενειών από τους αρμόδιους φορείς, ώστε να παρέχονται εχέγγυα για την καταλληλότητά τους και τη διασφάλιση των συμφερόντων των παιδιών.

Στη συνάντηση, που οργανώθηκε ανήμερα την Παγκόσμια Ημέρα Δικαιωμάτων του Παιδιού, «άνοιξε» και το θέμα της επιδότησης ή μη των ανάδοχων γονέων. Μολονότι προβλέπεται από την ισχύουσα νομοθεσία, οικονομική ενίσχυση χορηγείται μόνο σε μικρό αριθμό αναδοχών, που πραγματοποιούνται μέσω συγκεκριμένων ιδρυμάτων.

(πηγή: Η Καθημερινή)

Share
Κατηγορίες: ΕΙΔΗΣΟΥΛΕΣ. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.