Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

Γράφει ο Φώτης Ρήνας

Είδαμε σε προηγούμενο θέμα: (“Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΘΝΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΧΟΛΗ”) ότι στις αρχές του 20ου αιώνα, οι Έλληνες συνθέτες, δίπλα στις άλλες εθνικές μουσικές σχολές της Ευρώπης, δημιούργησαν και τη δική μας, την Ελληνική Εθνική Μουσική Σχολή.

Κατά τη δεύτερη και τρίτη δεκαετία του 20ού αιώνα, νέοι δρόμοι ανοίγονται με το συνθετικό έργο του Δημήτρη Μητρόπουλου, ο οποίος κατέχει ξεχωριστή θέση στην οικογένεια των ελλήνων μουσικών. Το έργο του διαφέρει ριζικά από το έργο των συνθετών της Εθνικής Μουσικής Σχολής, αφού είναι κύρια επηρεασμένο από τον Κλωντ Ντεμπυσύ και τις νεότερες μουσικές τάσεις.

Ο Δημήτρης Μητρόπουλος (Αθήνα 1896 – Μιλάνο 1960) ήταν έλληνας μαέστρος, πιανίστας και συνθέτης που έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στις Ηνωμένες Πολιτείες. Από τις τρεις του ιδιότητες, αυτή που υπερίσχυσε και τον καθιέρωσε τελικά είναι η πρώτη.

Σπούδασε διεύθυνση χορωδίας και σύνθεση, αρχικά στο Ωδείο Αθηνών και αργότερα στο Βερολίνο. Πήρε χρυσό μετάλλιο για την ικανότητά του στο πιάνο από το Ωδείο Αθηνών, διάκριση που δόθηκε μόνο πέντε φορές στην ιστορία του Ωδείου. Οι πρώτες του συνθέσεις είναι γραμμένες στο τονικό σύστημα, αλλά με ενδιαφέροντες αρμονικούς πειραματισμούς, οι οποίοι γύρω στα 1915 γίνονται περισσότερο τολμηροί φτάνοντας στην ατονικότητα γύρω στα 1920.

Είναι ο πρώτος Έλληνας συνθέτης που χρησιμοποίησε στο έργο του “Ostinata” (μια σονάτα για βιολί και πιάνο) αυστηρά δωδεκαφθογγική τεχνική.

Γύρω στα 1930 σταμάτησε ουσιαστικά τη σύνθεση και ασχολήθηκε αποκλειστικά με τη διεύθυνση ορχήστρας, πρώτα στην Αθήνα και μετά το 1937 στις ΗΠΑ. Στις συνθέσεις του περιλαμβάνονται περίπου 40 έργα, μεταξύ των οποίων μια όπερα (Αδελφή Βεατρίκη), μουσική για ορχήστρα, μουσική δωματίου, έργα για πιάνο, για φωνή κ.ά.

Στη συνέχεια, με το Νίκο Σκαλκώτα, ανοίγεται ένα καινούργιο κεφάλαιο στη λόγια μουσική μας ιστορία. Ο Νίκος Σκαλκώτας γεννήθηκε στη Χαλκίδα το 1904 και πέθανε στην Αθήνα το 1949. Αν και έζησε μόλις 45 χρόνια, άφησε ένα υψηλής ποιότητας και επιβλητικό σε όγκο έργο, που η ‘’ανακάλυψή’’ του, η οποία έγινε μετά το θάνατο του συνθέτη, δημιούργησε ένα απροσδόκητο ενδιαφέρον στους μουσικούς πρωτοποριακούς κύκλους της Ευρώπης (και αργότερα και της Ελλάδας).

Το έργο του, στο μεγαλύτερο μέρος του ακολουθεί, με αυστηρή συνέπεια τα νεότερα μουσικά συστήματα και μπολιάζει τη νεοελληνική μουσική με τις σύγχρονες μουσικές τάσεις. Για πρώτη φορά έλληνας συνθέτης χρησιμοποιεί, συστηματικά, τόσο ριζοσπαστικά εκφραστικά μέσα, διαμετρικά αντίθετα με τη μέχρι τότε ελληνική μουσική δημιουργία. Εκτός από ορισμένες συνθέσεις του, γραμμένες στο γνωστό τονικό ή τροπικό σύστημα (όπως οι 36 Ελληνικοί χοροί για ορχήστρα), ο Σκαλκώτας ακολουθεί μ’ ένα ιδιότυπο, προσωπικό ύφος, το δωδεκάφθογγο σύστημα του Σένμπεργκ. Ο Στραβίνσκυ και ο Μπάρτοκ έχουν επίσης συμβάλει στη διαμόρφωση του ύφους του.

Ο Σκαλκώτας από την ηλικία των πέντε ετών άρχισε να μαθαίνει βιολί με τον θείο του και το 1910 η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα (από τη Χαλκίδα), για να του προσφέρει την ευκαιρία πληρέστερης μουσικής μόρφωσης. Γράφτηκε στο Ωδείο Αθηνών και το 1918 αποφοίτησε με την ανώτατη διάκριση («Χρυσό Μετάλλιο») για την ερμηνεία του στο «Κοντσέρτο για βιολί» του Μπετόβεν. Τα επόμενα χρόνια έπαιζε βιολί σε διάφορες εκδηλώσεις, ενώ ποιήματά του δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Νουμάς».

Το 1921 λαμβάνει υποτροφία από το Ίδρυμα Αβέρωφ για ανώτερες σπουδές βιολιού στο Βερολίνο. Γρήγορα, όμως, θα προσανατολιστεί στη σύνθεση, με δασκάλους τον Κουρτ Βάιλ, τον Φίλιπ Γιάρναχ και τον «πάπα της πρωτοπορίας» Άρνολντ Σένμπμπεργκ, ο οποίος τον εκτιμούσε ιδιαίτερα. Μαζί του έμεινε ως το 1931, χάρη σε νέα υποτροφία που του προσέφερε ο Εμμανουήλ Μπενάκης. Παράλληλα, έπαιζε βιολί σε ελαφρές ορχήστρες για να συμπληρώνει το εισόδημά του.

Το έργο του, περιλαμβάνει πάνω από 170 έργα (κοντσέρτα, συμφωνικές σουίτες, μουσική δωματίου, χορούς και τραγούδια). Το 60% των προχωρημένων έργων του ακολουθεί ένα δικής του επινόησης δωδεκαφθογγικό σύστημα, ενώ το 40% ανήκει σε άλλα σειραϊκά, «ελεύθερα» συστήματα σύνθεσης. Μετά το θάνατό του, με την ίδρυση της Εταιρίας φίλων του Σκαλκώτα και αργότερα του Ελληνικού Συνδέσμου Σύγχρονης Μουσικής (ΕΣΣΥΜ), η μουσική αυτή, δωδεκάφθογγη και σειραϊκή, γνώρισε μια σχετικά σημαντική άνθηση και δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι δημιουργήθηκε στην Ελλάδα μια πλούσια και σύγχρονη μουσική σχολή. Σήμερα, ο Νίκος Σκαλκώτας θεωρείται ένας από τους σημαντικούς συνθέτες του 20ου αιώνα.

Οι σημαντικότεροι Έλληνες συνθέτες σύγχρονης μουσικής μετά τον Νίκο Σκαλκώτα (χρονολογικά) ήταν οι Ιάννης Ξενάκης (1922-2001) και Γιάννης Χρήστου (1926-1970), το έργο των οποίων απέκτησε πολλούς φανατικούς θαυμαστές εντός και εκτός Ελλάδας.

Ο Ιάννης Ξενάκης ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες συνθέτες και αρχιτέκτονες του 20ού αιώνα, διεθνώς γνωστός ως Iannis Xenakis. Οι πρωτοποριακές συνθετικές μέθοδοι που ανέπτυξε συσχέτιζαν τη μουσική και την αρχιτεκτονική με τα μαθηματικά και τη φυσική, μέσω της χρήσης μοντέλων από τη θεωρία των συνόλων, τη θεωρία των πιθανοτήτων, τη θερμοδυναμική, τη Χρυσή Τομή, κ.ά. Παράλληλα, οι φιλοσοφικές του ιδέες για τη μουσική έθεσαν καίρια το αίτημα για ενότητα φιλοσοφίας, επιστήμης και τέχνης, συμβάλλοντας στο γενικότερο προβληματισμό για την κρίση της σύγχρονης ευρωπαϊκής μουσικής των δεκαετιών του 1950 και 1960.

Ο Γιάννης Χρήστου ήταν επίσης ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες συνθέτες και φιλοσόφους της μουσικής του 20ού αιώνα, διεθνώς γνωστός ως Jani Christou. Κύριο χαρακτηριστικό της ζωής και του έργου του ήταν οι έντονες φιλοσοφικές και μεταφυσικές του ανησυχίες, τις οποίες συσχέτιζε άμεσα με την μουσική, προσπαθώντας να αναδείξει την πανανθρώπινη θρησκευτική, μεταφυσική και μυστικιστική της διάσταση, πέραν από ιστορικές περιόδους, τεχνοτροπίες, πολιτισμούς και συγκεκριμένα θρησκευτικά δόγματα. Έχοντας βαθιές γνώσεις φιλοσοφίας, ψυχολογίας, θρησκειολογίας, κοινωνικής ανθρωπολογίας, Ιστορίας της Τέχνης αλλά και αποκρυφισμού, ανέπτυξε το δικό του φιλοσοφικό σύστημα και τη δική του ορολογία για μια μεταφυσική της μουσικής και προσπάθησε ιδιαίτερα με τα τελευταία του έργα να υλοποιήσει τις ιδέες του σε ένα ευρύτερο «μεταμουσικό» πλαίσιο, όπου η μουσική ήταν κάτι πέρα από μουσική, συνεργαζόμενη με πολλές τέχνες με ένα νέο, υπερβατικό και λυτρωτικό τρόπο.

Άλλοι συνθέτες που ακολουθούν στο έργο τους τις σύγχρονες μουσικές τάσεις είναι: ο Γιάννης Α. Παπαϊωάννου (1910-1989), ο Γιώργος Σισιλιάνος (1920-2005), ο Δημήτρης Δραγατάκης (1914-2001), ο Γιάννης Κωνσταντινίδης (1903 – 1984) (γνωστός και με το ψευδώνυμο Κώστας Γιαννίδης ως συνθέτης ελαφράς μουσικής), ο Αργύρης Κουνάδης (1924 – 2011), ο Μίκης Θεοδωράκης (γενν. 1925), ο Μιχάλης Αδάμης (1929 – 2013), ο Απέργης Γιώργος (γενν. 1945), ο Τερζάκης Δημήτρης (γενν. 1938), ο Βλαχόπουλος Γιάννης (γενν.1939), ο Χαλιάσας Ιάκωβος (1920-2001) ο Στέφανος Βασιλειάδης      (1933 – 2004), ο Θόδωρος Αντωνίου (γενν. 1935), ο Γιώργος Κουρουπός (γενν. 1942), ο Κυριάκος Σφέτσας (γενν. 1945), ο Γιώργος Ζερβός (γενν. 1947), ο Θάνος Μικρούτσικος  (γενν. 1947), ο Χάρης Ξανθουδάκης (γενν. 1950), ο Μιχάλης Τραυλός (γενν. 1950, ο οποίος είναι και σπουδαίος καθηγητής ανώτερων θεωρητικών, όπως μπορώ να βεβαιώσω από προσωπική εμπειρία), ο Χρήστος Χατζής (γενν. 1953), ο Κώστας Μόσχος (γενν. 1959), ο Γιάννης Μεταλλινός (γενν. 1959), ο Γιώργος Κουμεντάκης (γενν. 1959) και πολλοί άλλοι.

Ο «Διαγωνισμός Σύνθεσης Μάνος Χατζιδάκις» στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο Δοξιάδη στην Αθήνα (1962) κάνει γνωστούς στην Ελλάδα τους πρωτοπόρους συνθέτες που ζουν είτε σπουδάζουν στο εξωτερικό:  Λογοθέτης Ανέστης (1921 – 1994), Μαμαγκάκης Νίκος (1929 – 2013), Ιωαννίδης Γιάννης (γενν. 1930), Γιώργος Τσουγιόπουλος (γενν. 1930) και ο Στέφανος Γαζουλέας (γενν. 1931).

Μεταξύ 1974 και 1982 ο Μάνος Χατζιδάκις είναι η σημαντικότερη μορφή της ελληνικής μουσικής σκηνής. Υπηρετεί πολλές σημαντικές θέσεις, όπως αυτή του Γενικού Διευθυντή της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών και του Διευθυντή του Τρίτου Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας όπου πραγματοποιεί πολλές μεταρρυθμίσεις. Ιδρύει επίσης το φεστιβάλ Μουσικός Αύγουστος στο Ηράκλειο της Κρήτης, σε μια προσπάθεια για την προώθηση των έργων νέων Ελλήνων συνθετών, μεταξύ των οποίων: η Ελένη Καραΐνδρου (γενν. 1941), ο Βασίλης Ριζιώτης (γενν. 1945), η Μαριέλλη Σφακιανάκη (γενν. 1945), ο Μιχάλης Γρηγορίου (γενν. 1947), ο Βαγγέλης Κατσούλης (γενν. 1949), ο Δημήτρης Μαραγκόπουλος (γενν. 1949), ο Νίκος Κυπουργός (γενν. 1952) και άλλοι.

Σημαντικό ίδρυμα της χώρας για τη σύγχρονη μουσική στην έναρξη του 21ου αιώνα είναι το Ινστιτούτο Έρευνας Μουσικής και Ακουστικής (ΙΕΜΑ), που ιδρύεται το 1989 από τους συνθέτες Χάρη Ξανθουδάκη και Κώστα Μόσχο και τον εθνομουσικολόγο Μάριο Μαυροειδή, με προσανατολισμό πρωτίστως τις τεχνολογικές εξελίξεις, την καταχώρηση των έργων των σύγχρονων Ελλήνων συνθετών και την δημιουργία Αρχείου Ελληνικής Μουσικής. 

Στις 21 Μαρτίου του 1991 ανοίγει στην Ελλάδα, το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών με μία μεγάλη και μία μικρότερη αίθουσα συναυλιών, και οι δύο άριστης ακουστικής, και φιλοξενεί τις περισσότερες συναυλίες της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών. Οι παραγωγές όπερας, συχνά εισαγμένες, γίνονται συχνά στο Μέγαρο: μέσα στα επτά πρώτα χρόνια λειτουργίας του, φιλοξένησε τις μεγαλύτερες όπερες του Mozart δίπλα σε πολλές ελληνικές πρεμιέρες.

Άλλοι συνθέτες της νεότερης γενιάς είναι οι: Χρήστος Ζερμπίνος (γενν. 1950), Νίκος Φυλακτός (γενν. 1951), Χάρης Βρόντος (γενν. 1951), Σάββας Ζάννας (γενν. 1952), Μπάμπης Κανάς (γενν. 1952), Νίκος Χριστοδούλου (γενν. 1959), Ιωσήφ Παπαδάτος (γενν. 1960), Μηνάς Αλεξιάδης (γενν. 1960), Περικλής Κούκος (γενν. 1960), Αλέξανδρος Καλόγερος (γενν. 1960) και Αλέξανδρος Μούζας (γενν. 1962), Παναγιώτης Κόκορας (γενν. 1974), Μάριος Ιωάννου Ηλία (γενν. 1978).

Τα τελευταία χρόνια ο αριθμός των συνθετών που αποφοιτούν από ελληνικά Ωδεία και στη συνέχεια διδάσκουν έχει αυξηθεί εμφανώς. Πολλοί συνθέτες έχουν εγκατασταθεί στο εξωτερικό και είναι ευρέως γνωστοί στην Ελλάδα, όπως οι: Ντίνος Κωνσταντινίδης και Σοφία Σέργη (Η.Π.Α.), Χρήστος Χατζής (Καναδάς), Στέλιος Κουκουναράς, Νίκος Αθηναίος και Κωνσταντία Γουρζή (Γερμανία), Πέτρος Κοίλης (Γαλλία), Δημήτρης Νικολάου (Ιταλία) και Θοδωρής Αμπαζής (Ολλανδία).

Από Θεσσαλονίκη (το δεύτερο σημαντικότερο μουσικό κέντρο της Ελλάδας), οι συνθέτες της – που σπανίως παίζονται στην Αθήνα – είναι: ο Δημήτριος Λάλας (1848-1911), φίλος και μαθητής του Wagner. Ο μαθητής του Αιμίλιος Ριάδης (1880-1935), ο Σόλων Μιχαηλίδης (1905-79), ο Νικόλαος Αστρινίδης (γενν. 1921), ο Κώστας Νικήτας (1940-89), ο Ηλίας Παπαδόπουλος (γενν. 1951) και ο Χρήστος Σαμάρας (γενν. 1956).

Το συνθετικό τους όμως έργο δεν προσφέρεται ακόμα στην ιστορική έρευνα, γιατί η παρουσία των συνθετών αυτών στη μουσική μας ζωή είναι εντελώς πρόσφατη. Όσο όμως και αν το έργο των συνθετών αυτών παρουσιάζει ακόμα μια ρευστότητα ως προς τη γραφή και τις μουσικές φόρμες που ακολουθεί, στο σύνολό του χαρακτηρίζεται ήδη, από ορισμένα κοινά σημεία, όχι στις συγκεκριμένες κατευθύνσεις του, αλλά ως προς τη στάση του απέναντι στην παράδοση, όπως: α) η αντιρομαντική του διάθεση και β) το έντονο αντιφολκλορικό του πνεύμα, απότοκα και τα δύο του πνευματικού κλίματος του 20ου αιώνα.

Με το συγκεκριμένο θέμα ολοκληρώνεται και η  “ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ”. Θα συνεχίσουμε με άλλα μουσικά θέματα…

(πηγές:http://www.kostasbeys.gr/articles.php?s=3&mid=1096&mnu=1&id=23185,  Βικιπαίδεια, http://www.musicportal.gr/greek_modern_music_athens_conservatoire/?lang=el,  http://www.musicportal.gr/greek_modern_music_1945on/?lang=el)

Share
Κατηγορίες: ΕΚ-ΠΑΙΔΕΥΩ ΜΕΛΩΔΙΚΑ, ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.